Υπάρχουν αυτοί που πιστεύουν ότι η Ελλάδα κακώς πήρε τους Αγώνες του 2004,

γιατί έχασε χρήμα και κόπο. Υπάρχουν όμως και αυτοί που θεωρούν ότι μέσα από

τους Αγώνες η Ελλάδα είχε τη μοναδική ευκαιρία «να αγοράσει την πιο ακριβή

διαφήμιση στον κόσμο».

Με ακρίβεια και χωρίς ίχνος συναισθηματισμού, ο Μάικλ Πέιν παρουσιάζει το

μέγεθος της επιτυχίας που πέτυχε η Ελλάδα με τη διοργάνωση των Ολυμπιακών

Αγώνων του 2004

Επί 17 ημέρες, 4 δισεκατομμύρια άνθρωποι έβλεπαν Ελλάδα στις τηλεοράσεις τους

και επί 4 τουλάχιστον χρόνια χρόνια οτιδήποτε συνέβαινε στην Ελλάδα

απασχολούσε τα διεθνή μίντια (όχι πάντα για το καλύτερο).

Οι πρώτοι, λοιπόν, καλύτερα ας μην αγοράσουν το βιβλίο του Μάικλ Πέιν…

Ο Μάικλ Πέιν διετέλεσε Γενικός Διευθυντής Μάρκετινγκ της Διεθνούς Ολυμπιακής

Επιτροπής: ένας «γκρίζος» τεχνοκράτης, ο οποίος ασχολήθηκε με τη «μοιρασιά»

των εμπορικών δικαιωμάτων σημάτων και συμβόλων των Ολυμπιακών Αγώνων. Αυτός ο

ολυμπιακός τεχνοκράτης στο βιβλίο του γράφει για μια τραγωδία που εξελίχθηκε

σε… θρίαμβο. Για το μάθημα που έδωσε η Ελλάδα σε ολόκληρο τον κόσμο,

κάνοντας τη μεγάλη ανατροπή. Αρκεί να διαβάσει κανείς το κεφάλαιο «10» στο

βιβλίο του «Ολυμπιακό χρυσάφι». Με χειρουργική ακρίβεια και χωρίς ίχνος

συναισθηματισμού, ο Πέιν παρουσιάζει εκκωφαντικά το μέγεθος της επιτυχίας για

τη χώρα, με τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.

«H Αθήνα κατάφερε να διαλύσει την εικόνα της στάσιμης και βρώμικης

τριτοκοσμικής πόλης», γράφει ο Πέιν. «Επαναπροσδιόρισε την εντύπωση που

υπήρχε, ότι η Ελλάδα ήταν ο φτωχός συγγενής της Ευρώπης,

τοποθετώντας τη στο επίπεδο των χωρών που μπορούν να καταφέρουν τα

πάντα. Μόνο η Βαρκελώνη είχε καταφέρει να πραγματοποιήσει τόσα πολλά σε

τόσους τομείς και τόσο γρήγορα».

Ο αναγνώστης δεν πρέπει να ξεχνά ότι ο Πέιν εκπροσωπεί τη ΔΟΕ – και

παραδέχεται ότι υπήρξαν στιγμές που οι «Αθάνατοι» σκέφτηκαν να αποσπάσουν τους

Αγώνες από την Αθήνα. Από την άλλη πλευρά, αποκαλύπτει πόσο χρήσιμη ήταν η

Ελλάδα στη Λωζάννη, που επιθυμούσε διακαώς να αναβαπτισθεί μετά τα σκάνδαλα

για δωροδοκίες μελών τής ΔΟΕ από επιτροπές διεκδίκησης των Αγώνων.

Εύσημα και κριτική

H ματιά του Πέιν έχει πάντως σήμερα όλα τα εχέγγυα της αντικειμενικότητας – ο

άνθρωπος που ταυτίσθηκε με τα εμπορικά συμφέροντα της ΔΟΕ, σήμερα δεν έχει

ούτε να κερδίσει ούτε να χάσει, αφού έχει αποχωρήσει από τη ΔΟΕ: αποδίδει στον

Κώστα Σημίτη εύσημα, διότι οδήγησε σωστά το σκάφος της κρατικής μηχανής από τη

στιγμή που ανέλαβε ο ίδιος τα ηνία, αλλά και ευθύνη για το ότι κράτησε για

τρία χρόνια «εκτός» την κ. Αγγελοπούλου. Την ίδια στιγμή όμως «καρφώνει» τον

τότε Πρωθυπουργό, γράφοντας ότι «η ελληνική κυβέρνηση, φοβούμενη μια

δεύτερη ταπείνωση, δέχθηκε άνευ όρων τις απαιτήσεις τής Γιάννας

Αγγελοπούλου». Παράλληλα, επιρρίπτει ευθύνες στους υπουργούς για τη χαμένη

πρώτη τριετία. Προβάλλει τον καθοριστικό ρόλο της Γιάννας

Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη, τόσο για την περίοδο της διεκδίκησης όσο και για το

ότι διοργάνωσε άριστους Αγώνες μέσα σε… 4 αντί για 7 χρόνια. Σημειώνει

μάλιστα ως προσωπική επιτυχία του Γιώργου Παπανδρέου την πρωτοβουλία της

Ολυμπιακής Εκεχειρίας.

Αμηχανία

Την ίδια στιγμή μάλιστα ξεγυμνώνει την αμηχανία της σημερινής κυβέρνησης όταν,

μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης τον Μάρτιο του 2004 εξέφραζε αμφιβολίες για

τη σκοπιμότητα της ανάληψης των Αγώνων: «Λιγότερο από δέκα εβδομάδες πριν

από την τελετή έναρξης, ο Γιώργος Σουφλιάς, υπουργός Δημοσίων Έργων, προέτρεψε

την κοινοβουλευτική επιτροπή να αναρωτηθεί “εάν η χώρα έπρεπε να αναλάβει την

οργάνωση των Αγώνων», υπενθυμίζει.

Διαβάζοντας το ελληνικό κεφάλαιο στο οποίο ο Πέιν έδωσε τον τίτλο «Επιστροφή

στα Πάτρια Εδάφη», ο αναγνώστης είναι αναπόφευκτο να σκεφτεί: πού βρίσκεται

σήμερα όλο αυτό το θετικό κλίμα για τη χώρα; Εξανεμίστηκε; Μήπως η

κεφαλαιοποίηση της επιτυχίας δεν επετεύχθη ποτέ;

Ακριβή… ασφάλεια

Ο Μάικλ Πέιν υπενθυμίζει ότι η η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα που ανέλαβε τους

Αγώνες μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη. Ότι

πιέστηκε για να καταβάλει πολλά χρήματα στον τομέα της ασφάλειας. Ότι η

ελληνική κρατική μηχανή έκανε τελικά τις αναγκαίες υποδομές σε τέσσερα χρόνια

– αντί για επτά -, λόγω της χαμένης τριετίας. Ότι η Ελλάδα αντιμετώπισε τον

χλευασμό και τη δυσπιστία του διεθνούς Τύπου. Και δίνει μια εντελώς

διαφορετική διάσταση στο θέμα της εμπορευματοποίησης των Αγώνων. «Παρόλο

που η Ελλάδα είχε ασκήσει έντονη κριτική προς τη ΔΟΕ για την εμπορευματοποίηση

των Αγώνων, η Αθήνα προσέφερε το πιο φιλελεύθερο εμπορικό περιβάλλον

από οποιαδήποτε άλλη ολυμπιακή πόλη», αποκαλύπτει ο πρώην γενικός

διευθυντής Μάρκετινγκ της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής.

TI ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ:

ΓΙΑΝΝΑ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ: «H κυβέρνηση είχε πλέον μια μόνο επιλογή: να

επαναφέρει τη Γιάννα και την αρχική της ομάδα και να τους δώσει πίσω την

“λευκή τους επιταγή”. Επιτέλους θα μπορούσαμε να αρχίσουμε την εκτέλεση της

Ολυμπιακής εμπορικής στρατηγικής».


ΚΩΣΤΑ ΣΗΜΙΤΗ: «Ο κ. Σημίτης είχε δώσει σαφείς υποσχέσεις ότι η ομάδα που

είχε φέρει εις πέρας την διεκδίκηση θα ήταν αυτή που θα ηγούνταν της

Ολυμπιακής προσπάθειας για τα επόμενα επτά χρόνια».


ΓΙΩΡΓΟ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: «Ο Γιώργος Παπανδρέου, ο υπουργός Εξωτερικών, με την

ευφράδεια του λόγου του υπερασπίστηκε το αίτημα δημιουργίας Διεθνούς Κέντρου

Εκεχειρίας και τελικά κατάφερε να πείσει την ΔΟΕ να υπογράψει».


ΣΤΡΑΤΗ ΣΤΑΤΗΓΗ – ΚΩΣΤΑ ΜΠΑΚΟΥΡΗ: «H Οργανωτική Επιτροπή ενισχύθηκε με μια

αξιόπιστη διοικητική ομάδα με επικεφαλής τον Στράτη Στρατήγη και ένα

πεπειραμένο διεθνές στέλεχος, τον Κώστα Μπακούρη».


ΦΑΝΗ ΠΑΛΛΗ-ΠΕΤΡΑΛΙΑ: «H αναπληρώτρια υπουργός Πολιτισμού αναφέρθηκε στην

ολυμπιακή εκεχειρία λέγοντας ότι ήταν η πρώτη προσπάθεια του ανθρώπου να

εδραιώσει την ειρήνη ανάμεσα στα έθνη».



«Θετικός ο οικονομικός απολογισμός»

Ο – KATA ΠΕΪΝ – οικονομικός απολογισμός των Αγώνων είναι θετικός.

Παρότι οι δαπάνες για υποδομές ξεπέρασαν κατά 37% τον προϋπολογισμό – ενώ η

Αθήνα εξαναγκάστηκε να πληρώσει πανάκριβα την Ασφάλεια από «μια νευρική

διεθνή κοινότητα και το επιθετικό αμερικανικό λόμπι» – τα έξοδα… εν

τέλει συνέβαλαν στην ετήσια αύξηση του ΑΕΠ κατά 4%. «H αποπληρωμή είναι

ξεκάθαρη. H Ελλάδα επαναπροσδιορίστηκε και ένα μέρος της θρυμματισμένης

υποδομής της ανοικοδομήθηκε. Ποιο άλλο γεγονός θα μπορούσε να πετύχει κάτι

τέτοιο;».

Ο ξένος Τύπος

«ΠΟΛΥ ΠΡΙΝ από την τελετή έναρξης ο κυνικός Τύπος και ο άπιστος κόσμος

είχε προαποφασίσει ότι η Ελλάδα όχι μόνο δεν θα ήταν έτοιμη να οργανώσει τους

Ολυμπιακούς Αγώνες αλλά ούτε καν μια παιδική γιορτή. H χώρα ήταν πολύ μικρή

και πολύ πίσω. Σε περισσότερες απο μία περιπτώσεις δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι

οι Αγώνες δεν έπρεπε να γίνουν στην Ελλάδα».

H «κίτρινη κάρτα»

«ΟΛΟΙ OI ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΟΙ ήθελαν να αναπαυθούν στις δάφνες τους και

ιδιαίτερα τα στελέχη χρονοτριβούσαν με τη λήψη αποφάσεων. Έκαναν μακροχρόνιες

συζητήσεις για το τι έπρεπε να γίνει, αλλά τελικά αυτά που γίνονταν ήταν πολύ

λίγα. H Οργανωτική Επιτροπή της Αθήνας επανδρώθηκε με μια ικανή διοικητική

ομάδα, αλλά παρέλυσε από μια ελληνική κυβέρνηση που αρνείτο να πάρει

οποιαδήποτε απόφαση και δεν μπορούσε να κατανοήσει το μέγεθος του στόχου που

είχε μπροστά της. Χάθηκε πολύτιμος χρόνος, διότι κανείς υπουργός δεν

επικεντρωνόταν στα πραγματικά ζητήματα».

H διεκδίκηση

«H ΕΛΛΗΝΙΚΗ αντιπροσωπεία υπό τη Γιάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη έπεισε

τη ΔΟΕ και τα κυνικά MME ότι αυτήν τη φορά η Ελλάδα ήταν έτοιμη να οργανώσει

τους αγώνες. Τα μέλη της υποστήριξαν ότι είχαν μάθει πολλά από τις αποτυχίες

της προηγούμενης προσφοράς και ότι, κατά την περίοδο που μεσολάβησε, η Ελλάδα

είχε ολοκληρώσει ένα μεγάλο μέρος της υποσχόμενης και απολύτως απαραίτητης

υποδομής. Κυρίως, όμως, δεν υποστήριζαν με αλαζονικό τρόπο ότι οι Αγώνες ήταν

δικοί τους».

ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΥΠΟΣ

«Συγγνώμη» στην πρώτη σελίδα

«ΑΝΑΛΟΓΑ με το κλίμα της τελετής έναρξης κάθε Ολυμπιάδας, μπορούμε να

προσδιορίσουμε τη διάθεση του κόσμου για τις επόμενες 17 ημέρες. H Αθήνα δεν

αποτέλεσε εξαίρεση», σημειώνει ο Πέιν « H εφημερίδα “The Times”, που ήταν ίσως

η πιο επικριτική από όλα τα αγγλοσαξονικά MME, ήταν η πρώτη που ζήτησε

“συγγνώμη”. Την επομένη μέρα της τελετής έναρξης, ο τίτλος του πρωτοσέλιδου

ήταν: «Απο την τραγωδία στον Θρίαμβο» και, 17 ημέρες αργότερα, ακολούθησε ο

τίτλος: «Ντροπή μας που είμαστε ολιγόπιστοι – Οι Έλληνες τα κατάφεραν με

στυλ». Την επομένη της τελετής λήξης, οι “Times” ταπεινώθηκαν ακόμα

περισσότερο: «Ζητάμε συγγνώμη από την Αθήνα. Τα παγκόσμια MME σας απογοήτευσαν

έχοντας μια εντελώς λανθασμένη άποψη».

H «Sports Illustrated», στις ΗΠΑ, συνέχισε την απολογία. «Σας ζητάμε συγγνώμη

για τον τρόπο που δράσατε. Ήμασταν παρανοϊκοί, ηλίθιοι και εντελώς

λανθασμένοι. Όλα έγιναν και όλα ήταν όμορφα».

«Ας δώσουμε σε αυτούς τους Αγώνες ένα χρυσό μετάλλιο», συνέχισε η «Washington

Post». «H πρώτη εντολή της ημέρας είναι να προσφέρουμε μια μεγάλη συγγνώμη

στους Έλληνες. Τίποτα δεν κατέρρευσε και δεν ολοκληρώθηκε τίποτα λιγότερο από

την πλήρη αλλαγή της Αθήνας σε μια θαυμάσια παγκόσμια πρωτεύουσα. Οι Έλληνες

απέδειξαν ότι υπάρχουν περισσότεροι από ένας τρόποι να διεξαχθούν οι

Ολυμπιακοί Αγώνες».

ΠΟΙΟΣ EINAI O ΜΑΪΚΛ ΠΕΪΝ

Ο ΜΑΙΚΛ ΠΕΪΝ έχει ανακηρυχθεί από το περιοδικό «Advertising Age» ως ένας

από τους πιο σημαντικούς «μαρκετίαρς» του κόσμου. Επί είκοσι πέντε χρόνια

κατέχει υψηλές θέσεις στη βιομηχανία αθλητικού μάρκετινγκ ως υπεύθυνος των

συμβολαίων ραδιοτηλεοπτικών αναμεταδόσεων και χορηγιών. Το 1983 ανέλαβε να

δημιουργήσει την πρώτη παγκόσμια στρατηγική μάρκετινγκ για τους Ολυμπιακούς

Αγώνες – το πρόγραμμα ΤΟΡ, το οποίο εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο επιτυχημένα

προγράμματα μάρκετινγκ στον κόσμο. Το 1988 ο Πέιν ανέλαβε τη νεοσύστατη θέση

τού διευθυντή μάρκετινγκ της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής και το 2002

προβιβάσθηκε στη νέα θέση του διευθυντή των παγκοσμίων ολυμπιακών δικαιωμάτων

για τις ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις και τα νέα ΜΜΕ. Κατά τη διάρκεια της

ολυμπιακής του καριέρας, ανέλαβε την επιτήρηση 15 Χειμερινών και Θερινών

Ολυμπιακών Αγώνων.

Μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 2004, ο Μάικλ Πέιν αποχώρησε από τη

ΔΟΕ για να συνεργασθεί με την ομάδα μάνατζμεντ της Φόρμουλα 1, του Μπέρνι

Έκλστοουν.

«ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΡΥΣΑΦΙ»

Πώς οι Ολυμπιακοί Αγώνες ξέφυγαν από το χείλος της καταστροφής και

μετατράπηκαν στο πιο γνωστό εμπορικό σήμα και σε ένα πανάκριβο παγκόσμιο

φραντσάιζ

του Μάικλ Πέιν

Μετάφραση: Κάλη Κιγιτζή

Από τις εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα»

σελ 351

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.