Η πόλη και τα περίχωρα του Χάνδακα (Μ. Βοschini, Il regnotuttodi Candia,

1651)

Το 1228 ξέσπασε στην Κρήτη, και παρά την πρόσφατα διαμορφωθείσα κοινωνική

ηρεμία, μια πολιτική κρίση. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας της Νίκαιας, ο Ιωάννης

Βατάτζης, νόμιμος διεκδικητής του βασιλείου των Ρωμαίων, στήριξε την εξέγερση

των αρχόντων Σκορδίλλη και Μελισσηνών. Η ροή των γεγονότων έχει τυπολογική

αξία: α’ φάση (σύγκρουση): ο δούκας της Κρήτης ζητά τη βοήθεια του δούκα του

αρχιπελάγους εναντίον των εξεγερμένων. Ο Βατάτζης βοηθά τους εξεγερμένους

στέλνοντας ένα στόλο. Οι εξεγερμένοι καταλαμβάνουν φρούρια. β’ φάση

(διαπραγματεύσεις): ο Βενετός δούκας αρχίζει χωριστές διαπραγματεύσεις με τους

Βυζαντινούς που είχαν έρθει για βοήθεια. γ’ φάση (συνθήκες): Οι

διαπραγματεύσεις που άρχισαν με τους Βυζαντινούς δεν πήγαν καλά (λόγω μιας

φυσικής καταστροφής που έπληξε το εκστρατευτικό σώμα) αλλά γίνονται άμεσες

διαπραγματεύσεις με τους εξεγερμένους και συνάπτονται συμφωνίες με τους

κύριους αρχηγούς τους. Αυτοί ορκίζονται πίστη στους Βενετούς και παίρνουν τα

γνωστά φεουδαλικά ανταλλάγματα. Άλλοι άρχοντες παραμένουν στα σημεία που έχουν

καταλάβει κατά την εξέγερση. Τους αναγνωρίζεται το αρχοντικό τους δικαίωμα να

τύχουν ξεχωριστών διαπραγματεύσεων αφού πρώτα και οι δύο πλευρές κάνουν

επίδειξη των δυνάμεών τους. Οι εξεγερμένοι στηρίζονται στις βυζαντινές

δυνάμεις που ξανάρχονται να τους βοηθήσουν, οι Βενετοί τους πολιορκούν όπου

τους βρουν, ενώ τους αδυνατίζουν πολιτικά συνάπτοντας συμμαχίες με άλλους

Ρωμαίους άρχοντες, ακόμα και εκτός Κρήτης, όπως με τον Λέοντα Γαβαλά της

Ρόδου. Ακολουθούν τελικές διαπραγματεύσεις, όρκοι πίστεως, ανταλλάγματα σε

φέουδα και δικαιώματα που διευρύνουν την πολιτική συμμετοχή των ντόπιων

αρχόντων.

Η πόλη και τα περίχωρα του Ρεθύμνου (Α. Oddi, Citta, fortezze, porti, redotti

etc 1601)

Το σύστημα ώς εδώ λειτουργεί. Μια κοινωνία αρχόντων, Λατίνων και Γραικών, που

ακολουθώντας τις λογικές δύο συστημάτων που συγκλίνουν σε πολλά και πάντως

στην κυριαρχία της ηγετικής ομάδας, λύνει τις διαφορές της με μια συγκεκριμένη

διαπραγματευτική χρήση του πολέμου, χρήση που σε δόσεις, συντηρούσε

κανονικότατα την αρχοντική ιδεολογία και των δύο πλευρών. Οι καθεστωτικές

προεκτάσεις που μπορούσε να πάρει μια κινητοποίηση αρχόντων που θα στηριζόταν

σε άλλα κριτήρια από τη διατήρηση των εξουσιών τους, όπως π.χ. μια εξέγερση

χάρη ενός άλλου κράτους όπως π.χ. του βυζαντινού ή του γενουατικού,

περιορίζονταν γρήγορα από τα μεγάλα περιθώρια που άφηναν στον κυρίαρχο οι

τρόποι άσκησης της εξουσίας της εποχής: πίεση και παρενόχληση σε πρώτη φάση,

διαπραγμάτευση σε δεύτερη και στη συνέχεια ένταξη σ’ ένα προνομιακό σύστημα.

Ένα σύστημα που θα ολοκληρωθεί μάλιστα όταν επιτραπούν οι γάμοι μεταξύ των

μελών των ανώτερων στρωμάτων των δύο εθνικών ομάδων (να υπορείται ποιείν

συμπεθερίας μετά των λατίνων) και οδηγηθούν τότε αυτές σε ό, τι οι

ανθρωπολόγοι θα ονόμαζαν κοινωνική οργάνωση των ανταλλαγών των μελών των

ομάδων και της αναπαραγωγής, μια συμμαχία που συνιστά ένα προνομιακό εργαλείο

συνοχής των ομαδοποιήσεων.

Ας υπενθυμίσουμε ότι οι μέθοδοι αυτές διακανονισμού των πολιτικών προβλημάτων

είναι εξαιρετικά οικείες στον μεσαιωνικό κόσμο και εξηγούν και σε μεγάλο βαθμό

τις ίδιες τις κρατικές τακτικές: το 1261, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας υποκινεί

μια εξέγερση (παρενόχληση) στην Κρήτη για να αναγνωρίσει ωστόσο το 1265 την

κατοχή της από τους Βενετούς (18 Ιουνίου) ενώ η Βενετία είχε συνθηκολογήσει

από τις 3 Φεβρουαρίου του ίδιου χρόνου με τους εξεγερμένους. Ο πραγματισμός εκ

μέρους όλων και η υποστήριξη πολύ συγκεκριμένων προνομίων κατά ομάδα

περιορίζουν τα μεγάλα πολιτικά σχέδια που θα ανέτρεπαν εδραιωμένους

κοινωνικούς συσχετισμούς. Και η πιο μεγάλη αριστοκρατική εξέγερση (1283-1299),

εκείνη του Αλέξιου Καλλέργη, που είχε σίγουρα επικές στιγμές που συγκίνησαν

τους μεταγενέστερους, υπακούει απόλυτα στη λογική των φεουδαρχών (αρχόντων)

της εποχής και συνοψίζεται στην προσπάθειά τους να κυριαρχήσουν και να

διατηρήσουν τους ανθρώπους τους στον προνομιακό τους χώρο.

Οι Ρωμαίοι άρχοντες έγιναν “ολοκληρωμένα” μέλη του πολιτικού συστήματος που

λειτούργησε στην Κρήτη με τη βενετική κατάκτηση. Μέλη της πολιτικής κοινωνίας

τους, συνεισφέροντας με τις πολιτιστικές τους και θρησκευτικές ιδιαιτερότητες

τόσο στη συγκρότησή της όσο και στη διατήρησή της. Διατήρησαν τα

ακριβοκερδισμένα προνόμιά τους αντιπροσφέροντας σε συνεκτικότητα. Έτσι

εξηγείται και η προθυμία ορισμένων απ’ αυτούς, επιφανών μάλιστα, να σπεύσουν

να καταπνίξουν την κάπως ύστερη εξέγερση ενός ομοίου τους, του Πέτρου Βλαστού,

που το 1460, σε συνεργασία με πολλούς ανθενωτικούς μοναχούς αντιστάθηκε στις

επιλογές της Βενετίας τη συγκεκριμένη εποχή (επιβολή της ένωσης των δύο

Εκκλησιών). Αν λάβουμε υπόψη ότι στην καταστολή του Βλαστού πήραν μέρος με

διάφορους τρόπους φιλοβενετοί ιερείς αλλά και Εβραίοι, θα άξιζε να αναλύσουμε

περισσότερο αν πίσω απ’ αυτήν την εξέγερση δεν βρίσκονταν, εν μέρει

τουλάχιστον, οι δυσαρεστημένες, από την τοκογλυφία και οι μη προνομιούχες

ομάδες του πληθυσμού. Θα άξιζε επίσης να διερευνηθεί αν οι ανθενωτικοί μοναχοί

και κοσμικοί δεν θεωρούνταν από τη Βενετία ως δρώντες για λογαρισμό των

Οθωμανών και άρα αυτόματα ως καθεστωτική απειλή. Ανάμεσά τους και

δυσαρεστημένοι, περιθωριοποιημένοι άρχοντες, που θα δούμε ότι θα

πολλαπλασιασθούν.

Η πόλη και η περιοχή της Σητείας (1631) (R. Monanni, Descrizione topografica

di Candia, 1631)

Με τα ερωτήματα αυτά ερχόμαστε στο τελευταίο και κύριο:

Λειτούργησε το σύστημα αφομοίωσης των τοπικών ελίτ; Ναι, αλλά με τις

αντιφάσεις του. Η αρχοντική νοοτροπία και οι φεουδαρχικές συνήθειες, κοινές

τώρα στις δύο ελίτ, με τις δικές τους διαιτητικές λογικές και τον τύπο

οικονομικών σχέσεων που συνεπάγονταν (περιορισμός της γαιοπροσόδου/αύξηση των

απαιτήσεων του ηγεμόνα) οδήγησαν σε ένα έλλειμμα των σχέσεων με τη βενετική

μητρόπολη που οδήγησε σε τι άλλο, σε μια παραδοσιακή εκ πρώτης όψεως αρχοντική

σύγκρουση (1363-1366) μεταξύ Βενετίας και Βενετών και Ρωμαίων αρχόντων

(επανάσταση του Αγίου Τίτου). Αυτή η σύγκρουση ήταν μια πραγματική επανάσταση,

εφόσον στο φεουδαρχικό δίκαιο, αν αμφισβητούνταν η θέση του ηγεμόνα ως ψιλού

κυριάρχου, θέση θεμελιώδης, το οικοδόμημα θα κατέρρεε, θα επικρατούσε δηλαδή

αναρχία και ασταμάτητοι πόλεμοι μεταξύ των αρχόντων. Δεν είναι τυχαίο ότι

ανησύχησε και ο ίδιος ο Πάπας και όλοι οι ηγεμόνες. Αυτό ως προς την πρώτη

αντίφαση του συστήματος που περικλείει και μια δεύτερη. Η φεουδαρχία ήταν ένα

σύστημα που εξασφάλιζε την κυριαρχία δένοντας τους ανθρώπους με τη γη τους και

εξασφάλιζοντας έτσι και την παραγωγή. Πέτυχε αυτό στην Κρήτη; Η απάντηση θα

ήταν μόνον μερικώς. Οι άνθρωποι δεν έφθαναν για τα φέουδα και η παραγωγή

οδήγησε ή σε ανεπάρκειες ή σε επενδύσεις που μείωσαν τη σημασία των φεουδαρχών

πλουτίζοντας άλλους. Τέλος η ίδια η άμυνα και η τάξη του νησιού χρειάστηκε

συμπληρωματικές, εξωφεουδαρχικές δυνάμεις -οι φεουδάρχες αδυνατούσαν να τις

εξασφαλίσουν- με αποτέλεσμα στην πολιτική τους διαπραγματευτική ικανότητα με

το κράτος (τη Βενετία) να καταστούν εξαιρετικά αδύναμοι συνομιλητές. Από τη

μεριά του, το κράτος, ειδικά κατά τον 16ο αιώνα, βρέθηκε μπροστά σ’ ένα

σύστημα που είχε μεν εγκαθιδρύσει το ίδιο αλλά τώρα τού ήταν μάλλον τροχοπέδη

σε οποιοδήποτε εκσυγχρονισμό, ιδίως της παραγωγής. Η ισχυρή τους ιδεολογία, οι

διασυνδέσεις τους, το κοινωνικό τους κύρος, έστω και συμβολικό, καθιστούσε

τους άρχοντες ανθεκτικούς.

Άλλωστε, όλοι οι άρχοντες και όλοι οι Βενετοί φεουδάρχες δεν επωφελήθηκαν από

το σύστημα. Πολλοί, ιδίως αρχοντορωμαίοι, παρέμειναν βουνίσιοι, υπερήφανοι και

αρχοντικοί, αλλά εκτός του νέου πολιτικού πολιτισμού που είχε ξαναφέρει την

εξουσία στην πόλη και μέσα στα τείχη της, παίρνοντάς την από την ύπαιθρο των

αρχόντων. Στην ασφυξία τους, αυτοί οι τελευταίοι άρχοντες των ορέων

εξεγέρθηκαν ακόμα και τον 16ο αιώνα (1509, 1526, 1571), αλλά ούτως ή άλλως

απεγνωσμένα. Είχαν πια παγιωθεί τέτοιες καταστάσεις, οικονομικές και

κοινωνικές, δηλαδή πολιτιστικές, που οι μικροί πρίγκιπες των ορέων, αν και

επίφοβοι ως ορεσίβιοι, ήταν, πια, μάλλον γραφικοί πολιτικά. Οι εξεγέρσεις

τώρα, τον 16ο αιώνα, καταπνίγονται και δεν καταλήγουν σε βολικές

διαπραγματεύσεις μεταξύ ομοίων, που ρυθμίζουν αμοιβαία συμφέροντα.

Η πραγματική ίσως επανάσταση στη βενετική Κρήτη ήταν η αναγέννηση των πόλεών

της και η δημιουργία μέσα σ’ αυτές μεσαίων τάξεων. Αλλά αυτή η επανάσταση δεν

ήταν μια ιστορία εξεγέρσεων.

Βιβλιογραφία

Χρύσας Μαλτέζου, “Η Κρήτη στη διάρκεια της περιόδου της Βενετοκρατίας

(1211-1669)”, Κρήτη, Ιστορία και πολιτισμός, Ηράκλειο Κρήτης,

1988, σελ. 105-162.

Ν. Σβορώνου, “Το νόημα και η τυπολογία των κρητικών επαναστάσεων του

13ου αι.”, Θησαυρίσματα, 8 (1989) 1-14.

Κ. Μέρτζιος, “Η συνθήκη Ενετών-Καλλέργη και οι συνοδεύοντες αυτή

κατάλογοι”, Κρητικά Χρονικά, 3 (1949) 262-292.

Γ. Πλουμίδη, Οι βενετοκρατούμενες ελληνικές χώρες μεταξύ του

δεύτερου και του τρίτου Τουρκοβενετικού πολέμου (1503-1537), Ιωάννινα

1974.

G. Ortalli, “Venezia e Creta. Fortune e contraccolpi di una conquista”,

Venezia e Creta, Βενετία 1998, σελ.9- 32.

G. Ravegnani, “La conquista veneziana di Creta e la prima

organizzazione militare dell’isola”, Venezia e Creta, Βενετία 1998,

33-42.

Αναστασίας Παπαδίας-Λάλα, Αγροτικές ταραχές και εξεγέρσεις στη

βενετοκρατούμενη Κρήτη (1509-1528), Αθήνα 1983 (διδ. διατριβή).

Ν.Ε. Karapidakis, “Ι rapporti fra “governanti e governati” nella Creta

veneziana: una questione che puo` essere riaperta”, Venezia e Creta,

Βενετία, 1998, 233-244.

Κατερίνας Π. Μπαντιά, “Η βενετοκρητική συνθήκη του 1265. Διπλωματική

έκδοση του κειμένου”, Κρητική Εστία, Δ’ 2 (1988) 102-135.

Ο Νίκος Καραπιδάκης είναι Αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας στο Ιόνιο

Πανεπιστήμιο, τ. διευθυντής των Γενικών Αρχείων του Κράτους

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.