Η πιο δυσάρεστη ίσως εμπειρία που αποκομίζει ο ασθενής με καρκίνο από τη θεραπεία του είναι η ναυτία και ο έμετος– η παρενέργεια που, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, είναι συνδεδεμένη με τη χορήγηση της χημειοθεραπείας.

Λόγω του ότι ο αριθμός των ασθενών που χρειάζονται τη χημειοθεραπεία αυξάνεται ολοένα και περισσότερο, γίνεται αντιληπτό ότι το πρόβλημα του εμέτου και της ναυτίας καθίσταται εκ των πλέον σοβαρών μορφών τοξικότητας.

Υπολογίζεται ότι 7 έως 8 στους 10 ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία για τον καρκίνο εκδηλώνουν ναυτία και έμετο. Αν και οι δύο αυτές καταστάσεις είναι επίφοβες για τους ασθενείς, πολύ σπάνια μπορεί να απειλήσουν τη ζωή. Ωστόσο, μπορεί να επιφέρουν διάφορα προβλήματα, που διακρίνονται σε σωματικά και σε ψυχολογικά.

* Στα σωματικά προβλήματα της ναυτίας και του εμέτου συμπεριλαμβάνονται αφυδάτωση, διαταραχές ηλεκτρολυτών (οι ηλεκτρολύτες είναι ορισμένα ιχνοστοιχεία που επιτελούν σημαντικούς ρόλους στον οργανισμό), κακή θρέψη, ρήξη οισοφάγου, πνευμονία από εισρόφηση και παθολογικά κατάγματα.

* Στα ψυχολογικά προβλήματα συμπεριλαμβάνονται άγχος, φόβος, κατάθλιψη, αναμνηστική ναυτία και έμετος, εγκατάλειψη θεραπείας, προβλήματα στην εργασία και στην κοινωνική ζωή του ασθενούς.

Αντανακλαστικοί μηχανισμοί

Ο έμετος είναι αντανακλαστικός μηχανισμός. Είναι η βίαια αποβολή του περιεχομένου του στομάχου (ή και μέρους του εντέρου) από το στόμα. Η αποβολή αυτή του γαστρεντερικού περιεχομένου ολοκληρώνεται σε τρεις φάσεις που διαδέχονται η μία την άλλη:

α) τη ναυτία

β) την τάση για έμετο

γ) τον κυρίως έμετο

Ως ναυτία ορίζεται η αίσθηση της ανάγκης για έμετο.

Ο μηχανισμός με τον οποίο προκαλούν έμετο τα χημειοθεραπευτικά φάρμακα και η ακτινοθεραπεία δεν είναι πλήρως γνωστός. Ως φαίνεται όμως, τα φάρμακα επηρεάζουν την έκκριση ορισμένων ουσιών από το λεπτό έντερο, ενεργοποιώντας έτσι μια αλληλουχία μηχανισμών που οδηγούν στη ναυτία και στον έμετο.

Τρεις μορφές

Υπάρχουν τρία είδη εμέτου που μπορεί να προκληθούν από τη χημειοθεραπεία:

* Ο άμεσος ή οξύς έμετος, ο οποίος επέρχεται τις πρώτες 24 ώρες μετά τη χορήγηση του φαρμάκου (συνήθως μεταξύ 90 λεπτών και 3 ωρών). Η κορύφωση συμβαίνει 2 έως 6 ώρες μετά το τέλος της χημειοθεραπείας. Διαρκεί 12-16 ώρες και εξαρτάται από τη δόση των φαρμάκων που έχει λάβει ο ασθενής (δοσοεξαρτώμενος).

* Ο όψιμος ή καθυστερημένος έμετος, ο οποίος επέρχεται συνήθως μετά τις πρώτες 24 ώρες, διαρκεί 7 ημέρες, ενώ το μέγιστο της έντασής του παρουσιάζεται τη 2η και την 3η ημέρα. Καθυστερημένη έμεση παρουσιάζουν συνήθως οι ασθενείς που παίρνουν χημειοθεραπευτικά φάρμακα με ισχυρή εμετογόνο δράση (όπως η σισπλατίνη). Υστερεί σε ένταση από τον οξύ έμετο, αλλά υπερέχει σε διάρκεια, ενώ οι συνέπειές του είναι σοβαρότερες από του οξέος.

* Ο αναμνηστικός (ή εξαρτώμενος ή προ-χημειοθεραπευτικός) έμετος, ο οποίος συμβαίνει συνήθως πριν από την έναρξη της θεραπείας με τη σκέψη του νοσοκομείου ή κάποιο άλλο ερέθισμα που συνδέεται με τη θεραπεία ή τον χώρο όπου αυτή γίνεται. Σχετίζεται με ανεπαρκή έλεγχο της έμεσης σε προηγούμενες θεραπείες και πρόκειται για εξαρτώμενο αντανακλαστικό. Διαρκεί μέρες έως και μήνες και η αντιμετώπισή του είναι δύσκολη όταν αναπτυχθεί. Η πρόληψή του είναι πολύ πιο σημαντική από την καταστολή.

Ποιοι είναι πιο ευάλωτοι

Ένας αριθμός παραγόντων που σχετίζονται με τον ασθενή διαφοροποιούν τη διάρκεια και την ένταση της έμεσης από τα διάφορα χημειοθεραπευτικά φάρμακα.

Οι κυριότεροι από τους παράγοντες αυτούς είναι η ηλικία, το φύλο, η προγενέστερη χημειοθεραπεία, η ελάχιστη ή καθόλου χρήση αλκοόλ στο παρελθόν, καθώς και η εμπειρία της ναυτίας και του εμέτου στη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Με τη διάρκεια και την ένταση της έμεσης σχετίζονται επίσης παράγοντες που αφορούν την αγωγή καθαυτή, όπως τα έντονα εμετογόνα χημειοθεραπευτικά σχήματα και η δοσολογία των χρησιμοποιούμενων φαρμάκων.

Με βάση το εμετογόνο δυναμικό του κάθε χημειοθεραπευτικού φαρμάκου (δηλαδή τις πιθανότητες που έχει να προκαλέσει έμετο), τα φάρμακα της χημειοθεραπείας ταξινομούνται σε τέσσερις κατηγορίες:

* Έντονα εμετογόνα. Υπάρχει κίνδυνος εμέτου σχεδόν σε όλους τους ασθενείς που τα παίρνουν.

* Μέτρια εμετογόνα. Υπάρχει κίνδυνος εμέτου για το 30% έως 90% των ασθενών που τα παίρνουν, αναλόγως με το φάρμακο.

* Χαμηλά εμετογόνα. Υπάρχει περίπτωση να εκδηλώσει έμετο το 10% έως 20% των ασθενών.

* Ελάχιστα εμετογόνα. Ο κίνδυνος εμέτου περιορίζεται σε ποσοστό μικρότερο του 10% των ασθενών.

Φαρμακευτικό οπλοστάσιο

Για την πρόληψη ή την αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου των αντικαρκινικών θεραπειών χρησιμοποιούνται πολλά φάρμακα. Κανένα από αυτά δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικό στο 100% των περιπτώσεων, αφ’ ενός διότι κάθε χημειοθεραπευτικό φάρμακο δρα με διαφορετικό τρόπο στο σώμα, αφ’ ετέρου διότι κάθε οργανισμός αντιδρά διαφορετικά στη χημειοθεραπεία.

Επειδή ο κύριος στόχος της αγωγής που συνιστά ο γιατρός είναι να προλάβει τη ναυτία και τον έμετο, η χορήγηση των αντιεμετικών φαρμάκων συχνά αρχίζει πριν γίνει η χημειοθεραπεία _ συνεχίζεται για όσο καιρό υπάρχει κίνδυνος ναυτίας και εμέτου. Τα φάρμακα που επιλέγονται για κάθε ασθενή εξαρτώνται από το είδος του χημειοθεραπευτικού σχήματος που κάνει.

Για την αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου χρησιμοποιούνται πολλές ομάδες φαρμάκων:

* Παράγωγα των βενταμιδών. Στην κατηγορία αυτή ανήκει η μειοκλοπραμίδη.

* Βενζοδιαζεπίνες. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν η λαραζεπάμη και η διαζεπάμη. Ασκούν ηρεμιστική και αντιεμετική δράση.

* Αντισταμινικά. Στην κατηγορία αυτή ανήκει η διφαινυδραμίνη.

* Κορτικοστεροειδή. Εδώ ανήκουν η μεθυλπρεδνιζολόνη και η δεξαμεθαζόνη.

* Ανταγωνιστές 5-ΗΤ-3 υποδοχέων (υποδοχείς σεροτονίνης). Είναι τα κυριότερα χρησιμοποιούμενα φάρμακα. Στην 1η γενιά ανταγωνιστών συμπεριλαμβάνονται η ονδανσετρόνη, η γρανισετρόνη, η τροτισετρόνη και η δολασετρόνη που μπορεί να χορηγηθούν από το στόμα ή ενδοφλέβια, ενώ στη 2η γενιά ανταγωνιστών ανήκει η παλονοσετρόνη που χορηγείται ενδοφλέβια. Οι παρενέργειες των ανταγωνιστών των 5-ΗΤ-3 υποδοχέων είναι κεφαλαλγία, ζάλη, εξάψεις, δυσκοιλιότητα, ίλιγγος, διάρροια, μεταβολές στο ηλεκτροκαρδιογράφημα και διαταραχές όρασης.

* Ανταγωνιστές των υποδοχέων της νευροκινίνης-1 (ΝΚ1). Στην κατηγορία αυτή ανήκει η απρεπιτάντη. Χορηγείται για την οξεία και την όψιμη έμεση από χημειοθεραπεία.

Ας σημειωθεί ότι μολονότι τα φάρμακα αποτελούν την κύρια θεραπεία για την αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου της χημειοθεραπείας, οι κατάλληλες διατροφικές τροποποιήσεις επίσης μπορεί να βοηθήσουν, γι’ αυτό και στους ασθενείς παρέχονται σχετικές οδηγίες.

Ο Μιχαήλ Κατσίκας είναι παθολόγος, επιμελητής Β’ Παθολογικής-Ογκολογικής Κλινικής Διαγνωστικού & Θεραπευτικού Κέντρου Αθηνών ΥΓΕΙΑ

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.