|
|
Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου κάτοχοι πιστωτικών καρτών έχουν πέσει
θύματα επιτήδειων ή απάτης και στη συνέχεια κλήθηκαν να πληρώσουν τα
«σπασμένα», δηλαδή τη χρέωση της πιστωτικής τους κάρτας με υπέρογκο ποσό, το
οποίο αφορούσε αγορά αγαθών ή παροχή υπηρεσιών στις οποίες οι ίδιοι ουδέποτε
είχαν προβεί.
|
|
Αν και στην Ελλάδα η κατάσταση φαινομένων απάτης μέσω πιστωτικών καρτών
είναι αρκετά περιορισμένη σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ωστόσο καλό
είναι οι κάτοχοι των εν λόγω καρτών να είναι αρκετά ενημερωμένοι, για να μη
βρεθούν προ εκπλήξεως και αντιμέτωποι με οικονομικές υποχρεώσεις τις οποίες οι
ίδιοι δεν γνώριζαν ότι πραγματοποιήθηκαν.
Σε καθημερινή βάση οι ειδικοί τραπεζών συμβουλεύουν – απαντούν στους
καταναλωτές για διάφορα ζητήματα που τους απασχολούν σχετικά με τη χρήση της
πιστωτικής τους κάρτας, τα οποία σε αρκετές περιπτώσεις τους έχουν σώσει από
περαιτέρω περιπέτειες.
1. Αν η πιστωτική κάρτα χρησιμοποιηθεί από άλλον, ποια είναι η διαδικασία
για να βρει κανείς το δίκιο του; (Δηλαδή, τι συμβαίνει σε περίπτωση κλοπής ή
απώλειας;)
Κατ’ αρχάς η κάρτα, όπως και κάθε μέσο πληρωμής, πρέπει να φυλάσσεται
αποτελεσματικά από τον νόμιμο κάτοχο. Αυτή η υποχρέωση άλλωστε διατυπώνεται σε
όλες τις συμβάσεις πιστωτικών καρτών. Στην περίπτωση όμως που ο νόμιμος
κάτοχος της κάρτας την χάσει, θα πρέπει να πληροφορήσει αμέσως την τράπεζα που
την εξέδωσε, ώστε η κάρτα να ακυρωθεί και η ζημία να αποφευχθεί.
Κάθε τράπεζα που εκδίδει κάρτες διαθέτει τους κατάλληλους μηχανισμούς ακύρωσης
και αποτροπής της παράνομης χρήσης τους. H γνωστοποίηση της απώλειας ή της
κλοπής γίνεται προσωπικά, τηλεφωνικά ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο. Συνήθως
πάντως, ο κάτοχος καλείται στη συνέχεια να επιβεβαιώσει την απώλεια και
εγγράφως.
2. Πώς προστατεύεται ο καταναλωτής από τη χρήση κλεμμένων ή παραποιημένων
καρτών;
Οι εταιρείες εκδόσεως καρτών έχουν προβλέψει μηχανισμούς ασφάλειας,
προκειμένου οι κάτοχοι να προστατεύονται σε περίπτωση κλοπής ή παραποίησης της
κάρτας. Πρόβλημα μπορεί να προκύψει για συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν κατά
το διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στο χρονικό σημείο που έγινε η κλοπή και
την ώρα που αυτό γνωστοποιήθηκε στην τράπεζα.
Τέτοιες συναλλαγές συνήθως βαρύνουν τον κάτοχο και τούτο διότι, όπως
ισχυρίζονται οι τράπεζες, σε διαφορετική περίπτωση κακόπιστοι κάτοχοι θα είχαν
τη δυνατότητα να πραγματοποιούν συναλλαγές και στη συνέχεια να δηλώνουν
απώλεια της κάρτας. Σε τέτοιες περιπτώσεις όμως, είναι δυνατόν να ζητηθεί η
παραβολή της υπογραφής του κατόχου με εκείνη που εμφανίζεται στο χρεωστικό
δελτίο, το οποίο υπογράφεται κατά τον διακανονισμό της συναλλαγής. Αυτό βέβαια
είναι αδύνατον σε περίπτωση ηλεκτρονικής συναλλαγής (π.χ. ανάληψης χρημάτων
από αυτόματη ταμειακή μηχανή), όπου αντί για υπογραφή χρησιμοποιείται ο
απόρρητος αριθμός αναγνώρισης του πελάτη, τον οποίο γνωρίζει – και οφείλει να
γνωρίζει – μόνον αυτός.
H χρήση παραποιημένων καρτών – δηλαδή καρτών που έχουν κατασκευαστεί από
σπείρες κακοποιών και φέρουν στοιχεία που αντιστοιχούν σε υπαρκτές κάρτες –
δημιουργεί άλλα προβλήματα. Ο κάτοχος, συνήθως, είναι εύκολο να αποδείξει ότι
δεν έχει πραγματοποιήσει την ή τις συναλλαγές για τις οποίες καλείται να
πληρώσει (διότι πραγματοποιήθηκαν π.χ. σε χώρα που δεν έχει καν επισκεφθεί).
Μπορεί να ζητήσει παραβολή της υπογραφής κ.λπ. Αυτό επιβάλλει την προσεκτική
ανάγνωση των γραπτών ειδοποιήσεων εξόφλησης. Πολλές φορές ο εντοπισμός
απατηλής χρήσης παραποιημένων ή κλεμμένων καρτών γίνεται από τα συστήματα
ασφάλειας των ίδιων των εκδοτών καρτών, πριν ακόμη το αντιληφθεί το θύμα,
οπότε και ακυρώνονται οι χρεώσεις ή μπλοκάρονται οι κάρτες και το ίδιο το
σύστημα δεν τις δέχεται για συναλλαγή.
3. Είναι υποχρεωμένοι οι καταστηματάρχες να ελέγχουν την αστυνομική
ταυτότητα του ιδιοκτήτη της κάρτας;
Διεθνώς έχει επικρατήσει η άποψη ότι οι επιχειρήσεις που δέχονται κάρτες ως
μέσον πληρωμής δεν είναι κατ’ αρχήν υποχρεωμένες να ελέγχουν την ταυτότητα του
κατόχου. Ο κανόνας αυτός, γενικά, ισχύει και στην Ελλάδα. Ειδικότερα, οι
εκπρόσωποι των επιχειρήσεων που δέχονται πιστωτικές κάρτες υποχρεούνται
συμβατικά να προχωρήσουν σε τέτοιους ελέγχους, μόνο αν υποψιαστούν ότι ο
κάτοχος δεν κατέχει την κάρτα νόμιμα. Παρά ταύτα, οι τράπεζες και οι εκδότες
καρτών στην Ελλάδα ενθαρρύνουν τις επιχειρήσεις με τις οποίες συνεργάζονται να
ζητούν αποδεικτικά της ταυτότητας του κατόχου.
4. Πόσο ασφαλείς είναι οι τηλεφωνικές παραγγελίες με κάρτα ή μέσω Internet;
Γενικά, οι συμβάσεις που γίνονται από απόσταση ενέχουν κινδύνους. Για τον λόγο
αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υιοθετήσει συγκεκριμένα μέτρα για την προστασία
των καταναλωτών στις περιπτώσεις συμβάσεων από απόσταση.
Τα μέτρα αυτά έχουν ενταχθεί στην εθνική νομοθεσία για την προστασία των
καταναλωτών. Με νομοθετική ρύθμιση έχουν καθιερωθεί προϋποθέσεις για την
εγκυρότητα συμβάσεων τέτοιου είδους (π.χ. δυνατότητα υπαναχώρησης, αν ασκηθεί
εντός δέκα ημερών από την παραλαβή του αγαθού ή της υπηρεσίας κ.λπ.,
απαγόρευση είσπραξης του αντιτίμου ή προκαταβολής ή οποιασδήποτε εγγύησης για
την καταβολή του πριν από την παραλαβή του παραγγελθέντος προϊόντος κ.λπ.).
5. Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν το ύψος των επιτοκίων των πιστωτικών καρτών;
|
|
Τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών είναι διεθνώς υψηλότερα σε σχέση με τα
υπόλοιπα τραπεζικά προϊόντα, και στην Ελλάδα κυμαίνονται γύρω στο 20%. Αυτό
οφείλεται στο υψηλότερο λειτουργικό κόστος της εκδότριας τράπεζας, αλλά και
στους κινδύνους που είναι μεγαλύτεροι, λόγω μη υπάρξεως εγγυήσεων.
Το καθεστώς αυτό ισχύει και στην Ελλάδα. Παρ’ όλ’ αυτά, η διαφορά των
επιτοκίων των πιστωτικών καρτών από τα επιτόκια των λοιπών χορηγήσεων στη χώρα
μας είναι μικρότερη από την αντίστοιχη διαφορά σε αρκετές χώρες, όπως στη
Βρετανία και στις ΗΠΑ.
6. Ποιες ερωτήσεις πρέπει να απευθύνουν στους υπαλλήλους των πιστωτικών
ιδρυμάτων οι πελάτες που ενδιαφέρονται για απόκτηση πιστωτικής κάρτας;
Σήμερα προσφέρονται εκατοντάδες πιστωτικές κάρτες από το σύνολο των τραπεζών
που λειτουργούν στην Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι οι καταναλωτές έχουν μεγάλα
περιθώρια επιλογής. Παράλληλα, λόγω της πληθώρας των προσφερόμενων καρτών, της
διαφήμισής τους και της ολοένα συχνότερης χρησιμοποίησής τους στις συναλλαγές,
το κοινό έχει συνηθίσει το λεγόμενο πλαστικό χρήμα, το οποίο αντιμετωπίζει με
ωριμότητα και, πάντως, όχι φόβο.
Για την επιλογή της πιστωτικής κάρτας οι καταναλωτές θα πρέπει να
ενδιαφέρονται κατ’ αρχήν να πληροφορηθούν για το επιτόκιο της πίστωσης που
μέσω της κάρτας τούς χορηγείται και για το ύψος της ετήσιας συνδρομής. Πρέπει
όμως, να μελετούν λεπτομερώς τους όρους των συμβάσεων και να θέτουν ερωτήματα
στον υπάλληλο της τράπεζας για οτιδήποτε νομίζουν ότι πρέπει να διευκρινιστεί
περισσότερο. Επίσης, θα πρέπει να ενημερώνονται και για τις υπηρεσίες που
προσφέρει κάθε τράπεζα σε όσους διαθέτουν πιστωτική κάρτα.
7. Πώς αντιμετωπίζουν οι τράπεζες την υπερχρέωση των κατόχων καρτών;
Συνήθως, οι τράπεζες διαθέτουν εξειδικευμένες υπηρεσίες και συστήματα που
παρακολουθούν την κίνηση των καρτών και τη συνέπεια των οφειλετών στην
εξόφληση των υποχρεώσεών τους. Αναφορικά με την υπερχρέωση, οι τράπεζες, για
να αποφευχθούν τέτοια φαινόμενα, καθορίζουν στους κατόχους ανώτατα όρια
χρήσεως των καρτών, την τήρηση των οποίων παρακολουθούν.
8. Με ποιους τρόπους διευθετούνται τα χρέη;
Οι τράπεζες είναι επιχειρήσεις που υποχρεούνται να λογοδοτούν για τη
διαχείριση και απόδοση των κεφαλαίων τους, όχι μόνο στους μετόχους τους, αλλά
και στους καταθέτες τους. Παρά ταύτα, οι τράπεζες προσπαθούν να διευκολύνουν
τους πελάτες τους για να βρουν λύσεις στα προβλήματα και τις δυσχέρειες
εξόφλησης που αυτοί αντιμετωπίζουν. Στο πλαίσιο αυτό προχωρούν σε ρυθμίσεις
χρεών και πολλές φορές αναλαμβάνουν πρόσθετους κινδύνους για να στηρίξουν
βιώσιμους πελάτες τους. Σε περίπτωση εξάντλησης των περιθωρίων, οι τράπεζες
προχωρούν στις νόμιμες ενέργειες.
9. Υπάρχει επικοινωνία των τραπεζών με τους υπερχρεωμένους κατόχους καρτών;
Σε περίπτωση υπέρμετρης υπέρβασης των ορίων δανεισμού, οι τράπεζες
επικοινωνούν με τους κατόχους και τους συστήνουν την μη περαιτέρω
χρησιμοποίηση των καρτών τους, ώσπου η οφειλή να πέσει σε ανεκτά όρια. Σε
οριακές δε περιπτώσεις ακυρώνουν τις κάρτες, ώστε να μην μπορούν να
χρησιμοποιηθούν περαιτέρω.
Επίσης, αν πραγματοποιηθεί κάποια μεγάλη αγορά, ενδέχεται να καλέσουν
τηλεφωνικά τον πελάτη-κάτοχο της πιστωτικής κάρτας, προκειμένου να
επιβεβαιώσουν αν όντως προχώρησε ο ίδιος και όχι κάποιος «τρίτος» στη
συγκεκριμένη συναλλαγή. H διαδικασία αυτή, σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ.
αγορά προϊόντος σε άλλη χώρα από αυτή που έχει εκδοθεί η κάρτα)
πραγματοποιείται απευθείας από τον διεθνή χρηματοπιστωτικό οργανισμό (π.χ.
Visa), ο οποίος συνεργάζεται με τις τράπεζες για την έκδοση συγκεκριμένων
καρτών.










