Συμβαίνει σπάνια, όμως στην ιστορία τα παραδείγματα είναι πολλά: άνθρωποι

που δεν εγκλημάτησαν με τα χέρια, αλλά με το… μυαλό και μεταφέρθηκαν στη

σκηνή του εγκλήματος νοητά. Ανάλογη φαίνεται να είναι και η περίπτωση του Τζον

Μαρκ Καρ – ένας γρίφος που καλούνται πλέον να λύσουν οι ψυχαναλυτές.

Τζον Μαρκ Καρ. Οι ισχυρισμοί του 41 ετών δασκάλου ότι ήταν παρών στον θάνατο

της μικρής, δεν επιβεβαιώθηκαν

Ήμουν παρών, είχε πει. Όταν πέθανε η 6χρονη Τζον Μπένετ Ράμσεϊ, την επομένη

των Χριστουγέννων του 1996, ήμουν εκεί. Ήταν όμως ατύχημα. «Η στιγμή εκείνη

ήταν ρομαντική… όμως είχε κακό τέλος και ήταν δικό μου λάθος». Οι ισχυρισμοί

του 41 ετών δασκάλου δεν επιβεβαιώθηκαν. Το αντίθετο μάλιστα. Οι εξετάσεις DNA

στις οποίες υποβλήθηκε, τον αθώωσαν στα μάτια της Δικαιοσύνης κι έτσι δεν θα

αντιμετωπίσει κατηγορίες για την πολύκροτη υπόθεση. Αν και συνεχίζει να

κρατείται για πορνογραφία, οι εισαγγελείς επισημαίνουν σε δικαστικά έγγραφα

ότι πρόκειται απλώς για έναν άνθρωπο με εμμονές, ο οποίος ομολόγησε ένα

έγκλημα, το οποίο τελικά δεν διέπραξε.

Η αιτία

Πολλά εγκλήματα που έχουν πάρει μεγάλη δημοσιότητα προσελκύουν το ενδιαφέρον

ανθρώπων που εμφανίζονται από το πουθενά, λένε οι ειδικοί. Ένα τέτοιο,

ανεξιχνίαστο έγκλημα ήταν κι αυτό. Η υπόθεση Ράμσεϊ, στα 10 χρόνια που

εκκρεμεί, έχει αποσπάσει μεγάλη δημοσιότητα και έχει γίνει σημείο αναφοράς στα

αστυνομικά και δικαστικά χρονικά των ΗΠΑ, με πολλά ντοκιμαντέρ να έχουν

γυριστεί για την πορεία των ερευνών από το 1996, οπότε διαπράχθηκε η

δολοφονία, μέχρι σήμερα. Οι λόγοι για να θέλει κάποιος να εμπλακεί σε αυτήν

την ιστορία μπορεί να είναι περισσότεροι από ένας.

Η ιστορία λέει ότι περισσότεροι από 200 άνθρωποι ομολόγησαν το 1932 πως

απήγαγαν και δολοφόνησαν τον νεογέννητο γιο τού Τσαρλς Λίντμπεργκ – του

Αμερικανού αεροπόρου, ο οποίος διέσχισε πρώτος και μόνος του, χωρίς ενδιάμεσο

σταθμό, τον Ατλαντικό. Ακολούθως το 1947, τη δολοφονία της Μαύρης Ντάλιας –

όπως είχε χαρακτηριστεί από τους δημοσιογράφους που κάλυπταν τη δολοφονία τής

Ελίζαμπεθ Σορτ – ομολόγησαν δεκάδες άτομα. Η Σορτ ήθελε να κάνει καριέρα στο

Χόλιγουντ και το πτώμα της είχε βρεθεί κομμένο στα δύο.


Εντυπωσιασμός

Τζον Μπένετ Ράμσεϊ. Η 6χρονη Βασίλισσα της Ομορφιάς των ΗΠΑ δολοφονήθηκε την

επομένη των Χριστουγέννων του 1996

«Συχνά αποδεικνύεται πως εκείνοι που ομολογούν πάσχουν από μια παθολογική

ανάγκη για προσοχή», επισημαίνει ο Σαούλ Κεϊσίν, καθηγητής Ψυχολογίας στο

Williams College τής Μασαχουσέτης. Παρόμοια είναι και η περίπτωση του Χένρι Λι

Λούκας, ο οποίος πέθανε το 2001 στη φυλακή, ενώ είχε καταδικαστεί για 11

ανθρωποκτονίες. Είχε ομολογήσει όμως εκατοντάδες άλλες. «Ο Λούκας θα έλεγε και

θα έκανε πράγματα για την προσοχή, και για να προκαλέσει αντιδράσεις… Ήθελε

να ευχαριστεί και να εντυπωσιάζει», σχολιάζει ο καθηγητής Γκίσλι ΓκαντΤζόνσον,

από το Ινστιτούτο Ψυχιατρικής στο King’s College του Λονδίνου.

Γοητεύονται από την… ανάκριση

ΚΑΠΟΙΑ ΑΤΟΜΑ, λένε οι ειδικοί, γοητεύονται από τις ανακριτικές μεθόδους

της Αστυνομίας, άλλα ομολογούν για να ελαφρύνουν τη θέση συγγενών ή φίλων που

έχουν καταδικαστεί για άλλες υποθέσεις, ενώ υπάρχουν και οι περιπτώσεις

εκείνων, οι οποίοι δεν αντέχουν τη συνεχή ανάκριση και είναι αποφασισμένοι να

συμφωνήσουν σε οτιδήποτε, προκειμένου να τελειώσει η δοκιμασία τους.

Προσωπικότητες διαταραγμένες στις περισσότερες περιπτώσεις ή με διανοητικά και

ψυχολογικά προβλήματα, είναι επίσης δυνατό να πείσουν ακόμη και τον ίδιο τους

τον εαυτό ότι έχουν πράγματι διαπράξει ένα έγκλημα το οποίο, μέχρι εκείνη τη

στιγμή, θα το θεωρούσαν αδιανόητο. Οι ψυχαναλυτές εκτιμούν πως ορισμένες από

τις ψευδείς ομολογίες μπορεί να υποκινούνται από το υποσυνείδητο και από μια

ψυχολογική ανάγκη να τιμωρηθούν για κάτι που θα ήθελαν να κάνουν, αλλά δεν το

έχουν καταφέρει. Θα μπορούσε η περίπτωση του Καρ να ερμηνευτεί κατ’ αυτόν τον

τρόπο;

Εφόσον από τις εξελίξεις αποδειχθεί ότι ο Καρ ομολόγησε ψευδώς – επισημαίνει ο

Κεϊσίν – θα έχει ενδιαφέρον να διευκρινιστεί αν το έπραξε για να αποσπάσει την

προσοχή ή αν πράγματι πιστεύει πως ο ίδιος σκότωσε την 6χρονη Τζον Μπένετ.

Η χαμένη πίπα του Χίμλερ

Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο διοικητής των ναζί Χάινριχ Χίμλερ

επισκέφτηκε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Χάνει όμως την πίπα του και μέσα σε

λίγη ώρα, έξι άτομα ομολογούν ότι την έκλεψαν. Λίγο αργότερα, το χαμένο

αντικείμενο βρέθηκε στο αυτοκίνητό του.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.