Με «κομμένη» την ανάσα εξαιτίας του τσιγάρου κυκλοφορούν έντεκα στους εκατό

Έλληνες και πέντε στις εκατό Ελληνίδες, ηλικίας άνω των 35 ετών. Το πρόβλημα

είναι εντονότερο στους αγρότες μας – ίσως επειδή συνηθίζουν να περνούν τα

απογεύματά τους στο καφενείο, εισπνέοντας έτσι και τον καπνό των διπλανών τους.

Σε πρόβλημα δημοσίας υγείας έχει μετατραπεί στην Ελλάδα η χρόνια αποφρακτική

πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) – μία σοβαρή ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος που

στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων οφείλεται στο κάπνισμα.

H πρώτη πληθυσμιακή μελέτη για την επιδημιολογία της ΧΑΠ στη χώρα μας

αποκαλύπτει ότι από τη νόσο πάσχουν τουλάχιστον 800.000 άνδρες και γυναίκες,

αλλά ο ένας στους δύο δεν το γνωρίζει, με επακόλουθο να συνεχίζει το κάπνισμα

προξενώντας ακόμα μεγαλύτερες βλάβες στους ήδη καταπονημένους πνεύμονές του.

Διακυμάνσεις. H μελέτη διεξήχθη σε 890 εθελοντές, ηλικίας άνω των 35

ετών, από κάθε γωνιά της Ελλάδας – από τα Πατήσια, τη Λάρισα, την Καβάλα και

το Ηράκλειο της Κρήτης μέχρι την Κόνιτσα, το Ωραιόκαστρο, τη Νέα Έφεσο και την

Ιαλυσό – και τα ευρήματά της δημοσιεύθηκαν στην έγκυρη αμερικανική ιατρική

επιθεώρηση «Chest».

Όπως διαπίστωσαν οι ερευνητές, με επικεφαλής τον κ. Νικόλαο Σιαφάκα, καθηγητή

Πνευμονολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης, η συχνότητα της

ΧΑΠ παρουσιάζει διακυμάνσεις αναλόγως με το πόσο πολύ και επί πόσα χρόνια

καπνίζει κανείς, με το φύλο, την ηλικία, αλλά και τον τόπο κατοικίας.

Οι άνδρες που, γενικώς, δήλωσαν πως καπνίζουν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι

γυναίκες, έχουν και σχεδόν διπλάσια συχνότητα της ΧΑΠ – 11,6% έναντι 4,8%.

Ωστόσο, στους άνδρες ηλικίας 35-49 ετών η συχνότητα της ΧΑΠ είναι 3,4%, αλλά

αυξάνεται σταδιακά για να φτάσει στο 23,7% στις ηλικίες άνω των 70 ετών.

Αντίστοιχα στις γυναίκες, η συχνότητα στις νεαρές ηλικίες είναι περίπου 3% και

κορυφώνεται (9%) στις ηλικίες 60-69 ετών, πιθανώς διότι οι Ελληνίδες έχουν

αρχίσει το κάπνισμα τις τελευταίες δεκαετίες και οι υπέργηρες καπνίστριες

είναι πολύ λίγες.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, αυτό που ανησυχεί ιδιαίτερα τους ειδικούς είναι το

ότι η ΧΑΠ εκδηλώνεται στους νέους.

Πολλοί νέοι. «Κάποτε θεωρούσαμε τη ΧΑΠ νόσο των γερόντων, αλλά τώρα

βλέπουμε πως αρχίζει από νεαρές ηλικίες, πιθανώς διότι και το κάπνισμα αρχίζει

πια από πολύ νωρίς», λέει ο κ. Σιαφάκας.

«Αυτό είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό, διότι σημαίνει πως αν υποβάλουμε σε

εξετάσεις όλους τους καπνιστές, θα βρούμε πολλούς νέους οι οποίοι νομίζουν ότι

είναι καλά, αλλά έχουν ήδη πρόβλημα – και μάλιστα ένα πρόβλημα μη αναστρέψιμο

που, σε προχωρημένα στάδια, υπονομεύει σημαντικά την ποιότητα της ζωής».

Όσον αφορά τον τόπο κατοικίας, στους άνδρες η υψηλότερη συχνότητα (15,1%)

καταγράφηκε στις αγροτικές περιοχές και στις γυναίκες (9%) στις μη αθηναϊκές

αστικές περιοχές. Οι διαφορές αυτές εξηγούνται εύκολα για τους άνδρες και πιο

δύσκολα για τις γυναίκες.

Το καφενείο. «Οι αγρότες που συμμετείχαν στη μελέτη μας δήλωσαν πως

καπνίζουν περισσότερο απ’ όσο οι κάτοικοι των αστικών και ημιαστικών

περιοχών», επισημαίνει ο κ. Σιαφάκας. «Παράλληλα, όμως, εκτίθενται περισσότερο

και στο παθητικό κάπνισμα, κυρίως λόγω της συνήθειάς τους να πηγαίνουν σχεδόν

κάθε απόγευμα στο καφενείο και ο συνδυασμός αυτός πιστεύουμε πως εξηγεί τη

μεγάλη διαφορά στη συχνότητα της ΧΑΠ μεταξύ των αγροτικών και των άλλων

περιοχών».

Στις γυναίκες αντίστοιχη εξήγηση δεν υπάρχει και οι ερευνητές εικάζουν πως

πρέπει να παίζουν ρόλο πολλοί παράγοντες, όπως οι ρύποι εντός και εκτός

οικιών, η έκθεση στον καπνό στον χώρο εργασίας, η κοινωνικοοικονομική

κατάσταση κ.ά.

Ιατρικό παράδοξο η συχνότητα της νόσου

H νέα μελέτη αποκάλυψε και ένα ιατρικό παράδοξο: παρ’ ότι οι Έλληνες

θεωρούνται από τα μεγαλύτερα «φουγάρα» στον κόσμο, η συχνότητα της χρόνιας

αποφρακτικής πνευμονοπάθειας (ΧΑΠ) που καταγράφηκε, τους φέρνει στη μέση της

παγκόσμιας κλίμακας με τη νοσηρότητα. Πού οφείλεται αυτό;

«Οι πιθανοί λόγοι είναι αρκετοί», απαντά ο καθηγητής κ. Νικόλαος Σιαφάκας.

«Κατ’ αρχήν, οι Έλληνες ενδέχεται να διαθέτουν προστατευτικούς μηχανισμούς,

γενετικώς καθορισμένους, που τους καθιστούν λιγότερο επιρρεπείς στη ΧΑΠ. H

ακολούθηση της μεσογειακής διατροφής επίσης μπορεί να παίζει ρόλο, διότι ο

καπνός περιέχει πολλές οξειδωτικές ουσίες, τα φρούτα και τα λαχανικά πολλές

αντιοξειδωτικές, οπότε η διατροφή μας μπορεί να δρα προστατευτικά. Και τρίτον,

σε μεγάλο βαθμό είμαστε “καπνιστές της υπαίθρου” – καπνίζουμε, δηλαδή, πολύ σε

εξωτερικούς χώρους, λόγω καλού κλίματος και υπαίθριων δραστηριοτήτων».

Παρ’ όλα αυτά, «η ΧΑΠ αποτελεί παγκόσμια μάστιγα που εξαπλώνεται διαρκώς»,

προσθέτει. «H θνητότητα από αυτήν αυξήθηκε την τελευταία δεκαετία σε όλο τον

κόσμο κατά 165% και τώρα πια κοστίζει ετησίως τη ζωή 3,5 εκατομμυρίων

ανθρώπων, οι οποίοι ταλαιπωρήθηκαν επί δεκαετίες από την ασθένειά τους,

έχοντας μια πάρα πολύ κακή ποιότητα ζωής και μπαινοβγαίνοντας στα νοσοκομεία».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.