Η ζέστη κάνει διακρίσεις και χωρίζει την Ελλάδα σε θερμές και δροσερές

περιοχές! Προνομιούχοι οι κάτοικοι των νησιών των Κυκλάδων αλλά και των

ορεινών περιοχών της Ηπειρωτικής Ελλάδας. Όταν στη Μύκονο η μέση θερμοκρασία

τον Ιούνιο ήταν 24-26 βαθμούς Κελσίου, οι κάτοικοι της Λάρισας, του Άργους και

των Γιαννιτσών έβλεπαν το θερμόμετρο να αγγίζει τους 32 βαθμούς.

Μεγάλες θερμοκρασιακές διαφορές σημειώνονται όμως και μέσα στην ίδια πόλη.

Άλλο να ζει κανείς στην Κυψέλη και στα Πατήσια, όταν ο υδράργυρος φτάνει τους

35 βαθμούς κατά τη διάρκεια της ημέρας, και άλλο να βρίσκεται στην Κηφισιά,

όπου μπορεί η θερμοκρασία να είναι έως και 8 βαθμούς χαμηλότερη. Τη δροσιά του

Θερμαϊκού απολαμβάνουν όσοι ζουν στην παράκτια περιοχή της Θεσσαλονίκης,

αντίθετα με εκείνους που μένουν στο ιστορικό κέντρο.

«Άργος, Λάρισα, Αγρίνιο και κάμπος της Μεσαράς παρουσιάζουν το κατάλληλο

μικροκλίμα που ευνοεί τα ακραία καιρικά φαινόμενα», εξηγεί ο κ. Χάρης

Καμπεζίδης, φυσικός-μετεωρολόγος και διευθυντής ερευνών στο Ινστιτούτο Ερευνών

Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Αστεροσκοπείου Αθηνών. «Για

παράδειγμα ο κάμπος όπου βρίσκεται η Λάρισα είναι περικυκλωμένος από βουνά.

Αυτοί οι ορεινοί όγκοι εγκλωβίζουν τις θερμές αέριες μάζες. Στο Άργος έχει

βουνά από τη μία του πλευρά που εμποδίζουν τους ανέμους, σπάνια έχει υγρασία

και ενώ το καλοκαίρι έχει ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες το χειμώνα εμφανίζεται

εκεί το ακραίο φαινόμενο των παγετών», σημειώνει ο κ. Καμπεζίδης. Χαμηλότερες

θερμοκρασίες πάντως παρουσιάζουν συνήθως και οι πόλεις που βρίσκονται σε

υψόμετρο.

Στα Γιάννινα, την Τρίπολη, το Βόλο, την Κομοτηνή, τη Βέροια, την Καβάλα και το

Καρπενήσι ο υδράργυρος έφτανε κατά μέσο όρο τον Ιούνιο τους 28-30 βαθμούς

Κελσίου σε αντίθεση με τις πεδινές περιοχές όπου το θερμόμετρο ξεπερνούσε κατά

περιπτώσεις και τους 32 βαθμούς. «Κατά κανόνα πιο δροσερές είναι οι περιοχές

της Βόρειας Ελλάδας, καθώς βρίσκονται αφενός σε μεγαλύτερο γεωγραφικό πλάτος

και αφετέρου σε Μακεδονία και Θράκη φτάνουν οι “ουρές” των ψυχρότερων

συστημάτων που επηρεάζουν την Κεντρική Ευρώπη», λέει ο κ. Κώστας Λαγουβάρδος,

μετεωρολόγος και επιστημονικός συνεργάτης στο Αστεροσκοπείο Αθηνών.

Στα μελτέμια που φυσούν στο Αιγαίο και στη μεγάλη θερμοχωρητικότητα της

θάλασσας οφείλονται οι χαμηλότερες θερμοκρασίες που σημειώνονται πάντα στα

νησιά των Κυκλάδων. «Σπάνια θα συναντήσουμε καταιγίδες και ακραία

θερμοκρασιακά φαινόμενα στα νησιά. Αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι η

θερμοκρασία στην επιφάνεια της θάλασσας δεν παρουσιάζει έντονες μεταβολές»,

σημειώνει ο κ. Λαγουβάρδος. Αν και τα νησιά έχουν συνήθως το καλοκαίρι 3 έως

και 5 βαθμούς χαμηλότερη θερμοκρασία από την Ηπειρωτική Ελλάδα, το Ιόνιο είναι

πιο ζεστό από το Αιγαίο και συγκεκριμένα τις Κυκλάδες. Όπως αναφέρει ο κ.

Καμπεζίδης «η οροσειρά της Πίνδου εμποδίζει τα μελτέμια που φυσούν στο Αιγαίο

να φτάσουν στα νησιά του Ιονίου». Αλλά και στην Κρήτη, οι καταβατικοί άνεμοι

που φυσούν στον κάμπο της Μεσαράς και στις περιοχές κάτω από τον Ψηλορείτη και

προς τα νότια ανεβάζουν αισθητά το θερμόμετρο σε σύγκριση με τη βόρεια πλευρά

της Μεγαλονήσου.

ΑΘΗΝΑ

Δεν… αναπνέει

Εδώ και δύο χρόνια, ειδικό πρόγραμμα διερεύνησης της θερμοκρασιακής κατανομής

στην Αθήνα έχει τεθεί σε εφαρμογή από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Με 40 σταθμούς,

σε όλην την Αθήνα, και έναν κινητό, η ερευνητική ομάδα έχει διαπιστώσει ότι οι

κάτοικοι του κέντρου της πόλης πλήττονται περισσότερο από όλους, όταν έχει

ζέστη. «Στα δυτικά προάστια, το θερμόμετρο κατά τη διάρκεια της ημέρας δείχνει

2 με 3 βαθμούς χαμηλότερα, από ό,τι στο κέντρο, ενώ τη νύχτα η θερμοκρασία

στις δύο περιοχές είναι ίδια, αν και κάποιες φορές ανεβαίνει περισσότερο στα

δυτικά», λέει ο αναπληρωτής καθηγητής Φυσικής ο Μ. Σανταμούρης. Η θαλάσσια

αύρα στα νότια και η γειτνίαση με τις δασικές εκτάσεις στα βόρεια κάνει τις

δύο αυτές περιοχές τις πιο δροσερές του Λεκανοπεδίου. «Η πυκνή δόμηση, που

εγκλωβίζει την ηλιακή ενέργεια και την εκπέμπει σε μορφή θερμικής, σε

συνδυασμό με την έλλειψη πρασίνου και νερού, αυξάνουν σημαντικά τη θερμοκρασία

στο κέντρο και στα δυτικά της πρωτεύουσας» συμπληρώνει ο καθηγητής.

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Τείχος στην αύρα

Ούτε ο Θερμαϊκός Κόλπος δεν μπορεί να «σώσει» τους κατοίκους της

συμπρωτεύουσας που βρίσκονται στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Σε πολύ ζεστές

ημέρες του καλοκαιριού, οι μέγιστες θερμοκρασιακές διαφορές ανάμεσα στο κέντρο

και στην παράκτια περιοχή της Καλαμαριάς, για παράδειγμα, φθάνουν και τους 8

βαθμούς Κελσίου, σύμφωνα με μετρήσεις που έχουν γίνει στο πλαίσιο ειδικού

προγράμματος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. «Η ιδιαίτερα πυκνή δόμηση κατά

μήκος της παραλίας δημιουργεί ένα τείχος πολυκατοικιών που αποκόπτουν την αύρα

του Θερμαϊκού από το να διεισδύσει στο εσωτερικό της πόλης», εξηγεί ο κ. Άγις

Παπαδόπουλος, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα μηχανολόγων μηχανικών – εργαστήριο

μετάδοσης θερμότητας και περιβαλλοντικής μηχανικής. Ύστερα από μετεωρολογικές

παρατηρήσεις που έγιναν στο πλαίσιο του προγράμματος από αεροπλάνο το

καλοκαίρι του 1999, διαπιστώθηκαν σημαντικές θερμοκρασιακές διαφορές στην πόλη.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Παπαστεργίου στα "15 λεπτά": Πώς θα μπλοκάρονται τα social media για παιδιά κάτω των 15