«Χωρίς χρόνο,χωρίς ησυχία,τρέχοντας,πάντοτε τρέχοντας,έγραφα…». Η φωνή του Νικηφόρου Βρεττάκου, θερμή, καθηλωτική, ακούγεται σπάνια στο ντοκιμαντέρ της Σούλας Δρακοπούλου, αλλά η μορφή του είναι παραπάνω από ζωντανή, κι ας έχει πεθάνει το 1991. Βλέποντας τα «Περιουσιακά (του) στοιχεία», την ταινία που βγήκε προχθές στους κινηματογράφους, αισθάνεται κανείς βαθιά στο πετσί του τι σημαίνει ζωή και ποίηση ταυτισμένες, και σημαδεμένες από την ιστορία του 20ού αιώνα. Αυτός ο ποιητής που έζησε μέσα στην ανασφάλεια δουλεύοντας εδώ κι εκεί ως υπάλληλος, απάντησε με το έργο του σε όλα τα διλήμματα της εποχής του, δήλωσε «παρών» σε όλα τα προβλήματα, και ήταν ο πρώτος αριστερός που άλωσε την Ακαδημία Αθηνών (1987). Ο ρόλος του ως διανοουμένου υπήρξε αρκετές φορές κομβικός, το τίμημα που πλήρωσε ακριβό, όμως ποτέ δεν έγινε σταρ κι ίσως γι΄ αυτό δεν πολυσυζητιέται σήμερα. Αν όμως, σαν άλλος Οrlando Figes, ένας ιστορικός ήθελε ποτέ να «διαβάσει» τον ελληνικό 20ό αιώνα μέσα από τους «ψιθύρους» των πνευματικών και καλλιτεχνικών δημιουργών του, η περίπτωση του Βρεττάκου θα ήταν από τις πλέον χαρακτηριστικές. Αυτήν τη διάσταση αναδεικνύει η Σούλα Δρακοπούλου και γι΄ αυτό τα «Περιουσιακά στοιχεία» ενδιαφέρουν ένα ευρύτερο κοινό. Η ταινία δεν επιμένει δηλαδή τόσο στη λογοτεχνία όσο στον τρόπο με τον οποίο ένας ποιητής- ο Βρεττάκος- πάλεψε με την εποχή του. Κάθε φορά που νόμιζε ότι θα στρώσει η ζωή του, φύσαγε ο άνεμος της ιστορίας και την άλλαζε ολότελα. Ο Πόλεμος του ΄40, ο Εμφύλιος, η διαγραφή του από το ΚΚΕ και η Δικτατορία προκάλεσαν τομές στο έργο του. Πληγωμένος που δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα, έγραφε στις αρχές του ΄70: «Ευτυχώς που είχα προετοιμάσει μέσα μου τον Προμηθέα και λέει τις κουβέντες που θα έλεγα εγώ, αν ήμουν δεμένος στον Καύκασο. Μήπως δεν είμαι;».
Τα «Περιουσιακά στοιχεία» είναι λοιπόν και ένα σχόλιο στη σχέση του ιδιωτικού με το δημόσιο, και της Μικρής Ιστορίας με τη Μεγάλη. Ο θεατής «μπαίνει» στην ταινία από τα παιδικά χρόνια του Βρεττάκου και παρακολουθεί πώς τα γεγονότα της ζωής του και τα ανεπούλωτα τραύματά του μεταστοιχειώνονται σε στίχους. Ακούει σύντομα αποσπάσματα από ποιήματα, επιστολές ή αυτοβιογραφικά κείμενά του (όπως η Οδύνη που έγραψε μεταξύ 1967-69), και τον βλέπει σε παλιές λήψεις από ένα πορτρέτο που είχε ξεκινήσει το ΄80 ο γιος του, ο κινηματογραφιστής Κώστας Βρεττάκος. Αυτός άλλωστε είναι ο βασικός ξεναγός τού θεατή στο ντοκιμαντέρ. Το οπτικό υλικό εμπλουτίζεται με φωτογραφίες ή επίκαιρα εποχής που ζωντανεύουν το ιστορικό πλαίσιο, καθώς και με εικόνες από την Πλούμιτσα- το αγαπημένο καταφύγιό του στον Ταΰγετο- ή από τις κοντινές Κροκεές όπου στεγάζεται σήμερα το αρχείο του. Σημαντικές και οι μαρτυρίες συγγενών, φίλων, ομοτέχνων ή κριτικών (από την κόρη του Τζένη ή τον Τίτο Πατρίκιο και τον Μάριο Βίτι ώς τον αστροφυσικό Αργύρη Σφουντούρη, ο οποίος ως ορφανό του Διστόμου μεγάλωσε στην παιδούπολη Πεσταλότσι της Ελβετίας όπου βρήκε άσυλο και ο ποιητής στα χρόνια της δικτατορίας. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της ταινίας είναι όμως ότι εξετάζει και ζητήματα για τα οποία ο Βρεττάκος δεν θέλησε ποτέ να μιλήσει. Κυρίως ξεκλειδώνει το ακανθώδες θέμα της διαγραφής του, φωτίζοντας τη μικρή πολιτική ιστορία: Ο Βρεττάκος γίνεται μέλος του ΚΚΕ το 1943, και το 1947, τότε που όποιος είχε «λάθος» φρονήματα έτρωγε το κεφάλι του, αναλαμβάνει το αριστερό περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα». Παρότι όμως πετυχαίνει να το ανοίξει στον πνευματικό κόσμο, αποκεφαλίζεται από τη ζαχαριαδική ηγεσία το 1949, ύστερα από σφοδρή ψευδώνυμη πολεμική μέσα από το περιοδικό… που σε λίγο θα κλείσει. Αφορμή ήταν το πεζό του Δύο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου που θεωρήθηκε ότι εξίσωνε τους δύο πόλους του Ψυχρού Πολέμου, και αιτία ο αντιδογματισμός του. Ακολουθεί η διαγραφή του κι από κοντά η κατάθλιψή του. «Δεν θα γίνω οδηγός κανενός αν δεν ξέρω πού τον πηγαίνω», τους γράφει και διακόπτει κάθε σχέση με κόμματα.
Χρόνια και χρόνια λοιπόν «…ανάσκελα στο χειρουργείο του αιώνα», ο Νικηφόρος Βρεττάκος μεταγράφει την Ιστορία σε ποίηση. Είκοσι τεσσάρων χρόνων το 1936, γράφει τον «Πόλεμο» εναντίον της ιταλικής επέλασης στην Αβησσυνία. Στις «33 ημέρες» μιλά για τους φοιτητές που σκοτώθηκαν στη μάχη της Αθήνας τον Δεκέμβρη του 1944 · στο «Έτσι έγινε τότε στην Ελλάδα», για την αρχή του Εμφυλίου · στο ποίημα «Στον Ρόμπερτ Οπενχάιμερ» στοχάζεται την ευθύνη όλων για την καταστροφή της Χιροσίμα. Η αυτο-ανθολόγηση και η «Εξομολόγησή» του στην Εκλογή του 1964, που μόλις ξανακυκλοφόρησε (Ποταμός), είναι χαρακτηριστικές. «Θα μου ήταν αρκετό», γράφει, «αν βεβαιωνόμουνα ότι με μέσο αυτή την ποίηση έκαμα το χρέος της ζωής μου. Χρέος δε θα ειπεί να χτίσεις μόνος σου ένα ολόκληρο σπίτι. Χρέος θα ειπεί να προσφέρεις τον οβολό της δύναμής σου με όλη σου την ειλικρίνεια και με όλη σου την αγάπη, στην υπόθεση της ζωής, και να διατηρήσεις έτσι την αδελφικότητά σου με το μέλλον».
