«Πολλές φορές, κατά την απονομή της Δικαιοσύνης, η ζυγαριά δεν γέρνει

ούτε προς τη μια ούτε προς την άλλη πλευρά. Ή, μάλλον, γέρνει πότε προς τη μια

και πότε προς την άλλη. Αυτό συμβαίνει όταν οι αποδείξεις είναι περίπου

ισοδύναμες, οπότε γεννώνται αμφιβολίες ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου.

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, επί σοβαρών ιδίως υποθέσεων, όπου κρίνεται η

ελευθερία αλλά και η τιμή και η υπόληψη του κατηγορουμένου,(στο παρελθόν, πριν

από την κατάργηση της θανατικής ποινής και η ζωή του), στη συνείδηση των

δικαστών και των εισαγγελέων διεξάγεται μια φοβερή πάλη. Το φάσμα της αδίκου

καταδίκης, η οποία συνεπάγεται εγκλεισμό του κατηγορουμένου στις φυλακές,

συντριβή της προσωπικότητός του, στέρηση της προσωπικής του ελευθερίας και

ισόβιο κοινωνικό στιγματισμό του, προκαλεί δέος σ’ αυτούς. Εξίσου όμως δέος

τούς προκαλεί η σκέψη ότι θα αφήσουν ελεύθερο έναν ο οποίος ενδεχομένως να

έχει διαπράξει κάποιο βαρύτατο ή ειδεχθές έγκλημα. Και στις δύο περιπτώσεις η

συνειδησιακή πάλη εκείνων που απονέμουν τη Δικαιοσύνη είναι δραματική. Η πάλη,

όμως, αυτή δεν μπορεί να έχει άλλη έκβαση, παρά μόνο την αθώωση του

κατηγορουμένου. Κι αυτό γιατί και για τον δικαστή ισχύει η λαϊκή ρήση «κάλλιο

δέκα ένοχοι έξω, παρά ένας αθώος στη φυλακή». Βεβαίως, ακόμη κι αν τελικώς οι

αμφιβολίες δεν είναι τόσο έντονες, ώστε να υπερισχύσουν των ενοχοποιητικών

στοιχείων και να οδηγήσουν τους δικαστές στην αθώωση του κατηγορουμένου,

υπάρχει το ένδικο μέσο της έφεσης ­ αν πρόκειται για πρωτόδικη απόφαση ­ που

δίνει τη δυνατότητα επανεξέτασης της υπόθεσης. Αν πρόκειται για πεπλανημένη

απόφαση του Εφετείου, ύστερα από προσφυγή στον Άρειο Πάγο ­ εφόσον ευδοκιμήσει

­ αναιρείται και η δίκη επαναλαμβάνεται. Οι αμφιβολίες, αν πράγματι προβάλλουν

κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, είναι βέβαιο πως, σε κάποιο από τα

προαναφερθέντα στάδια, θα «επιβληθούν» στη συνείδηση των δικαστών».

Το τραγικό τέλος της ζωής του Κύπριου Μάριου Γεωργίου, του φοιτητή που

κατηγορήθηκε, καταδικάστηκε και στη συνέχεια αθωώθηκε λόγω αμφιβολιών για τη

δολοφονία της ηλικιωμένης γυναίκας, φέρνει αναγκαστικά στο προσκήνιο τα

αμφιλεγόμενα εγκλήματα.

Ο άτυχος νέος, που είχε έρθει στην Αθήνα για να σπουδάσει, βρέθηκε ένα βράδυ

Τσικνοπέμπτης, έπειτα από διασκέδαση, πάνω από το πτώμα της Αργυρώς Θάνου,

μέσα στο ισόγειο διαμέρισμά της. Τί πιο φυσικό από το να κατηγορηθεί για την

ανθρωποκτονία;

Όλα τα υπόλοιπα στοιχεία συνηγορούσαν υπέρ της μη ανάμειξής του στο έγκλημα.

Ποιος το είχε κάνει όμως, αν όχι εκείνος που βρέθηκε από πάνω της; Έτσι

σκέφθηκαν οι δικαστές του πρώτου βαθμού και τού επέβαλαν πολυετή κάθειρξη.

Ο Μάριος έμεινε στη φυλακή πάνω από δύο χρόνια επιμένοντας πως είναι αθώος και

περιμένοντας το Εφετείο. Όπου οι αμφιβολίες υπερίσχυσαν. Ο νεαρός Κύπριος

κυρήχθηκε αθώος, αφού μόνο ο κοινός νους τον είχε «δει» να σκοτώνει τη

γυναίκα.

Τα δικαστήρια όμως δεν αρκούνται σ’ αυτό για να καταδικάσουν. Αναζητούν

χειροπιαστά στοιχεία. Έστω ένα. Αν π.χ. ο φερόμενος ως δράστης δεν έχει ούτε

ίχνος αίματος πάνω στο λευκό πουκάμισό του, τη στιγμή που το θύμα είναι

κατακρεουργημένο, πώς να στηρίξουν την ενοχή;

Η θέση των δικαστών, όταν καλούνται να κρίνουν παρόμοιες υποθέσεις, είναι

δυσχερέστατη. Οι συγγενείς του θύματος αξιώνουν δικαίωση. Απαιτούν την τιμωρία

του κατηγορουμένου, τον οποίο εκείνοι ­ εφόσον το βεβαιώνουν οι διωκτικές

αρχές ­ θεωρούν και δράστη του εγκλήματος.

Τα αποδεικτικά στοιχεία όμως δεν τους βοηθούν. Κι αν ο άνθρωπος που έχουν

απέναντί τους δεν έχει σχέση με το αδίκημα; Οι αμφιβολίες τους βασανίζουν. Δεν

τους επιτρέπουν να συνταχθούν με το κατηγορητήριο.

Η αθώωση «λόγω αμφιβολιών» προκαλεί την αγανάκτηση των παθόντων. Το ερώτημα

«ποιος είναι τελικώς ο δράστης;» ζητεί μια απάντηση που, πιθανόν, να μη δοθεί

ποτέ. Η συνείδηση των δικαστών ωστόσο είναι ήσυχη. Ακόμη κι αν έχουν πλανηθεί…

ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΑ ΒΡΟΝΤΑΚΗ

Κληρονομικά… μαχαίρια

Κρυσταλλία Βροντάκη. Καταγγέλλει σχέδιο εξόντωσής της εξυφασμένο από

αστυνομικούς και συγγενείς

Είχαν περάσει εννέα μήνες από τη δολοφονία του 32χρονου Γιώργου Βροντάκη. Το

τραγικό περιστατικό είχε συμβεί μια νύχτα, αρχές Ιουνίου 1999, στο σπίτι του,

την ώρα που όλη η οικογένεια κοιμόταν. Ο 9χρονος τότε Μανώλης, ο μεγαλύτερος

από τους δύο γιους, ξύπνησε από ένα θόρυβο.

Οταν σηκώθηκε, βρήκε τη μητέρα του δεμένη σε μια καρέκλα και φιμωμένη. Ο

πατέρας του ήταν νεκρός στο κρεβάτι. Το έγκλημα παρέμεινε ανεξιχνίαστο… έως

τον περασμένο Μάρτιο. Τότε, η Αστυνομία συνέλαβε ως υπαίτια του φόνου τη χήρα

του θύματος, Κρυσταλλία. Το κατηγορητήριο στηρίχθηκε στις καταθέσεις των μελών

της οικογένειας Βροντάκη, οι οποίες απέκτησαν ξαφνικά τελείως διαφορετικό

περιεχόμενο από το αρχικό.

Αμέσως μετά τη δολοφονία, όλοι οι συγγενείς του θύματος ­ γονείς, αδέλφια,

νύφες ­ είχαν αναφερθεί με τα καλύτερα λόγια στην οικογενειακή κατάσταση του

Γιώργου Βροντάκη, ενώ οι υποψίες τους είχαν στραφεί σε άγνωστους δράστες. Τα

κοινά οικονομικά συμφέροντα των μελών της οικογένειας Βροντάκη αποτέλεσαν, ως

συνήθως, αφορμή διενέξεων μεταξύ της χήρας και των συγγενών του συζύγου της.

Οι απαιτήσεις της προφανώς τούς ενόχλησαν σε τέτοιο βαθμό ώστε άρχισαν σιγά

σιγά να υποπτεύονται τη νύφη τους για τη διάπραξη του εγκλήματος.

Ο «φάκελος» άνοιξε και πάλι. Λίγο ο ένας «τσακώνονταν διαρκώς», λίγο ο άλλος

«δεν ήθελε να τον βλέπει», λίγο οι διαβεβαιώσεις τους, πως η Κρυσταλλία είχε

δεσμό με έναν Αλβανό που εργαζόταν στην οικοδομή τους, οι διαδικασίες για τη

σύλληψή της κινήθηκαν ταχύτατα. Η ίδια αρνείται τα πάντα.

Ο γιος της περιγράφει τη νύχτα του φόνου όπως ακριβώς και στην πρώτη του

κατάθεση. Πως ξύπνησε, πως βρήκε τη μητέρα του δεμένη και τον πατέρα του

νεκρό, σκεπασμένο με το πάπλωμα…

Η Κρυσταλλία, από τη φυλακή όπου κρατείται από τον Μάρτιο του 2000, ζητεί να

εξετασθεί κατ’ αντιπαράσταση με τον αστυνόμο Α’ Κων. Κουζέλη, που υπηρετεί στο

τμήμα δίωξης των εγκλημάτων κατά της ζωής, της Ασφάλειας Αττικής, προκειμένου

να διαπιστωθεί ότι η δίωξή της για την ανθρωποκτονία στηρίχθηκε σε σχέδιο το

οποίο εξυφάνθηκε από τον αστυνομικό και την οικογένεια του δολοφονημένου

συζύγου της, με σκοπό να στερηθεί η ίδια και τα παιδιά της των κληρονομικών

δικαιωμάτων τους.

Στην αίτησή της προς την ανακρίτρια, που ήδη απορρίφθηκε, καταγγέλλει πως ο

συγκεκριμένος αστυνομικός, ο οποίος ­ προσθέτει ­ διατηρεί φιλικές σχέσεις με

την οικογένεια Βροντάκη, τη συμβούλευε, λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία, να

παραιτηθεί όλων των κληρονομικών δικαιωμάτων της και «να τα βρει με τον πεθερό

της, γιατί αλλιώς θα πήγαινε κατηγορουμένη». Της συνιστούσε, επίσης, όπως

ισχυρίζεται η κατηγορουμένη, να φύγει στο εξωτερικό με τα παιδιά της για «να

μην την κλείσει ο πεθερός της φυλακή», και όταν διατύπωνε τις υποψίες της ­

μετά τη δολοφονία του συζύγου της ­ εις βάρος των εχθρών, που είχε λόγω «της

σκληρής τοκογλυφίας στην οποία επιδίδονταν οικογενειακώς», ο αστυνομικός της

έλεγε: «Δεν κάνει να τα γράψουμε αυτά, και μην τα λες γιατί προσβάλλεις τη

μνήμη του».

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΜΠΙΣΚΙΝΗ

Βεβαιότητα με… λεπτομερείς αμφιβολίες

Παρασκευή Μπισκίνη. Ο Αλβανός εραστής θύματος και κατηγορουμένης «έπαιξε» τον

κύριο ρόλο, λέει

Και οι δύο πυροβολισμοί βρήκαν στόχο. Η φαρμακοποιός Εναρέτη Ζήση, με δύο

σφαίρες στο κεφάλι, πέφτει στον διάδρομο του τρίτου ορόφου τής επί της οδού

Πινδάρου 11 πολυκατοικίας. Έξω ακριβώς από το διαμέρισμά της. Ήταν Τρίτη, δέκα

παρά πέντε το πρωί, της 20ής Απριλίου 1999.

Ο δράστης δεν έγινε αντιληπτός από κανένα. Ούτε κατά την είσοδο ούτε κατά την

έξοδό του από την πολυκατοικία. Η φαρμακοποιός μεταφέρθηκε στο ΚΑΤ, όπου

εξέπνευσε έξι μέρες αργότερα. Ωστόσο το κατηγορητήριο συντάχθηκε χωρίς

ενδοιασμούς. Όχι κατά αγνώστων, αλλά κατά της Παρασκευής Μπισκίνη, υπαλλήλου

της Πολιτικής Αεροπορίας. Κατέταξαν μάλιστα τη δολοφονία της 47χρονης Εναρέτης

Ζήση στα εγκλήματα πάθους.

Μάρτυρες που γνώριζαν πολλά αναφέρθηκαν με λεπτομέρειες στην πολυετή ερωτική

σχέση του θύματος με τη φερόμενη ως δράστιδα. Δεν τους έμενε, όπως κατέθεσαν,

καμιά αμφιβολία πως το πάθος ώθησε την Παρασκευή Μπισκίνη στην αποτρόπαια

πράξη της. Όταν μάλιστα αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε πουθενά, η βεβαιότητα περί

της ενοχής της παρέκαμψε οποιαδήποτε αμφιβολία.

Πέρασαν έτσι τέσσερις μήνες. Η Παρασκευή Μπισκίνη βρισκόταν κάπου στο

εξωτερικό. Όλα έδειχναν πως κρυβόταν για να αποφύγει τη σύλληψη. Στις αρχές

του περασμένου Σεπτεμβρίου συνελήφθη στα σύνορα Γερμανίας – Αυστρίας και δύο

μήνες αργότερα οδηγήθηκε στην ανακρίτρια. Ενώπιον της οποίας όχι μόνο αρνήθηκε

την κατηγορία, αλλά ανέπτυξε έναν τόσο λεπτομερή υπερασπιστικό ισχυρισμό, που

είναι αδύνατον να μην προβληματίσει τους δικαστές.

Η ερωτική της σχέση με τη φαρμακοποιό, όπως είπε, ξεκίνησε το 1991. Στο

ζευγάρι προσετέθη στη συνέχεια και ο σύζυγος του θύματος, ενώ από το 1997,

αντί του συζύγου, συμμετείχε στις… συναντήσεις τους ένας Αλβανός. Ο πολυετής

αυτός δεσμός πέρασε από διάφορα εμπόδια, καθώς ο σύζυγος της Παρασκευής

Μπισκίνη, μόλις το έμαθε, την υποχρέωσε να διακόψει. Η απόφασή της δεν άρεσε ­

σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ­ στη φίλη της και τον άνδρα της, με

αποτέλεσμα να μην την αφήνουν σε ησυχία.

«Λόγω της επιμονής της αλλά και των απειλών για το παιδί μου αναγκάστηκα να

επανασυνδεθούμε» υπογραμμίζει στην απολογία της. Αρνείται βεβαίως οποιαδήποτε

σχέση με επεισόδια που μεσολάβησαν, όπως ο τραυματισμός της φαρμακοποιού με

μαχαίρι το 1994 ­ «ουδέποτε μου επέρριψε ευθύνες,» λέει ­ ή ο τραυματισμός της

σε τροχαίο το 1997. «Η σχέση μας συνεχίστηκε με σκηνές ζηλοτυπίας και εξάρσεις

εκ μέρους της μέχρι τις 25 Σεπτεμβρίου 1998», προσθέτει και δεν διστάζει να

αποκαλύψει ότι μετά τη διάλυση της σχέσης τους, συνέχισαν η κάθε μια χωριστά

τις ερωτικές συναντήσεις με τον Αλβανό.

Την ημέρα του εγκλήματος, στις 9.30 το πρωί, η Παρασκευή Μπισκίνη ισχυρίζεται

πως είχε ραντεβού σε καφετέρια με τον ντετέκτιβ Κ. Σπύρου και στη συνέχεια με

τον δικηγόρο της Χαρ. Μιχάλη στις δώδεκα. Τελικά συναντήθηκαν κατευθείαν στο

δικηγορικό γραφείο, απ’ όπου εκείνη επικοινώνησε με τον Αλβανό, ο οποίος της

ζήτησε να συναντηθούν για ένα πολύ σοβαρό θέμα.

Η κατάληξη αυτής της συνάντησης, σύμφωνα με όσα περιγράφει η κατηγορουμένη,

ήταν να βρεθεί η ίδια στην Αλβανία, ναρκωμένη, και από εκεί στην Ιταλία

απειλούμενη από τον Αλβανό φίλο της ότι αν δεν δούλευε γι’ αυτόν ­ ώστε να του

φέρνει χρήματα ­ θα είχε την τύχη της φίλης της.

Τελικά κατόρθωσε να το σκάσει και να βρεθεί στη Γερμανία, όπου και παραδόθηκε,

όπως λέει, στις αρχές, όταν έμαθε ότι αναζητείται για τη δολοφονία της

φαρμακοποιού, ως υπαίτιο της οποίας εκείνη θεωρεί τον Αλβανό.