Το Σάββατο το βράδυ μετά την πρεμιέρα του Θόδωρου Αγγελόπουλου στο Ολύμπιον, στον «Ζυγό» δεν έπεφτε καρφίτσα. Η Λεωφόρος Λαγκαδά και οι πορτιέρηδες με το φωσφοριζέ γιλέκο είχαν πολύ καιρό να δουν τόσα βαρυφορτωμένα ταξί. Σε ένα γωνιακό τραπέζι διασκέδαζε μια από τις παρέες του Φεστιβάλ. Θα έχετε ακούσει για αυτό το «έθιμο». Μετά τις τελετές και τις αβάν πρεμιέρ, έρχεται η σειρά της «Βεντέτας», της «Πριγκηπέσας», του «Φιξ», του «Χαράματος», των «Άστρων» και του «Ζυγού». Τα ίδια συμβαίνουν και μετά τις ομιλίες των πολιτικών αρχηγών στη Διεθνή Έκθεση. Μέχρι που κάποια στιγμή, ο Σημίτης αναγκάστηκε και εξέδωσε απαγόρευση και «στέρεψαν» (για λίγο) τα «πρώτα τραπέζια» από υπουργούς. Στα χρόνια του Καραμανλή, το «έθιμο» επανήλθε, αν και φέτος όλοι ήταν μουδιασμένοι με το Βατοπέδι. Τέλος πάντων…
Oι τελευταίες εξελίξεις με τους «καραμπέρηδες» και τις «πρώην χορεύτριες», που τώρα είναι περιζήτητες στα «παράθυρα», έδωσαν ξανά μια νότα επικαιρότητας στα μπουζούκια της Θεσσαλονίκης. Ας επιστρέψουμε λοιπόν στον «Ζυγό». Σε ένα πλαϊνό τραπέζι στην πίστα διακρίνω επισημότητες. Σκηνοθέτες, ηθοποιοί, μουσικοί παραγωγοί και ανάμεσά τους ο Γκουστάβο Σανταολάγια! Ο φοβερός Αργεντίνος με τα δύο Όσκαρ μουσικής! Τα κουρασμένα βήματα του μπουζουξή στο πάλκο- παίζει πέντε ώρες όρθιος ο Μπάμπης!- είναι συνέχεια στην προσοχή του. Κάπου διάβασα ότι ετοιμάζει μουσική για μια ταινία με τη ζωή του Κέρουακ. Η Κοράλ με το μίνι και τις κόκκινες γόβες έχει μάθει ποιος είναι και προσπαθεί να μη φύγει από το οπτικό του πεδίο.
«Μία είναι η ουσία δεν υπάρχει αθανασία/ Άντε, να πεθάνει ο Άγιος Πέτρος/ να τη βγάλουμε και φέτος».
Ο Σανταολάγια- που τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα πέρασε σε θρησκευτικό κοινόβιο- ακούει με κατάνυξη.
Φεύγω από τον «Ζυγό» και στα Σφαγεία, στο κέντρο της πόλης, στα «Άστρα» συναντώ τη Βικτώρια. Εδώ τα πράγματα είναι πιο κυριλέ.
Φοιτητές πίσω, επιχειρηματίες μπροστά. Ένας γαριφαλοπόλεμος μαίνεται ανάμεσα σ΄ ένα τραπέζι «ντόπιων» πολιτικών και μια παρέα κριτικών του θεάματος. Η Βικτώρια είναι η ωραία του μαγαζιού. Μακριά μαλλιά, μίνι με στρας στην πρώτη εμφάνιση, «χανούμισσα» στη δεύτερη. Το πρωί σπουδάζει. Είναι γεννημένη στη Ρωσία πριν από 20 χρόνια. Όταν ήταν μικρή, έχασε τον πατέρα της και η μητέρα της έφυγε για την Ελλάδα.
Αυτή μεγάλωσε με τους παπ πούδες, ώσπου πριν από οκτώ χρόνια ήρθε στην Ελλάδα.
Έφηβη ήρθες στη Θεσσαλονίκη; Ναι δεν ήξερα ούτε λέξη στα ελληνικά, δεν είχα φίλους. Άγνωστη μεταξύ αγνώστων, κλεισμένη στον εαυτό μου. Δεν έφταιγαν όμως ούτε οι συμμαθητές μου ούτε οι καθηγητές μου. Σου άρεσε πάντα να χορεύεις και να τραγουδάς;
Στη Ρωσία έκανα πιάνο και χορό. Όλοι εκεί ασχολούμαστε με τη μουσική, είναι παράδοση. Όπως εδώ τα παιδιά κάνουν αγγλικά, εμείς κάνουμε μουσική. Όταν ήρθα στην Ελλάδα, συνέχισα τις σπουδές, πήρα δίπλωμα και τώρα μπορώ να διδάξω. Μου αρέσει η γνώση. Τελειώνοντας το Λύκειο πέρασα στο ΤΕΙ Διεθνούς Εμπορίου στην Καστοριά.
Και γιατί δεν πήγες να σπουδάσεις; Πήγα. Έμεινα στην Καστοριά ενάμιση χρόνο. Τα έξοδα όμως ήταν πολλά. Είχα μια γκαρσονιέρα 30 τ.μ., η μητέρα μου νοίκιαζε άλλο σπίτι στη Θεσσαλονίκη, δεν βγαίναμε. Έτσι αποφάσισα να γυρίσω πίσω. Όνειρό μου ήταν να σπουδάσω Οικονομικά και γράφτηκα στο University of London.
Και πότε αρχίζει η νυχτερινή σου περιπέτεια;
Το 2005 ένας καθηγητής από τη σχολή χορού μού πρότεινε να δουλέψω σε νυχτερινό κέντρο. Τα λεφτά ήταν πολλά. Μη φανταστείτε κανένα υπερβολικό ποσό, αλλά πολύ περισσότερα απ΄ ό,τι αν δούλευα πωλήτρια. Τα τριπλά σχεδόν. Οπότε σκέφθηκα, οκτώ ώρες όρθια και 30 ευρώ ή οκτώ ώρες ξενύχτι και 100 ευρώ;
Το ξενύχτι δεν σε ενοχλεί; Το συνηθίζεις. Απλώς σιγά σιγά συνειδητοποιείς ότι τα λεφτά είναι τελικά λίγα. Γιατί πρέπει να πληρώσεις μόνη σου τα ρούχα, τα παπούτσια, τα μαλλιά, τα νύχια. Αυτή την περίοδο μάλιστα η μάνα μου δεν δουλεύει και όλο το σπίτι είναι πάνω μου.
Τι από όλα αυτά που λέγονται για τη νύχτα είναι αλήθεια;
Εμένα η πρώτη μου δουλειά ήταν σε επαρχιακό μαγαζί. Ήταν καλές εποχές. Οι μαγαζάτορες δεν είχαν τις απαιτήσεις που έχουν σήμερα. Ίσως φταίει και η οικονομική κρίση. Οι φίλες μου που δουλεύουν σε μαγαζιά έξω από τη Θεσσαλονίκη μού λένε ότι είναι υποχρεωμένες να κάνουν δημόσιες σχέσεις.
Κονσομασιόν εννοείς; Όταν στη νύχτα λέμε δημόσιες σχέσεις, εννοούμε «προσέχουμε τους καλούς πελάτες». Πηγαίνουμε στα τραπέζια τους. Ή αν ένας καλός πελάτης έχει ένα εστιατόριο ή μια κα φετέρια, το αφεντικό σε υποχρεώνει να περνάς την ημέρα για ένα ποτό.
Δεν είναι εκνευριστικό να είσαι υποχρεωμένη μετά το πρόγραμμά σου στην πίστανα κάνεις παρέα με αγνώστους;
Δεν είναι υποχρεωτικό. Και δεν είναι άγνωστοι. Οι περισσότεροι είναι γνωστοί. Πάμε και τους χαιρετάμε.
Τι εννοείς «πάμε»; Μα δεν πηγαίνει ποτέ μόνη της μια τραγουδίστρια σε ένα άγνωστο τραπέζι. Πάμε παρέα.
Για να δυσκολέψετε τη σεξουαλική παρενόχληση;
Μη νομίζεις ότι η σεξουαλική παρενόχληση είναι ο κανόνας την νύχτα. Μου έχει τύχει να μου την πέσουν, αλλά αυτό έχει συμβεί και τη μέρα, όχι μόνο τη νύχτα. Υπάρχουν πελάτες και πελάτες, όπως υπάρχουν αφεντικά και αφεντικά. Πολλές κοπέλες νομίζουν ότι αν δεν έχεις σεξουαλικές σχέσεις με ανθρώπους- «κλειδιά» δεν θα κάνεις καριέρα. Αυτό όμως δεν ισχύει. Κανείς δεν θα σου χαρίσει τίποτα αν δεν δουλέψεις σκληρά ή αν δεν έχεις ταλέντο.
Μίλησέ μου για τους πελάτες.Ποιοι είναι αυτοί στα πρώτα τραπέζια;
Όλων των κατηγοριών. Υπάρχουν αυτοί που έρχονται για να διασκεδάσουν και είναι τζέντλεμαν, υπάρχουν και οι άλλοι που νομίζουν ότι με τα λεφτά θα τα αγοράσουν όλα. Οι φιγουρατζήδες. Υπάρχουν και αυτοί που έχουν προβλήματα και έρχονται στα μπουζούκια για να ξεχάσουν. Οι πονεμένοι.
Το όνειρο όλων των κοριτσιών είναι να τις προσέξει ένας μάνατζερ και να τις φέρει σε κάποια μεγάλη αθηναϊκή πίστα;
Ε, τι να είναι; Και εμένα θα μου άρεσε, αλλά δεν είμαι διατεθειμένη να κάνω καμιά παραχώρηση. Άλλωστε η μεγάλη καριέρα θέλει θυσίες, είναι σαν να κάνεις πρωταθλητισμό. Εγώ φαντάζομαι τη ζωή μου πιο φυσιολογική. Δεν θέλω να ζω μια ζωή με «θα» και «όνειρα». Σκοπός μου είναι να μαζέψω χρήματα και κάποια στιγμή να γυρίσω πίσω στη Ρωσία.
Η πρώτη μου δουλεία ήταν σε επαρχιακό μαγαζί. Ήταν καλές εποχές. Οι μαγαζάτορες δεν είχαν τις απαιτήσεις που έχουν σήμερα. Οι φίλες μου που δουλεύουν σε μαγαζιά έξω από τη Θεσσαλονίκη μού λένε ότι είναι υποχρεωμένες να κάνουν δημόσιες σχέσεις
«Για μένα τα μπουζούκια είναι τρόπος ζωής»
O Αντώνης είναι ο «καλός πελάτης». Το τραπέζι του είναι πάντοτε το ίδιο. Πρώτο βέβαια, αλλά όχι κεντρικό. Σκούρα ρούχα, σακάκι κοτλέ, ρεπούμπλικα. Με τους σερβιτόρους δεν μιλάει, συνεννοείται με νοήματα. Ένα νεύμα και μια κούτα σαμπάνιες καταφθάνει στην πίστα. Δώδεκα «παφ» για ένα ποτηράκι στο οποίο θα βρέξει τα χείλη της η τραγουδίστρια. Δεύτερο νεύμα και πλακώνουν οι λουλουδούδες. Ο Αντώνης χαμογελάει. Η φίρμα του μαγαζιού, ο Βαγγέλης Αντωνίου θα πει το αγαπημένο του τραγούδι.
«Μάγκας θα πει κιμπάρης/ Μάγκας θα πει σωστός/ Φιλότιμος, ωραίος και Θεσσαλονικιός».
Ο «άρχοντας» θα σηκωθεί να φέρει τη ζεϊμπεκιά του και οι τραγουδίστριες, όσες είναι εύκαιρες, θα σπεύσουν να χτυπήσουν παλαμάκια. Πληρώνει με ταλαιπωρημένα πενηντάρικα και φεύγει. «Δεν υπάρχουν πολλοί τέτοιοι» θα μου πει ο Κώστας, ο μαγαζάτορας. Το ωράριο τους έχει γονατίσει. Δούλευαν μετά τις τρεις το πρωί, όταν τα άλλα μαγαζιά έκλειναν, αλλά τώρα τους κυνηγάνε. Και άντε να βγάλεις τα σπασμένα Παρασκευή και Σάββατο. «Ξέρεις τι είναι να θέλεις να δουλέψεις και να μη σε αφήνουν;» μου επαναλαμβάνει ο Κώστας. Στην έξοδο, μόλις που προλαβαίνω τον «άρχοντα». «Έλα το μεσημέρι από την κεντρική λαχαναγορά». Πνιγμένος ανάμεσα σε καφάσια και σακιά, προσπαθώ να βρω άκρη. Ο κ. Αντώνης; «Ο κ. Τράκας; Σε μισό λεπτό θα έρθει». Μέχρι να μου το πουν, βλέπω το μαύρο καπέλο του να ξεπροβάλλει. Έμπορος στην κεντρική λαχαναγορά της Θεσσαλονίκης από τα 15 του. Στο γραφείο, πίσω του κρέμονται η Σακελλαρίου, ο Γονίδης, ο Βοσκόπουλος. Δίπλα διακρίνω και τον Κωνσταντίνο με την Άννα- Μαρία μαζί με μια φωτογραφία του Καραμανλή (του εθνάρχη). Σε μικρότερες φωτογραφίες, παραμελημένες μάλλον, διακρίνω τα παιδιά και τα εγγόνια του.
Εγώ νόμιζα ότι η κεντρική λαχαναγορά δουλεύει μόνο βράδυ.
Έτσι ήταν κάποτε. Ύστερα από αγώνες- τίποτα δεν επιτυγχάνεται χωρίς αγώνες- κατορθώσαμε να κάνουμε το ωράριό μας απογευματινό και ημερήσιο. Ζούμε ανθρώπινα πλέον.
Μαζί με τα ωράρια άλλαξαν και οι άνθρωποι που δουλεύουν στη λαχαναγορά;
Στη λαχαναγορά δουλεύουν ακόμη και καθηγητές και επιστήμονες, μέχρι να βρουν κάτι καλύτερο. Άδικα μας έχουν κακοχαρακτηρίσει. Είμαστε πολύ πιο ευαίσθητοι από κάτι τύπους με κοστούμι. Είναι αλήθεια ότι οι δύσκολες συνθήκες σε σκληραίνουν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι γίνεσαι και λαμόγιο. Βοηθάμε τους φτωχούς, στέλνουμε προϊόντα σε κατασκηνώσεις και ιδρύματα.
Πάντα πηγαίνατε στα μπουζούκια;
Μου άρεσε να προκαλώ, με τον τρόπο μου πάντα. Όταν ήμουν πιο νέος και πήγαινα στα μπαράκια, κέρναγα ποτό την πιο άσχημη του μαγαζιού. Να βγάλει το μεροκάματο και να μην τη διώξει το αφεντικό. Δεν μου άρεσε να έχουν δουλειά μόνο οι όμορφες.
Ακόμη έχετε τη συνήθεια να ενισχύετε τις άσχημες;
Ναι, αν δω να μην τις προσέχει κανείς, θα πω «κέρνα». Αν και για να σου πω την αλήθεια, στο τραπέζι μου θέλω να κάθονται ωραία κορίτσια. Μου αρέσουν οι γυναίκες, αλλά μέχρι εκεί. Να καθήσουν δίπλα σου, να αλλάξεις δυο κουβέντες και να σηκωθείς να φύγεις.
Στα μπουζούκια πότε πρωτοπήγατε;
Δεκαπέντε χρόνων. Στο «Καν Καν». Και θαμπώθηκα. Μαζί με δυο φίλους, μαζεύαμε 60 δραχμές και παίρναμε τρεις μπίρες και μια φρουτοσαλάτα. Και κοιτάζαμε τα πρώτα τραπέζια. «Ποιοι είναι αυτοί οι πούστηδες, τι δουλειές κάνουν και μπορούν και ξοδεύουν τόσα λεφτά;».
Από τότε σας έμεινε απω θημένο; Ναι. Ένα βράδυ συνέβη ένα περιστατικό που μου άφησε παιδικό τραύμα, όπως λένε και οι ψυχολόγοι. Σηκώθηκε να χορέψει ένας από την παρέα και κατά λάθος τράβηξε και το τραπεζομάντιλο. Πέφτουν όλα κάτω και σπάει η πιατέλα με τα φρούτα. Αλλάξαμε δέκα χρώματα, γιατί δεν είχαμε να πληρώσουμε. Τελικά ο σερβιτόρος μάς λυπήθηκε και δεν μας τη χρέωσε. Κάποιοι έσπαγαν τα πιάτα με τις ντάνες κι εμείς δεν είχαμε να πληρώσουμε μια πιατέλα. Όταν πέρασαν τα χρόνια κι έκανα και εγώ πέντε φράγκα, κάθησα στα πρώτα τραπέζια για να αναρωτιούνται οι άλλοι, «ποιος είναι αυτός ο πούστης που σπάει τόσο πιάτα;»- και μιλάμε για χιλιάδες πιάτα. Έτσι όμως χτίζεις όνομα στη νύχτα.
Ακόμη σας ενθουσιάζει να σπάτε πιάτα;
Όσο περνούν τα χρόνια με ενθουσιάζει λιγότερο, αλλά ήταν ωραίο. Ήσουνα καψούρης π.χ. εσύ με τη «Χ» και της πέταγες 200 πιάτα; Εγώ της έριχνα 500. Έτσι άρχιζε το παιχνίδι. Μετά της πέταγα πέντε δίσκους λουλούδια κι εσύ της πέταγες δέκα. Και δώσ΄ του τα πιάτα και τα λουλούδια. Καθότι, ο άλλος είναι διατεθειμένος να κάνει τα πάντα για την καψούρα του.
Καλά ο άλλος με την καψούρα,εσείς γιατί να σπάτε και να πληρώνετε;
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν πληρώνεις και πολλά. «Αβάντα» το λένε. Παρασύρεις τον άλλο να σπαταλήσει περισσότερα.
Πώς είναι τώρα τα πράγματα με την οικονομική κρίση;
Χάλια, δεν κινείται χρήμα στην πιάτσα. Εγώ 30 χρόνια τώρα πηγαίνω κυρίως στον «Ζυγό». Ένα μαγαζί που διασκέδασε πολλές γενιές. Όλοι οι καλοί καλλιτέχνες έρχονταν για να διασκεδάσουν. Ο Καρράς, ο Τερζής, ο Διαμαντίδης, ο Ζαγοραίος, ο Χριστοδουλόπουλος, όλοι έρχονταν. Ήταν ένα σκυλάδικο αριστοκρατικό. Τώρα όλοι είναι κουμπωμένοι.
Μου είπαν ότι πηγαίνετε πάντα μόνος στο μαγαζί… Κάποτε ερχόταν η γυναίκα μου, τώρα βαριέται. Εγώ όμως δεν μπορώ να την κόψω αυτή τη συνήθεια. Για μένα τα μπουζούκια είναι τρόπος ζωής. Δεν θέλω να χάσω την επαφή μου με τη νύχτα. Πρέπει να περάσω να πω ένα γεια, σε σερβιτόρους, μαγαζάτορες, τραγουδιστές, μπουζουξήδες. Να ξεδώσω, γιατί η δουλειά μας είναι σκλαβιά.
Όταν έκανα και εγώ πέντε φράγκα, κάθησα στα πρώτα τραπέζια για να αναρωτιούνται, “ποιος είναι αυτός;”







