Και η προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες

είναι αντισυνταγματική, γιατί παραβιάζεται η θρησκευτική ελευθερία.

Χωρίς θρήσκευμα. Απολύτως νόμιμη κρίνουν οι εισηγητές στο Συμβούλιο της

Επικρατείας την αφαίρεση του θρησκεύματος από τις ταυτότητες. Αλλά ζητούν να

επανέλθει η ιθαγένεια…

Με αυτή την εισήγηση δύο σύμβουλοι Επικρατείας προτείνουν στην Ολομέλεια του

Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου να απορρίψει τις προσφυγές που έχουν

υποβληθεί κατά της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων για το ζήτημα των

ταυτοτήτων.

Οι δύο εισηγητές κ.κ. Θ. Χατζηπαύλου και Δ. Πετρούλιας στις εισηγήσεις τους

αντικρούουν ένα προς ένα τα επιχειρήματα κληρικών, καθηγητών Θεολογίας και των

υπόλοιπων προσφευγόντων (με την ιδιότητα του χριστιανού ορθοδόξου) για το

ζήτημα των ταυτοτήτων και σημειώνουν ότι η απόφαση της ανεξάρτητης Αρχής ­ και

συνακόλουθα του υπουργείου Δημόσιας Τάξης που την εφάρμοσε ­ είναι απολύτως

νόμιμη και συνταγματική.

Οι οκτώ προσφυγές που έχουν υποβληθεί στο ΣτΕ έχουν προσδιοριστεί να

συζητηθούν την ερχόμενη Παρασκευή. Την απόφασή αναμένει με ιδιαίτερο

ενδιαφέρον και η πλευρά της Ιεραρχίας, αφού μια ενδεχόμενη αρνητική δικαστική

απόφαση θα αποδυναμώσει σημαντικά τα επιχειρήματά της για το δημοψήφισμα.

Όπως επισημαίνουν οι δύο εισηγητές:

­ Το θρήσκευμα είναι ευαίσθητο δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα και η απόφαση της

ανεξάρτητης Αρχής έχει εκτελεστό χαρακτήρα, έπρεπε δηλαδή να εφαρμοσθεί από

την πλευρά της διοίκησης.

­ Το θρήσκευμα και γενικότερα οι θρησκευτικές πεποιθήσεις είναι σαφώς, ως μη

αντικειμενικό, στοιχείο μη συναφές, απρόσφορο και κατά συνεκδοχή ουδόλως

αναγκαίο για την εξυπηρέτηση του σκοπού του δελτίου ταυτότητας (αναγνώριση του

προσώπου)».

­ Η μη αναγραφή του θρησκεύματος στα δελτία ταυτότητας επιβάλλεται από τον

Νόμο 2472/97 (σ.σ.: για την προστασία των προσωπικών δεδομένων) και όχι, όπως

εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι προσφεύγοντες, από την πράξη της Αρχής Προστασίας

Προσωπικών Δεδομένων ή την υπουργική απόφαση.

«Συνειδησιακός καταναγκασμός»

Ειδικά για το ζήτημα της προαιρετικής αναγραφής του θρησκεύματος, οι δύο

εισηγητές σημειώνουν ότι επίσης παραβιάζεται το δικαίωμα της θρησκευτικής

ελευθερίας, καθώς:

­ «Η θρησκευτική ελευθερία δεν κατοχυρώνει μόνο το δικαίωμα του προσώπου να

αρνείται να εκδηλώνει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Κατοχυρώνει, στην

προκειμένη περίπτωση, και το δικαίωμα του μη ερωτάσθαι και μάλιστα από κρατικά

όργανα. Διότι άλλως και μόνον η θέση του ερωτήματος, συνιστά οπωσδήποτε έναν

συνειδησιακό καταναγκασμό και οδηγεί στη διαφοροποίηση, και μάλιστα δημόσια,

εκείνων που αρνούνται να απαντήσουν».

­ Η διαφοροποίηση αυτή «θα παρείχε και έδαφος ενδεχόμενων διακρίσεων (δυσμενών

ή ευμενών), κατά παράβαση του άρθρου 13 του Συντάγματος που ορίζει ότι η

απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις

θρησκευτικές πεποιθήσεις των πολιτών. Στην περίπτωση επομένως της προαιρετικής

αναγραφής θα είχαμε μια ελλιπή – χωλή θρησκευτική ελευθερία για μια κατηγορία

Ελλήνων…».

Εξάλλου, σε ό,τι αφορά τα υπέρ της αναγραφής επιχειρήματα, επειδή στο Σύνταγμα

ορίζεται ως «επικρατούσα θρησκεία» στην Ελλάδα η θρησκεία της Ανατολικής

Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας, στις εισηγήσεις τονίζεται ότι η διάταξη

(άρθρο 3) αφορά τις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους και «σε καμία περίπτωση δεν

μπορεί να θεωρηθεί ότι το άρθρο 3 συνεπάγεται τη σχετικοποίηση της

θρησκευτικής ελευθερίας, θεσπίζοντας προνομιακή μεταχείριση υπέρ των ορθοδόξων

χριστιανών…».

Αντιθέτως, οι δύο εισηγητές κρίνουν ότι δεν πρέπει να απαλειφθεί από τις

ταυτότητες η αναγραφή της ιθαγένειας, θεωρώντας ότι παραβιάζονται οι σχετικές

Κοινοτικές Οδηγίες. Σύμφωνα με τις εισηγήσεις ­ που τάσσονται κατά το μέρος

αυτό υπέρ των προσφευγόντων ­ η ιθαγένεια δεν αποτελεί «ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.