Μου έλεγε προ ετών ο Γιώργος Πετσίλας, ο πρώην σύζυγος της Νάνας Μούσχουρη,

ότι σε μια περιοδεία στη Λατινική Αμερική το συγκρότημα της διάσημης Ελληνίδας

τραγουδίστριας χάθηκε σε κάποιο φαράγγι και, ξαφνικά, βρέθηκε μπροστά σε μια

συμμορία ληστών! Σκελετωμένα πρόσωπα, φυσίγγια σταυρωτά, γένια,

σαραβαλιασμένες αρβύλες και πιστόλια στα χέρια. «Πανικοβληθήκαμε, αδειάσαμε

τις τσέπες μας, δώσαμε τα ρολόγια μας, αλλά οι ληστές δεν μας άφηναν να

φύγουμε». Πέρασε έτσι μισή ώρα. Οπότε, ο αρχηγός τους, με πλησιάζει και με

ρωτάει: «Από ποια χώρα είσαστε;». «Έλληνες», του λέω. Ξαφνιάζεται και ύστερα

αρχίζει να φωνάζει χαρούμενα: «Γρίγος, Γρίγος! Μελίνα Μερκούρη! Γρίγος!». «Την

γλιτώσαμε», λέω στη Νάνα. «Και πράγματι: ύστερα από λίγο μας έδειξαν ένα

μονοπάτι που μας οδήγησε στην ελευθερία…».

Υπάρχουν μερικά πρόσωπα που δεν πιστεύεις ότι είναι δυνατόν να πεθάνουν. Ακόμη

κι αν είναι σαρανταπληγιασμένα από χίλιες αρρώστιες. Ένα πρόσωπο που πίστευα

ότι δεν είναι δυνατόν να πεθάνει, είναι η Μελίνα. Κι άλλοι, όμως: ο Μπεστ, ο

Κλ. Μαρόπουλος, ο Μουράτης και, φυσικά, ο Πούσκας. Πέθαναν όλοι. Ορισμένοι

τελείως απροσδόκητα. Γιατί ο Άδης είναι αχόρταγος, σαν τον πόθο. Έγραφα στον

Λοΐζο: «Νόμιζες ότι θα ‘μαστε αθάνατοι…». Ο Μάνος μας. Είκοσι τέσσερα χρόνια

μες στη γη.

Ο Πούσκας, λοιπόν. Πέρασε κι αυτός στην απέναντι όχθη. Έλεγαν κι έγραφαν ότι

είναι κατώτερος του Ντι Στέφανο, του Πελέ, του Μαραντόνα. Ορισμένοι τον

σύγκριναν – ιεροσυλία! – με τον νεαρό Ροναλντίνιο, που είναι όλο φιγούρα και

γκλαμουριά. Μπορεί, πράγματι, Ντι Στέφανο, Πελέ και Μαραντόνα να υπερτερούσαν

του Πούσκας, από άποψη τεχνικής. Αλλά ο Πούσκας ήταν κάτι άλλο. Είχε τη δύναμη

μιας πολιορκητικής μηχανής. Καλύτερα: ήταν ένα πάντσερ. Σιδερένιος παίκτης.

Και αρχηγός. Με καρδιά που δεν λύγιζε.

Επειδή είμαι παλιός και ξέρω καλά τα του ελληνικού ποδοσφαίρου, υποκλίνομαι

μπρος στην ιδιοφυΐα του Δομάζου, στο αποτελεσματικό και τεχνικό παιχνίδι του

Νεστορίδη και του Παπαϊωάννου, στον Λινοξυλάκη και τον Μανωλά που δέσποζαν

στην περιοχή τους, στον ακατάβλητο Θανάση Μπέμπη. Κανένας τους, όμως, δεν είχε

τη δύναμη και την αποφασιστικότητα του Σιδέρη. Ο Σιδέρης έπεφτε πάνω σε τρεις

και τους διέλυε! Χωρίς να κάνει φάουλ, χωρίς να χτυπάει με τους αγκώνες του.

Ένας Σιδέρης επί δέκα ήταν ο Πούσκας. Μοίραζε παιχνίδι, σούταρε, κέρδιζε

κεφαλιές, άνοιγε ρήγματα, έβλεπε το τέρμα μεγαλύτερο απ’ όσο είναι και γι’

αυτό δεν ήταν άστοχος. Το κυριότερο: εμψύχωνε τους συμπαίκτες του μέσα στον

αγώνα, με ξεκάθαρα λόγια που έπιαναν τόπο. Δεν έλεγε εξυπνάδες, σαν τον

Χερέρα, που όταν τον ρωτούσαν «τι θα κάνετε την Κυριακή που παίζετε με τη

Ρόμα;», απαντούσε: «Από την ώρα που οι αντίπαλοί μας θα μπουν στο πούλμαν για

να ‘ρθουν εδώ, θα έχουν φάει ήδη τρία γκολ!».

Λίγες φορές μίλησα με τον Πούσκας. Τότε που ήταν προπονητής στην ΑΕΚ. Τον

πλησίαζα και μου κοβόταν η φωνή. Τι άνεμος αισιοδοξίας, όμως, είχε πνεύσει

στον Παναθηναϊκό με την έλευσή του! Και πόσο όμορφο ήταν το τραγούδι που του

είχε ταιριάξει ο Φραγκίσκος Σούρπης, πάνω σε μια μελωδία των Μπιτλς, για να

δίνει φτερά στην ομάδα! Ομάδα που έφτασε στα τελικά του Γουέμπλεϊ – αν

θυμόσαστε – με αντίπαλο τον Άγιαξ του θεϊκού Κρόιφ…

Αντίο, Φέρεντς. Υπήρξες ένας από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές του κόσμου.

Ξέρω: κουράστηκες, πληγώθηκες, ένιωσες μοναξιά. Αλλά έτσι γίνεται πάντα. Ή

σχεδόν πάντα.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.