Ο Πακιστανοαμερικανός Μ. Νάιτ Σιάμαλαν έχει εξελιχθεί σ' ένα από τα πιο
φωτεινά και καλλιεργημένα ταλέντα που διαθέτει σήμερα το αμερικανικό σινεμά.
Στο φινάλε της πρώτης του εφόδου με την επωνυμία «6η αίσθηση» μας έκανε να
αισθανόμαστε σαν απλοί χάνοι. Χωρίς ίχνος θορύβου και βίας, χωρίς κλισέ και
χωρίς κανέναν από τους άσους που πέφτουν από τα μανίκια του Χόλιγουντ,
καθήλωσε τους θεατές με μοναδικούς συμμάχους σκιές και φαντάσματα. Ο κόσμος
του είναι τόσο αθόρυβος, τόσο σκιερός και τόσο αόρατος που μοιάζει με τις
ομιχλώδεις βουνοκορφές της Πίνδου. Υπάρχει λόγος. Και είναι τόσο ακατανίκητος
όσο καμία άλλη δύναμη στον κόσμο. Κι αυτό είναι το... μυαλό μας! Όλα
προέρχονται και προκύπτουν μέσα από τους σκοτεινούς διαδρόμους του εγκεφαλικού
μας συστήματος. Πάνω σ' αυτή την αντίληψη βασίζεται ολόκληρη η παραγωγή της
βιομηχανίας του θεάματος. Με μια διαφορά. Εκεί που οι άλλοι εικονογραφούν το
«σκοτεινό», το τρομακτικό και το απρόβλεπτο σαν Μίκι Μάους, με τέρατα και
κοκκινοσκουφίτσες, ο Σιάμαλαν το περιγράφει με εσωτερικούς και με πνευματικούς
όρους. Περίπου είναι σαν να παρακολουθείς την αληθινή συνομιλία ενός μέντιουμ
με το υπερπέραν. Σχεδόν με διαστροφική εμμονή προσπαθεί να μετουσιώσει τους
δαιδάλους του φόβου και του τρόμου σε κινηματογραφική ύλη. Το σινεμά του είναι
η πιο κρυστάλλινη ακτινογραφία της μισής φέτας του εγκεφάλου μας. Εκεί όπου
όλα τα φαντάσματα στήνουν τρικούβερτο γλέντι πριν κατασπαράξουν την ψυχή μας.
Με άλλα λόγια, ο Σιάμαλαν είναι η αμερικανική εκδοχή ενός Πολάνσκι της
«Αποστροφής» και ταυτοχρόνως η σύγχρονη απάντηση στην «Ψυχώ» του Χίτσκοκ!






Ένας πρώην ιερέας που πέταξε τα ράσα του μετά το θανατηφόρο ατύχημα της
πολυαγαπημένης του γυναίκας αρχίζει να βλέπει στο κτήμα του σημάδια ενός
απίστευτου και τρομακτικού εισβολέα. Εκείνος, τα δυο του παιδιά και ο μικρός
του αδελφός καταλαμβάνονται εξαπίνης από έναν αόρατο και ακατανίκητο εχθρό.
Κάθε λεπτό που περνάει αντιλαμβάνονται πως καμία δύναμη στον κόσμο δεν μπορεί
να τον σταματήσει. Οι συμβολισμοί αυτής της ιστορίας είναι τόσο τέλεια
κολλημένοι στο πετσί τής δράσης που δύσκολα μπορεί κανείς να διαχωρίσει το
αληθινό από το φανταστικό. Από τη γη αναφύονται τα σημάδια της καταστροφής και
από τον ουρανό πέφτει... φωτιά. Άραγε όλα αυτά είναι ρεαλιστικά ή απλώς και
μόνο αποτελούν τον αντικατοπτρισμό ενός Αποστόλου που παρεξέκλινε από τον λόγο
του Θεού; Τα δυσδιάκριτα όρια μεταξύ προφητείας και πραγματικότητας είναι το
μεγαλύτερο πλεονέκτημα του Σιάμαλαν. Και αν στα τελευταία δέκα λεπτά δεν
κατέφευγε στη γνωστή και πανεύκολη λύση της μονομαχίας, τότε θα είχε υπογράψει
ένα θρίλερ ισοδύναμο σχεδόν με την «6η αίσθηση».






«Οιωνός» από επερχόμενη και εφιαλτική εισβολή. Ο Μελ Γκίμπσον, ο Γιοακίν
Φίνιξ και δύο παιδιά είναι οι πρώτοι μάρτυρες της καιομένης βάτου


Αν την ίδια αντίληψη την περιέγραφε κάποιος τροχονόμος του Χόλιγουντ,
με πρωταγωνιστές οπτικά εφέ και ουρανοξύστες να γκρεμίζονται, θα την πέταγα
στα σκουπίδια. Όταν όμως απέναντί σου έχεις έναν τόσο σοβαρό και συγκροτημένο
αντίπαλο σαν αυτόν, τότε τού βγάζεις το καπέλο. Για έναν επιπλέον λόγο. Με
τέσσερα όλα κι όλα πρόσωπα, με μια καλύβα και μερικά εκτάρια γης εικονογραφεί
την ξενοφοβική και μεταφυσική ψυχολογία που τρώει τα σωθικά κάθε ψηφοφόρου του
Τζορτζ Μπους.


Το «Signs» - δηλαδή «Οιωνός» - έχει για τον σημερινό κόσμο την ίδια θέση που
είχε για τους χριστιανούς προγόνους μας η αλληγορία της καιομένης βάτου.
Δηλαδή συνοψίζει με τον πιο λιτό τρόπο όλο το σύστημα της μεταφυσικής
ιδεολογίας του Δυτικού Πολιτισμού και πάνω απ' όλα της Αμερικής. Άνθρωπος
χωρίς θεό είναι ένα μεγάλο μηδενικό. Αμερική χωρίς Θεό είναι μια καλύβα και
ένα αγροτεμάχιο όπου αναφύονται καλαμπόκια. Κανένα οπλοστάσιο και κανένα
πολεμικό μέσο μαζικής καταστροφής δεν μπορεί να υποκαταστήσει το αμυντικό
σύστημα του Θεού. Η Άλωση γίνεται από τα μέσα και κάθε πολίτης μεταμορφώνεται
σε Εφιάλτη που εν αγνοία του ανοίγει την πόρτα στον εισβολέα. Όλοι, από τον
Μπιν Λάντεν μέχρι τον έσχατο παρία της οικουμένης, μπορούν να κουρσέψουν την
αμερικανική αυτοκρατορία. Χωρίς Θεό... η Πόλις Εάλω!



Φάρμα - Γαλλία - συμμαχία







Ε, αν σας έλεγα ότι μια ταινιούλα που αποτελεί την κινηματογραφική περίληψη
της «Φάρμας» έσκισε στη Γαλλία, θα με πιστεύατε; Ε, λοιπόν, είναι γεγονός. Και
ο Κριστιάν Καρόν που υπογράφει τον μακροσκελή τίτλο «Ένα χελιδόνι έφερε την
άνοιξη» έκανε την τύχη του.


Ένα από τα πιο άλυτα μυστήρια που βασανίζουν την κοινότητα των απανταχού της
γης παραγωγών και κινηματογραφικών επιχειρηματιών είναι το κριτήριο του
ανώνυμου, απλού, μέσου θεατή. Τι διάβολο είναι αυτό που κάνει εκατομμύρια
ανθρώπους να τρέχουν σαν τρελοί για να δουν μια ιστορία με μια απογοητευμένη
τύπισσα και έναν συνταξιούχο κτηνοτρόφο σε κάποια χιονισμένη βουνοκορφή της
Γαλλίας. Έτσι ακριβώς. Η αυτονόητη απάντηση είναι η... πόλη, το άγχος, ο
τεχνητός πολιτισμός. Όπως ακριβώς κάθε εορταστικό τριήμερο παίρνουμε τα όρη
και τα βουνά. Κι όμως. Κόβω το κεφάλι μου πως πριν από τα γυρίσματα κανείς δεν
θα πίστευε πως αυτό το ταινιάκι θα συγκινούσε τόσο ώστε να σπάσει τα ταμεία.





«Ένα χελιδόνι έφερε την άνοιξη». Ο Μισέλ Σερό είναι ο συνταξιούχος
κτηνοτρόφος της γαλλικής φάρμας


Η σεναριακή ραχοκοκαλιά εξαντλείται σε δύο πρόσωπα. Νέα γυναίκα μόνη ψάχνει.
Και ψάχνοντας φτάνει σε βουνοπλαγιά, αγοράζει κτηνοτροφική μονάδα υπέργηρου
αγρότη, ανασηκώνει τα μανίκια και αρχίζει να μαλάζει τις αγελάδες για να
βγάλει γάλα. Δύο πρόσωπα τόσο διαφορετικά όσο είναι η πόλη με το χωριό, η
νεολαία με τα ΚΑΠΗ και η νέα γυναίκα μ' έναν παραδοσιακό κτηνοτρόφο.


Η σκηνοθεσία του Κριστιάν Καρόν είναι τόσο απλή, εύληπτη και κρυστάλλινη όσο
τα νερά του Ασπροπόταμου. Ούτε αιφνιδιασμοί ούτε πρωτοτυπίες ούτε ντρίμπλες
ούτε κόλπα ούτε ανατροπές. Όλα φάτσα φόρα. Η σκηνοθεσία αναπτύσσεται μέσα από
τις αυτονόητες αντιθέσεις ανάμεσα στο κορίτσι της πόλης και στον γέροντα του
Νεραϊδοχωριού. Εκείνος με την παράδοση, εκείνη με το κομπιούτερ και τον
αγροτοτουρισμό. Εκείνη με την τεχνολογία, εκείνος με το ένστικτο. Οι κλασικές
αντιθέσεις και οι κόντρες που μπορεί να συμβούν ανάμεσα σ' έναν πατέρα και σε
μια ατίθαση κόρη. Επομένως όλη η δουλειά γίνεται από τις ερμηνείες των δύο
πρωταγωνιστών. Και όταν λέμε «πρωταγωνιστές», εννοούμε έναν και μοναδικό: τον
Μισέλ Σερό. Όποιος Γάλλος σκηνοθέτης εξασφαλίσει τη συμμετοχή του στην ταινία
του - ακόμα και σε δεύτερο ρόλο - κερδίζει τον αγώνα από τα αποδυτήρια. Ο
άνθρωπος δεν παίζεται. Διαθέτει τη σκληρότητα ενός ψυχρού εκτελεστή, την
ωριμότητα ενός σοφού και τη γοητεία ενός ασπρομάλλη έμπειρου εραστή. Χωρίς
αυτόν η ταινία θα ήταν απλώς μια βουκολική ξενάγηση. Και χωρίς αυτόν η νεαρή
Ματίλντ Σενιέ θα έπαιζε τη βοσκοπούλα.



Όλα ή τίποτα; Τίποτα!







Όταν τον Μάιο στις Κάννες είδα το «All or nothing» του Μάικ Λι, αισθάνθηκα σαν
οπαδός του Ολυμπιακού που κάθε εβδομάδα βλέπει τις ελπίδες του να γκρεμίζονται
στα γήπεδα του Champions League. Ο άνθρωπος που μετέτρεψε την αναρχία τού
«Secrets and lies» σε μιαν από τις πιο γλυκές μελωδίες της τελευταίας
δεκαετίας μπήκε στο γήπεδο του φεστιβάλ των Καννών με την ομάδα της Καλλιθέας!


Ύστερα από αυτή την πρώτη ψυχρολουσία που κατέληξε σε διαμπερές τραύμα για
ό,τι πιστεύω και εκτιμώ στον σύγχρονο αγγλικό κινηματογράφο, αποφάσισα να δω
για δεύτερη φορά την ίδια ταινία προκειμένου να τεστάρω τον εαυτό μου και τα
λογικά μου. Δεν μπορεί - είπα - ένας Μάικ Λι να είναι ο πιο ακραίος ορισμός
μιας τόσο μονότονης και ανυπόφορης μιζέριας. Κι όμως. Το αποτέλεσμα ήταν το
ίδιο και χειρότερο. Επί δύο ώρες βλέπεις την ίδια σκηνή, τον ίδιο χαρακτήρα,
την ίδια κατάσταση, το ίδιο μοτίβο.





«Όλα ή τίποτα». Ο Τίμοθι Σπολ είναι η ζωντανή ενσάρκωση του... τίποτα


Πιο απλά, καμιά δεκαριά μέλη και φίλοι δύο οικογενειών συμπεριφέρονται σαν
άτομα με ειδικές ανάγκες. Ο ψυχολογικός και κοινωνικός αυτισμός τους ξεπερνάει
ακόμα και ταινία νεοφώτιστου Έλληνα ντοκιμαντερίστα. Ο τετράπαχος γιος
μασουλάει σοκολάτες και βλέπει «Big brother», η κόρη εγκυμονεί το σπέρμα
κάποιου περαστικού, η μάνα με τα μπικουτί περιφέρει το σαρκίο της από την
κουζίνα στο σαλόνι και ο πατέρας βγάζει τον επιούσιο με την έκφραση
παραπληγικού που πάσχει από αθεράπευτη αφασία. Ερείπια μεγαλουπόλεων που
συναντάμε στον δρόμο μας και που από μόνα τους δεν συνιστούν λόγο μεταφοράς
στην κινηματογραφική οθόνη. Το καλύτερο που είχε να κάνει ο Μάικ Λι ήταν να
βγάλει φωτογραφίες, να τις τοποθετήσει σε άλμπουμ και να τις μοιράσει στους
θεατές. Ταινία πάντως με σάρκα και οστά δεν είναι.


Κάπου εδώ εξαντλείται η πρώτη ανάγνωση της κριτικής και από εδώ και κάτω
αρχίζει το μεγάλο «γιατί». Η απάντηση είναι απλή. Το «Όλα ή τίποτα» είναι έργο
ενός τουρίστα! Σκληρό αλλά αληθινό. Ο Μάικλ Λι βλέπει τη φωτογραφία και
αδιαφορεί για το έργο. Περιορίζει το πρόβλημα στην κατάσταση των θυμάτων και
χωρίς να το καταλάβει αθωώνει την πολιτική της Θάτσερ και των επιγόνων της. Με
λίγα λόγια, περιφέρει τα ερείπια ως αξιοθέατο και όχι ως κοινωνικό δράμα.
Σηκώνει τα χέρια ψηλά και παραδίδεται άνευ όρων στον εφιάλτη του
νεοφιλελευθερισμού. Αυτοί είμαστε. Μόνοι μας πρέπει να βρούμε τον δρόμο μας.
Εμείς οι μίζεροι, οι προβληματικοί, οι τερατικοί πρέπει να συνυπάρξουμε με
αυτή την κοινωνία. Έτσι γεννηθήκαμε, έτσι θα πορευτούμε, έτσι θα ζήσουμε. Αν
είναι έτσι, φίλε μου, τότε χάρισμά σου και ο κόσμος σου και ο κινηματογράφος
σου. Και να είσαι σίγουρος, οι πρώτοι που θα σου γυρίσουν την πλάτη θα είναι
οι ήρωές σου. Στον Θεό που πιστεύετε, ποιος θέλει να δει την ασχήμια του
πληρώνοντας κι από πάνω;



Η μετάνοια μιας αμαρτωλής







Ο Μπιν Λάντεν εκτός από τους δίδυμους πύργους επέφερε συντριπτικό κάταγμα και
στο κρανίο των σεναριογράφων. Για να πω την αλήθεια αγνοώ τον πραγματικό χρόνο
σύλληψης του σεναρίου της δραματικής κομεντί «Life or something like it» που
ελληνικώς παραφράστηκε... «Μια ζωή την έχουμε» (κι αν δεν τη γλεντήσουμε, τι
θα καταλάβουμε, τι θα καζαντίσουμε). Όμως όλα τα δεδομένα αυτής της
ιστοριούλας που σκηνοθέτησε ο Στίβεν Χάρεκ με πρωταγωνίστρια την Αντζελίνα
Ζολί παραπέμπουν στη πασίγνωστη προφητεία: Μετανοείτε, αμαρτωλοί, ήγγικεν η
ώρα της μεγάλης δοκιμασίας.


Θηλυκό πλάσμα που εξωτερικώς παραπέμπει σε ίνδαλμα μιας Ελένης Μενεγάκη
σκαρφαλώνει προς το ρετιρέ της τηλεόρασης πλασάροντας ρεπορτάζ με άφθονο α χα
χου χα. Μακριά νύχια, αχυρένια περούκα, τεράστια χείλη. Ένας αίλουρος που
κατοικεί στο πιο ακριβό διαμέρισμα της πόλης, που κυκλοφορεί στο πιο ακριβό
αυτοκίνητο των δρόμων και που σχεδιάζει να παντρευτεί τον καλύτερο παίδαρο των
γηπέδων. Ώσπου μια μέρα, σε κάποιον πολυσύχναστο δρόμο, εν μέσω χιλιάδων
περαστικών, κάποιος ρακένδυτος και αυτοσχέδιος προφήτης ανεβαίνει στο σκαμνί
του, την κοιτάει στα μάτια και με τη σιγουριά ενός Μωυσή τής λέει «την Πέμπτη
θα πεθάνεις»!





«Μια ζωή την έχουμε». Αντζελίνα Ζολί σε ρεπορτάζ με άφθονο α χα χου χα


Στην αρχή ο αίλουρος χλευάζει, στη συνέχεια γελάει και στο τέλος αισθάνεται
σαν μελλοθάνατος των φυλακών της Αλαμπάμας. Κάθε πρόβλεψη του προφήτη κι ένας
γεγονός. Υπάρχει τρόπος διαφυγής; Υπάρχει. Η αλλαγή. Για να ζήσει πρέπει να
σκοτώσει κάθε ίχνος γκλαμουριάς που έχει μέσα της και πάνω της. Με λίγα λόγια,
οι έσχατοι έσονται πρώτοι.


Η ιδέα και το σενάριο θα μπορούσαν να αποτελέσουν την πρώτη ύλη μιας ταινίας
που θ' άξιζε τον κόπο να δει κανείς. Όλα όμως είναι ζήτημα χειρισμών και
σκηνοθεσίας. Για παράδειγμα ο Γκας Βαν Σαντ στο «Έτοιμη για όλα» - με τη Νικόλ
Κίντμαν στην καλύτερη ερμηνεία της - έδωσε την πληρέστερη εικόνα της
τηλεοπτικής γλάστρας που φτάνει ακόμα και στο έγκλημα προκειμένου να
αναρριχηθεί σαν φυτό στην κορυφή της δημοσιότητας. Αντιθέτως, ο Χέρεκ είτε από
τους παραγωγούς είτε από έλλειψη ικανοτήτων ή και για τα δύο διαχειρίζεται την
ιστορία με την απλοϊκότητα έκθεσης της πρώτης γυμνασίου. Η Αντζελίνα Ζολί
κάνει ό,τι της λένε και το κάνει σωστά. Το ίδιο ο Έντουαρντ Μπερνς, το ίδιο
και καλύτερα ο Τόνι Σαλούμπ, ένας από τους καλύτερους καλτ τυπίστες της
αμερικανικής οθόνης. Όμως όλοι αυτοί και μερικοί σπινθηροβόλοι διάλογοι
θυσιάζονται στον βωμό μιας ταινίας προορισμένης να ροκανίσει τον χρόνο των
θεατών προτού βγει στη σκηνή ο μεγάλος πρωταγωνιστής. Μικρομέγαλη σε όλα της.



Και ολίγον... BBC







Με την ευκολία που εμείς παράγουμε και εξάγουμε φέτα, οι Άγγλοι παρασκευάζουν
τις πιο ευπρεπείς ηθογραφίες εποχής. Στάνταρ σκηνοθεσία, στάνταρ καλές
ερμηνείες, στάνταρ καλοδουλεμένη σκηνογραφία, στάνταρ επαγγελματισμός. Το
τελευταίο εξαγώγιμο προϊόν που κατέφθασε στην πόλη μας με προορισμό το
«Έμπασσυ» και αποδέκτες τούς θαμώνες του Κολωνακίου προέρχεται από το
πασίγνωστο έργο του Όσκαρ Γουάιλντ «The importance of being earnest». Η
σημασία τού να είναι κανείς σοβαρός.


Το 1890 στο Λονδίνο δύο φιλαράκια παριστάνουν τον... Ερνέστο (εκ του έρνεστ,
δηλαδή τίμιος) προκειμένου να τη σκαπουλάρουν από δυσβάσταχτες υποχρεώσεις.
Όμως το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται. Και όταν δύο θηλυκά τούς
ερωτεύονται, τότε το όνομα Ερνέστος αρχίζει να γίνεται βαρίδι.


Η σκηνοθεσία είναι του Όλιβερ Πάρκερ, που πριν από τρία χρόνια με τη μεταφορά
του θεατρικού «Ένας ιδανικός σύζυγος» έδωσε και πέρασε τις εξετάσεις του.
Στους πρώτους ρόλους εμφανίζονται μερικά από τα πιο πρωτοκλασάτα ονόματα της
αγγλοσαξονικής οθόνης: Ρούπερτ Έβερετ, Κόλιν Φερθ, Τζούντι Ντεντς, Τομ
Γουίλκινσον, Ρις Γουίδερσπουν και Φράνσις Ο' Κόνορ. Η ταινία αποζημιώνει όσους
αρκούνται σε μια καλή τηλεοπτική παραγωγή του BBC.




Τα Oscar της εβδομάδας



Καλύτερης ταινίας: «Οιωνός»


Χειρότερης: «Όλα ή τίποτα»


Καλύτερης σκηνοθεσίας: Μ. Νάιτ Σιάμαλαν («Οιωνός»)


Χειρότερης: Μάικ Λι («Όλα ή τίποτα»)


Ξενοφοβίας: «Οιωνός»


Μιζέριας: «Όλα ή τίποτα»


Γαλλικής φάρμας: «Ένα χελιδόνι έφερε την άνοιξη»


Ανδρικής ερμηνείας: Μισέλ Σερό (το... χελιδόνι)


Πρωινού καφέ: «Μια ζωή την έχουμε»


Μενεγάκη: Αντζελίνα Ζολί


Παραγωγής BBC: «Η σημασία τού να είναι κανείς σοβαρός»

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από