«Να είσαι διαφορετικός, να είσαι ο εαυτός σου», εύχεται στον πιτσιρικά γιο του
ο άνθρωπος - ατσάλι, ο Σούπερμαν που τελικά μύρισε τον... κρίνο και ενέδωσε
στην δημοσιογράφο και μεγάλη του αγάπη, Λόις Λέιν. Με τέτοια και άλλα πολλά
υπαρξιακά, οντολογικά, μεταφυσικά, συμπαντικά και χριστιανικά τσιτάτα και
ευχές, είναι γεμάτος ο νέος «Σούπερμαν, η επιστροφή» («Superman returns)». Και
αυτές είναι, σίγουρα, δάκτυλος στο σενάριο του σκηνοθέτη Μπράιαν Σίνγκερ που
ρίχνει σταγόνες «δηλητηρίου» της πρώτης του ταινίας «Συνήθεις ύποπτοι» στο
Σύμπαν του ευσεβούς και θεοφοβούμενου χριστιανού της Δύσης...


Έχοντας ο ίδιος και προ πολλού πουλήσει την ψυχή του στον Διάβολο -
βλέπε: Χόλιγουντ - που τον έχει στα όπα όπα («Χ-men» και «Χ2»), προσπαθεί «εκ
των έσω» να υποσκάψει το οικοδόμημα (δεν είναι τυχαία, προφανώς, και η
παρουσία του Κέβιν Σπέισι στον ρόλο του «κακού» όπως και στους «Συνήθεις
υπόπτους»). Αλλά ως γνωστό και σύμφωνα με το τσιτάτο του Μαρξ: «Ο καπιταλιστής
θα πουλήσει και το σχοινί που θα τον κρεμάσουν»... Αρκετά όμως με το...
πνεύμα, ας πιάσουμε την ουσία.


Οι επικεφαλής της σημερινής «συνέχειας» ήθελαν από την αρχή να κάνουν ένα φιλμ
στα χνάρια του πρώτου - και καλύτερου - «Σούπερμαν» που είχε γυρίσει - 1978 -
ο Ρίτσαρντ Ντόνερ και του δεύτερου - 1980 - που τον πιο πολύ τον γύρισε ο
ίδιος, αλλά οι παραγωγοί τον έδιωξαν κακήν κακώς και σκηνοθετικά το υπογράφει
ο Ρίτσαρντ Λέστερ. Αυτά έχουν μείνει στην ιστορία, αφού το «Σούπερμαν 3» του
Ρίτσαρντ Λέστερ το '80 και το «Σούπερμαν 4» του Σίντνεϊ Φιούρι το '87 ήταν
απλώς συνηθισμένα.





«Σούπερμαν, η επιστροφή» του ανθρώπου - ατσάλι ή του... Χριστού; Με όλα τα
σπέσιαλ εφέ να τα έχουμε ξαναδεί...


Από το 1938 οπότε εμφανίστηκε σε κόμικς, ο Σούπερμαν έγινε ο πιο
δημοφιλής ήρωας κόμικς σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη (στη μεγάλη
οθόνη πρωτοεμφανίστηκε το 1941). Και αυτό εξηγείται εύκολα καθώς αποτελεί το
«απόλυτο καλό» και την «απόλυτη δύναμη» που προστατεύει τον αδύναμο - σωματικά
και πνευματικά - άνθρωπο. Που ως γνωστόν έχει το μεν πνεύμα πρόθυμο τη δε
σάρκα αδύναμη και χρειάζεται προστασία και δικαιολογία για το «κακό» που είναι
και αυτό έμφυτο και αντιπαλεύει το εξίσου έμφυτο «καλό» της ύπαρξής του. Και
ως άλλος και ζωντανός Χριστός, προστατεύει καθημερινά τον άνθρωπο και τον
πλανήτη Γη!


Αυτών δεδομένων, ως «ιδεολογικό υπόβαθρο» της ταινίας, ξεκινάει και προχωράει
μέχρι τη μέση το φιλμ του Μπράιαν Σίνγκερ (ο ίδιος δούλεψε και στο σενάριο
μαζί με τους Μάικλ Ντόχερτι, Νταν Χάρις, κρατώντας τους χαρακτήρες που είχαν
πρωτοδημιουργήσει οι Τζέρι Σίγκελ, Τζο Σόστερ). Παρακολουθώντας όμως την
ταινία, αναρωτιέσαι: «Τώρα τον "Σούπερμαν" του '78 βλέπω ή τον νέο του 2006;».
Επίσης, στον παλιό «Σούπερμαν», ο Μάρλον Μπράντο ήταν ο πατέρας του από τον
πλανήτη Κρίπτον που καταστράφηκε, στον τωρινό η μάνα του στη Γη είναι η
Εύα-Μαρί Σεντ, συμπρωταγωνίστρια του Μπράντο στο «Λιμάνι της αγωνίας» - 1954,
σε σκηνοθεσία Ηλία Καζάν - που μια φωτογραφία της από εκείνη την ταινία
φαίνεται σε μια γωνιά του τωρινού σπιτιού της! Και πάνω απ' όλα, ο νέος
ηθοποιός που ερμηνεύει τον Σούπερμαν - Μπράντον Ρουθ - είναι σωστό...
αντίγραφο του μακαρίτη του Κρίστοφερ Ριβ!


Και ενώ η ταινία αρχίζει να σε κουράζει - από τα 155' θα μπορούσε να
έλειπαν τα 30' - ο σκηνοθέτης θυμάται τον διαβολικό εαυτό του. Και να οι
ανατροπές, και να το κακό και ο θάνατος να ζώνει τον άτρωτο ήρωα, και να οι
χριστιανικοί και μεταφυσικοί συμβολισμοί, και να τα σπέσιαλ εφέ να φουσκώνουν
και να κοντεύουν να καταπιούν την ίδια τη... Γη! Ωστόσο το συνολικό αποτέλεσμα
της «επιστροφής» του Σούπερμαν δεν έχει το γκελ, τον δυναμισμό και την
πρωτοτυπία των προηγούμενων - ούτε καν κάτι συνταρακτικό και νέο στα σπέσιαλ
εφέ. Επομένως, είναι ένας «Σούπερμαν» για νεαρούς σινεφίλ που αγνοούν τους
προηγούμενους...



Παγκοσμιοποιημένος Σαίξπηρ







Ως «σαιξπηρολόγος» πάει να καταγραφεί στο κινηματογραφικό στερέωμα ο Κένεθ
Μπράνα - ηθοποιός, σκηνοθέτης θεάτρου και κινηματογράφου, σεναριογράφος. Η
ταινία του «Όπως σας αρέσει» («As you like it») είναι η πέμπτη που στηρίζεται
σε έργο του Σαίξπηρ («Άμλετ», «Αγώνας αγάπης άγονος», «Πολύ κακό για το
τίποτα», «Ερρίκος ο Ε'» τα άλλα τέσσερα φιλμ). Λέμε «στηρίζεται», γιατί
πρόκειται για ελεύθερη διασκευή και όχι για πιστή κινηματογράφηση του
πρωτότυπου έργου. Κάτι που θα ήταν, άλλωστε, ανούσιο και συνηθισμένο.





Ο έρωτας είναι η μοναδική παγκοσμιοποίηση και έχει καταγραφεί πριν από 500
χρόνια από τον Σαίξπηρ στο «Όπως σας αρέσει»


Το συγκεκριμένο έργο του Σαίξπηρ είναι ένας ύμνος στην αιωνιότητα του έρωτα
και τα πολλά πρόσωπα με τα οποία μπορεί να εμφανιστεί και θεωρείται η πιο
ανάλαφρη κωμωδία του. Ο Κένεθ Μπράνα είχε την ιδέα να μεταφέρει τη σαιξπηρική
κωμωδία στην Ιαπωνία του 19ου αιώνα. Η σκηνοθετική «άποψη» ωστόσο απλώνεται
παραπέρα καθώς οι ήρωες εκπροσωπούν όλες τις φυλές της Γης, έτσι που ο έρωτας
και η αλήθεια του να παγκοσμιοποιείται. Έχει κέφι και μπρίο η κομεντί που
στήνει ο Μπράνα, αν και προς το τέλος επαναλαμβάνεται και δεν απογειώνεται. Μα
ο λόγος και οι «διαπιστώσεις» του Σαίξπηρ δεν χρειάζονται σκηνοθεσία. Είναι
πάνω από όλα και μένεις συνεχώς με το στόμα ανοιχτό διαπιστώνοντας ότι τα
πάντα έχουν ειπωθεί από τους μεγάλους ποιητές.



Αχταρμάς Σίλβιο







Μπορεί να απέτυχε, αλλά έβαλε ψηλά τον πήχυ και τον στόχο του ο Νάνι Μορέτι:
να πει «παρών» στη μεταλλαγμένη εποχή μας και στην αφασία που παραλύει από την
πολλή καλοπέραση τις συνειδήσεις του δυτικού και «πολιτισμένου» κόσμου. Θέλησε
να «ξεσκίσει» τον μύθο Σίλβιο Μπερλουσκόνι και να δείξει τις αιτίες που έκαναν
τους συμπατριώτες του να τον ανέβασαν στον ρωμαϊκό θρόνο. Και δεν φοβήθηκε να
κάνει μια λαϊκή, πολιτική μαύρη κωμωδία με τον εύστοχο τίτλο «Ο αλιγάτορας»
(«Il caimano»), ένα από τα παρατσούκλια του Μπερλουσκόνι, αλλά... Ο κύριος
λόγος της αποτυχίας είναι ότι η ταινία του παραπαίει μεταξύ φάρσας,
προσωπικού, ιδεολογικού αδιεξόδου των σημερινών 50ρηδων, οικογενειακού
δράματος και τελειώνει με σινεφίλ αναφορές στον ιταλικό πολιτικό κινηματογράφο
του '70. Ένας αχταρμάς που τελικά δεν «δένει».



Οκτώ σκηνοθέτες κυνηγούν τον χρόνο







Υπάρχει χρόνος ή είναι δημιούργημα των ανθρώπων; Λέμε ότι τον χρόνο κανείς δεν
μπορεί να τον πιάσει, να τον σταματήσει, να τον ελέγξει. Εμείς ερχόμαστε και
παρερχόμαστε, αλλά ο χρόνος μένει αφού είναι μη περατός. 'Η είναι αόρατος;
Πάνω σε αυτά, οκτώ διάσημοι σκηνοθέτες κάνουν ισάριθμα δεκάλεπτα φιλμάκια και
«παίζουν» μαζί του φτιάχνοντας το φιλμ «Δέκα λεπτά αργότερα - Το τσέλο» («Ten
minutes older - The cello»). Και ας μη διανύουν οι ίδιοι την πιο δημιουργική
περίοδο της κινηματογραφικής τους καριέρας.





Οκτώ διάσημοι σκηνοθέτες κυνηγούν τον μη πεπερασμένο χρόνο και το άγχος της
δικής μας περατότητας στο φιλμ «Δέκα λεπτά αργότερα - Το τσέλο» (εδώ, σκηνή
από το δεκάλεπτο του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι)


Στηριζόμενος στο ιντερλούδιο του τσέλου - πριν από λίγες εβδομάδες είδαμε το
άλλο μισό «Δέκα λεπτά αργότερα - Η τρομπέτα» - κάθε σκηνοθέτης δίνει τη δική
του παράμετρο στο ζήτημα του χρόνου. Αρχίζοντας με την ιστορία του Μπερνάρντο
Μπερτολούτσι πάνω σε μια ινδιάνικη παραβολή για την αιωνιότητα που μπορεί να
είναι μία... ημέρα. Το φιλμ του Μάικ Φίγκις πραγματεύεται την ασυνέχεια της
μνήμης και χρησιμοποιώντας οθόνη χωρισμένη σε τεταρτημόρια διερευνά το
παρελθόν και το μέλλον μέσα από το παρόν. Το πέρασμα του χρόνου για ένα
διάσημο ηθοποιό μέσα από σκηνές παλαιών ταινιών του απασχολεί τον Γίρι
Μέντσελ. Με το πέρασμα από την ευτυχία στην καταστροφή ασχολείται ο Ίστβαν
Ζάμπο, όπου μια γυναίκα σβήνει τα κεριά μιας γενέθλιας τούρτας και αμέσως μετά
τη συλλαμβάνουν για απόπειρα δολοφονίας του συζύγου της. Η Κλερ Ντενίς βάζει
ένα φιλόσοφο και μια μαθήτριά του να συζητούν περί χρόνου σε ένα ταξίδι με
τρένο. Ο χρόνος, αντίθετα, για τον Φόλκερ Σλέντορφ είναι «οικείος» και πάντα
«παρών» αλλά και απόλυτα προσωπική υπόθεση του καθενός! Το πιο αφηγηματικό
φιλμ αυτής της σπονδυλωτής ταινίας που την ενώνει ιδεολογικά η αναζήτηση του
χρόνου, είναι του Μάικλ Ράντφορντ όπου ένας αστροναύτης επιστρέφει ύστερα από
πολύ καιρό στη Γη και ανακαλύπτει ότι ο γιος του μεγάλωσε περισσότερο από όσο
ο ίδιος! Τέλος, στο φιλμάκι του «πάπα» της νουβέλ βαγκ, του Ζαν Λικ Γκοντάρ,
επιχειρείται μια προκλητική και πολύπλοκη δεκάλεπτη μελέτη του χρόνου για τη
νεότητα, τον θάνατο και την αγάπη. Μπορεί κάποια από αυτά τα φιλμάκια να είναι
εγκεφαλικά ή στεγνά, αλλά σημασία έχει ότι συνεχίζουν και να γίνονται
«κινηματογραφικά πειράματα» και να βρίσκουν διέξοδο για επαφή με τους σινεφίλ
σε κινηματογραφική αίθουσα.



«Ανακύκλωση» επιθυμιών







Και ξαφνικά, να ένας ψηφιακός «Στάλκερ»! Την τελευταία δεκαετία οι Ασιάτες
σκηνοθέτες βάζουν τα γυαλιά στους συναδέλφους τους σε όλο το κόσμο. Και εδώ
είναι δίδυμοι αδελφοί από το Χονγκ Κονγκ. Οι 40χρονοι Όξιντ και Ντάνι Πανγκ
της ταινίας το «Μάτι», που τώρα με το νέο φιλμ τους «Ανακύκλωση» (Re-cycle)
απογειώνονται κάνοντας τον τρόμο ποίηση. Και αποδεικνύουν ότι άμα έχεις
έμπνευση, παιδεία και στοχασμό, οι ευκολίες που σου προσφέρουν η τεχνολογία
και όλα τα ψηφιακά κόλπα μπορεί να γίνουν μεγάλη ποίηση και δημιουργία υψηλής
εικαστικής ανάτασης.


Εν ολίγοις ένα «γυναικείο» φιλμ τρόμου για το ασυνείδητο που ξεκινάει με τα
κλισέ ανάλογων ταινιών, αλλά μετά δέκα λεπτά απογειώνεται κυριολεκτικά. Μια
νεαρή και επιτυχημένη συγγραφέας γράφει το νέο της βιβλίο και ανεξήγητες,
υπερφυσικές δυνάμεις ανακατεύονται στο μυαλό της. Γι' αυτό αποφασίζει να
πατήσει delete στον υπολογιστή της ώστε να καθαρίσει το μυαλό της.





«Ανακύκλωση» από το Χονγκ Κονγκ με τη γέννηση ενός νέου ψηφιακού «Στάλκερ»!


Τίποτα όμως δεν εξαφανίζεται - τίποτα δεν πάει χαμένο στη ζωή μας - και αυτά
που αποθηκεύτηκαν στον κάδο ανακύκλωσης επιστρέφουν απειλητικά. Και αρχίζει να
βγάζει στη επιφάνεια τον συνειδητό και μη συνειδητό κόσμο της ηρωίδας.
Αντικείμενα και γεγονότα της ζωής της που είχαν εξαφανιστεί, επιθυμίες και
σχέδια που τα έθαψε μέσα της γιατί την πονούσαν, λησμονημένες πληροφορίες του
εγκεφάλου της, τραυματικοί έρωτες, όνειρα που δεν πραγματοποίησε. Όλα αυτά την
παίρνουν μαζί τους σε έναν «άλλο» κόσμο. Προσφέροντας στον θεατή ένα
οδοιπορικό και μια περιπλάνηση σε όλα τα προηγούμενα γεγονότα και φαντάσματα
της ζωής μας!



Πάγωσε η τσιμινιέρα







Ο Μπόταν Σλάμα είναι ο 39χρονος Τσέχος σκηνοθέτης της ταινίας «Κάτι σαν
ευτυχία» («Something like happiness») που διαθέτει ερμηνείες επιπέδου
Μπέργκμαν, «ματιά» και ευαισθησία στραμμένες στην παγωμένη εποχή μας, αλλά και
πλήθος σεναριακών αφελειών - όπως οι ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου της
δεκαετίας του '80. Τρεις φίλοι μεγαλώνουν στα βιομηχανικά προάστια της Βοημίας
- εκεί να δεις μιζέρια στην καρδιά της χορτάτης και «πολιτισμένης» Δύσης! Τόσο
η περιοχή τους όσο και η προσωπική τους ζωή και τα συναισθήματά τους μοιάζουν
σαν εγκαταλειμμένο εργοστάσιο «προς πώληση». Μάταια προσπαθούν να
συναρμολογήσουν τα απομεινάρια του παρελθόντος και ονειρεύονται μια λάθος
«έξοδο» στο μέλλον με το φευγιό τους στην Αμερική. Το σενάριο είναι προϊόν
ενός ανήσυχου αλλά ανώριμου σκηνοθέτη, που δεν έχει βιώσει όσα περιγράφει με
αποτέλεσμα να γίνονται τα πάντα κλισέ, γραφικά και φολκλόρ. Όχι πως δεν
υπάρχουν. Αντίθετα μάλιστα, η ζωή δεν «παίζεται» από κανένα σενάριο - πρόσφατο
παράδειγμα, η περίπτωση της 18χρονης Αυστριακής Νατάσα!



Αβάνα, αγάπη μου







Όταν σε κυνηγάνε οι σκέψεις, η δουλειά σου, η πόλη σου, η χώρα σου, νιώθεις
φυλακισμένος. Ελευθερία όμως δεν θα βρεις πουθενά, ακόμα και στον Παράδεισο να
πας. Και τους τρεις ήρωες - δύο φίλοι και η γυναίκα του ενός με τα δύο παιδιά
τους - της ταινίας «Αβάνα μπλουζ» («Habana blues») αυτό το συναίσθημα τους πνίγει.





«Αβάνα μπλουζ», μα όπου κι αν πας θα κουβαλάς μέσα σου το ανικανοποίητο...


Ονειρεύονται από το πρωί έως το βράδυ πώς να «την κάνουν», να το σκάσουν από
την Κούβα γιατί νομίζουν ότι η ζωή είναι αλλού. Οι δύο άντρες είναι μουσικοί
που θέλουν να κάνουν διεθνή καριέρα. Η γυναίκα τρώει όλο το λούκι της μιζέριας
- δύσκολη ανατροφή παιδιών, έλλειψη χρημάτων και δουλειάς, ανυπαρξία
προσωπικών ονείρων... - και σχεδιάζει και αυτή να το σκάσει λαθραία στην
Αμερική, τη χώρα της ελευθερίας. Χωρίς να υποψιάζεται ότι ουσιαστικά τη λένε
«Αμερική» γιατί είναι... για μερικούς, αλλιώς δεν θα είχε 34 εκατομμύρια
πληθυσμό να ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας. Λαϊκή κομεντί με πολλή
λατινοαμερικάνικη μουσική και το γνωστό κουβανικό ταμπεραμέντο, είναι η
δεύτερη ταινία του 40χρονου Μπενίνο Ζαμπράνο. Και είναι τίμια, αλλά μέχρι εδώ.
Τίποτα παραπάνω.

Ακολουθήστε τα ΝΕΑ στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στα ΝΕΑ