Τον αποκαλούν “αγαθό γίγαντα” ή “βουνό” και αυτός χαμογελά με αγάπη και

καλοσύνη. Έτσι όπως ακριβώς ταιριάζει στο ήθος του. Το ήθος που δέκα χρόνια

τώρα δίδαξε και εξακολουθεί να διδάσκει μέσα και έξω από τους αγωνιστικούς

χώρους ο Γιόζεφ Βάντσικ.

Ο Πολωνός που ήρθε στην Ελλάδα και έκλεψε τις καρδιές όχι μόνο των συμπαικτών

του, αλλά και των αντιπάλων του και αυτό είναι το πιο σημαντικό.

Όπως κάθε βουνό έχει δύο… πλευρές έτσι και ο Γιόζεφ έχει την… κρυφή του

πλευρά, που σήμερα θα αποκαλυφθεί μέσα από τις σελίδες της «ΟΜΑΔΑΣ». Τα

περισσότερα για τη ζωή του και τη συμπεριφορά του μέσα στους αγωνιστικούς

χώρους είναι λίγο-πολύ γνωστά. Αυτά που λίγοι γνωρίζουν, αυτά θέλησε να πει ο

Βάντσικ. Χαμογελαστός όπου χρειάζεται, σοβαρός τις περισσότερες φορές, αλλά

και αυστηρός (κυρίως με μας τους δημοσιογράφους), όταν κάτι φοβάται. Γι’ αυτό

και η κουβέντα μας, παρά τον φιλικό χαρακτήρα, πάντα περιείχε την αυστηρότητα,

που τον διακρίνει: “Σε παρακαλώ να τα γράψεις έτσι όπως τα είπα, γιατί αρκετές

φορές, έχουν παρεξηγηθεί κάποια λόγια”.

«Τα παιδικά χρόνια στην Πολωνία ήταν δύσκολα, αλλά περνούσαμε καλά. Στην

Ελλάδα όλοι με αγάπησαν και ευχαριστώ τον κόσμο του Παναθηναϊκού, αλλά και του

Απόλλωνα για τη στάση του»

Γεννημένος στις 13-8-1963 σε ένα μικρό χωριό της Πολωνίας, το Νταρνόσκι,

Γκούρι ο Γιόζεφ, ήταν το τρίτο παιδί της οικογένειας Βάντσικ. Δυστυχώς, όμως,

έμελλε να γίνει το δεύτερο, αφού η αδελφή του πέθανε και έτσι έμειναν αυτός

και η μεγάλη αδελφή, με την οποία έχει δέκα χρόνια διαφορά. Θυμάται με

νοσταλγία την Πολωνία και τη μικρή του πόλη. Την κοινωνία που μεγάλωσε, ένα

μέρος όπου οι περισσότεροι κάτοικοι ασχολούνταν με τα εργοστάσια που παράγουν

κάρβουνο. Το χωριό του, το Γκουρνίκι, εκεί όπου μεγάλωσε, εκεί όπου είδε για

πρώτη φορά τα όνειρά του να πλάθονται και τη μυρωδιά από το κάρβουνο να

μπαίνει βαθιά στο ρουθούνι.

“Ο πατέρας μου δούλευε σκληρά, στο εργοστάσιο, αλλά η οικογένειά μας περνούσε

αρκετά καλά. Ήταν δύσκολα χρόνια, αλλά δεν μας έλειψε τίποτα. Από μικρό παιδί,

τις ελεύθερες ώρες μου, πήγαινα με τους φίλους μου και έπαιζα ποδόσφαιρο.

Ήμουν από τους τυχερούς, αφού περίπου 100 μέτρα από το σπίτι μου, υπήρχε

γήπεδο και, μάλιστα, με χόρτο. Και όχι μόνο αυτό. Υπήρχε αίθουσα που κάναμε

βάρη και το πιο βασικό. Προπονητής που ασχολούνταν μαζί μας, που μας έμαθε τα

πρώτα μυστικά του ποδοσφαίρου, αλλά στο τέλος μας έφτιαχνε και τσάι να

πιούμε”.

Τότε ήταν που ξεκίνησε ο Βάντσικ. Σε ηλικία 12 ετών. “Όλα τα παιδιά έπαιζαν

ποδόσφαιρο και εγώ ήθελα να παίζω επιθετικός. Κάποια ημέρα, όμως, μας έλειπε ο

γκολκίπερ και εγώ ήμουν ο πιο μικρός, ο πιο νέος και βέβαια όταν οι

μεγαλύτεροι έδωσαν εντολή να αγωνιστώ κάτω απ’ τα δοκάρια το έκανα και ήμουν

καλός”.

Απρίλιος του ’93, μετά τον νικηφόρο τελικό του Κυπέλλου κόντρα στον

Ολυμπιακό. Το «βουνό» μαζί με τους Αποστολάκη, Καλογερά, Όσιμ, Γαλάκο, και Οικονομόπουλο

Με είδε ο προπονητής και από τότε άρχισε να μου κάνει ατομική προπόνηση δύο

φορές την εβδομάδα. Όχι, βέβαια, ότι είχα στο μυαλό μου το επαγγελματικό

ποδόσφαιρο. Πού μυαλό για τέτοια; Πρώτα απ’ όλα ήταν το σχολείο και μετά όλα

τ’ άλλα. Σε ηλικία 14 ετών έπαιζα βασικός στην ομάδα Ρόντγου του Γκουρνίκι,

σαν να λέμε ομάδα της Β’ Αθήνας. Η αρχή είχε γίνει. Τότε έπαιξα σε ένα

τουρνουά σχολείων και εκεί με είδαν από τη Ρούχορζοφ. Πήραμε τη δεύτερη θέση

στο τουρνουά. Είχε έρθει αρκετός κόσμος εκεί και σε ηλικία 16 ετών υπέγραψα

στη Ρούχορζοφ, αλλά το σχολείο, σχολείο. Ακόμα δεν σκεφτόμουν για να κάνω

επάγγελμα το ποδόσφαιρο. Για τον λόγο αυτό και τελείωσα το σχολείο και μετά

σπούδασα μηχανικός σε βαριές μηχανές και ειδικός στα κάρβουνα”.

Και έτσι τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους. Χωρίς ο ίδιος να πολυπιστεύει ότι

θα γίνει μεγάλος και τρανός από το ποδόσφαιρο. Δεκαοκτώ χρόνων αγωνίστηκε

βασικός γκολκίπερ στη Ρούχορζοφ και ύστερα στην Γκόρνικ και το 1990 ήρθε η

πρόταση από την Ελλάδα. Βασικός γκολκίπερ της Εθνικής Πολωνίας, τότε και ο

Κριστόφ (Βαζέχα) αγωνιζόταν, ήδη, έξι μήνες στον Παναθηναϊκό: “Είναι πολύ καλά

στην Ελλάδα μου είπε και αυτό ήταν. Συζήτησα με τον κ. Βαρδινογιάννη και ήρθα

στην πατρίδα σας, που τώρα, πλέον, είναι και πατρίδα μου, αφού έχω γίνει

Έλληνας. Είναι μεγάλη τιμή για μένα αυτό το γεγονός. Ποτέ δεν ξεχνώ την ομάδα

του χωριού μου, οι εικόνες του είναι τόσο έντονες στη μνήμη μου. Όποτε πηγαίνω

εκεί παίρνω μπάλες, εμφανίσεις και γενικά αθλητικό υλικό και τα δίνω στην

ομάδα. Είναι ένα πολύ μεγάλο και σημαντικό κομμάτι της ζωής μου, κάτι από

εμένα”.

Το “βουνό” πιστεύει πολύ στον Θεό. Είναι καθολικός όπως και όλη η οικογένειά

του: “Όποτε μπορώ πηγαίνω στην εκκλησία. Ανάβω ένα κεράκι και ζητώ απ’ τον Θεό

να μας έχει καλά. Τον Θεό τον έχω βαθιά στην καρδιά μου. Αυτός μας βοηθά στις

δύσκολες στιγμές, αυτός μας δίνει ό,τι έχουμε”.

Και, βέβαια, όπως οι περισσότεροι (αν όχι όλοι) οι άνθρωποι του αθλητισμού

έχει το γούρι του: “Μπαίνω πάντα με το αριστερό στο γήπεδο. Είναι το γούρι και

πάντα κάνω το ίδιο πράγμα πριν από κάθε αγώνα”.

Αυτή είναι η αθέατη πλευρά του “βουνού”. Τα πρώτα βήματα μέχρι την καθιέρωση

του Γιόζεφ Βάντσικ, που, πλέον, δεν τον ενοχλεί το παρατσούκλι: “Φίλε το έχω

συνηθίσει. Στον δρόμο όλοι με φωνάζουν έτσι και εγώ χαμογελώ, ο κόσμος μ’

αγαπά και μου το δείχνει, όπου βρεθώ. Τους ευχαριστώ από το βάθος της καρδιάς μου”.

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

«Θα διδάξω στα παιδιά τα μυστικά της θέσης»

Με το βαρύ πυροβολικό του Παναθηναϊκού, τον συμπατριώτη του Κριστόφ Βαζέχα

Το δεύτερο μεγάλο κομμάτι της ζωής του, το άλλο μισό της καριέρας του, είναι ο

Παναθηναϊκός. Ένα κομμάτι που το κρατά καλά σφραγισμένο στην καρδιά του, σαν

μυστικό. Δεν θέλει να μάθουν όλοι τι σημαίνει γι’ αυτόν ο ΠΑΟ, αλλά είναι

δύσκολο να κρυφτεί. Το πρόσφατο ματς του Απόλλωνα με τους «πράσινους» έβγαλε

στο πρόσωπό του πολλά: «Μόνο ευχαριστώ μπορώ να πω στον κόσμο του

Παναθηναϊκού. Δεν μπορεί κανείς να καταλάβει πώς αισθάνεται ένας άνθρωπος,

ύστερα από εννέα χρόνια να μπαίνει στο γήπεδο και όλοι να φωνάζουν ρυθμικά το

όνομά του, οι οπαδοί του “αντίπαλου” πλέον. Αναγνώριση. Μεγάλο πράγμα, τόσο

σημαντικό για έναν άνθρωπο, που σε γεμίζει όμως. Δύσκολο ταυτόχρονα. Έζησα

τόσα πράγματα στον Παναθηναϊκό ­ και καλές στιγμές και κακές. Όλα τα πράγματα

όμως έχουν ένα τέλος. Ό,τι έχει αρχή πρέπει να έχει και τέλος. Έτσι είναι η

ζωή και δεν αλλάζει. Έφυγα ως φίλος και έτσι θα παραμείνω. Οι σχέσεις μου

είναι άριστες, κακία δεν υπάρχει και όποτε πηγαίνω στην Παιανία όλοι μού

δείχνουν πόσο με αγαπούν. Ξέρεις πόσο σημαντικό είναι αυτό. Τώρα είμαι στον

Απόλλωνα, που όλοι με δέχθηκαν με αγάπη. Θα προσπαθώ με όλες μου τις δυνάμεις

για το καλό της ομάδας. Και στη Ριζούπολη βρήκα μία ακόμα οικογένεια.

Χρειάζεται προσπάθεια, αφού τα πράγματα είναι δύσκολα, αλλά πιστεύω ότι

μπορούμε να τα καταφέρουμε».

Ο Γιόζεφ πάντα σκέπτεται το μέλλον: «Σίγουρα θα ασχοληθώ με το ποδόσφαιρο.

Θέλω να ξεκινήσω από χαμηλά. Θέλω να κάνω σχολή για γκολκίπερ. Να μάθω στα

μικρά παιδιά τα μυστικά της θέσης και σιγά-σιγά να φθάσω πιο ψηλά και ίσως

γίνω και προπονητής σε κάποια ομάδα, εδώ. Ποιος ξέρει. Όλα είναι πιθανά. Η

σκέψη μου, πάντως, είναι στην Ελλάδα. Με δέχθηκε με τόση αγάπη και θέλω να

μείνω εδώ για να βοηθήσω τα μικρά παιδιά και να δώσω τις γνώσεις μου. Μου

αρέσει το κλίμα που δημιουργούν τα μικρά παιδιά. Δουλεύουν με γέλιο, με χαρά,

ζουν αυτό που τόσο πολύ τους αρέσει. Είναι τόσο σπουδαίο αυτό, που δεν μπορείς

να το αλλάξεις με τίποτα. Το χαμόγελο είναι το ευχαριστώ των μικρών και αυτό

δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτα στον κόσμο».

Μέχρι πότε θα παίζει όμως ποδόσφαιρο, το «βουνό»; «Όσο αντέχουν τα… χέρια

μου», απαντά γελώντας. Και συνεχίζει: «Άλλωστε, η καρδιά μου κτυπά για το

ποδόσφαιρο. Ζω γι’ αυτό και με γεμίζει. Για ποιο λόγο, λοιπόν, να τα παρατήσω

αφού μπορώ;».

Στο γήπεδο και η γνωριμία της ζωής του

Είναι υπερήφανος για τις δύο κόρες του. Τη 15χρονη Ντομινίκ και τη 10χρονη Ντάρια

Καλό το ποδόσφαιρο, καλή η μπάλα, αλλά οι πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής

τού Γιόζεφ είναι ο γάμος του και η γέννηση των παιδιών του. Ο Βάντσικ σε

ηλικία 21 ετών παντρεύτηκε την Κορνέλια, με την οποία έχει αποκτήσει δύο

κόρες. Σήμερα η Ντομινίκ είναι 15 ετών και η Ντάρια 10 χρόνων. Περιγράφει ο

Γιόζεφ πώς γνώρισε τη γυναίκα του: “Είχε έρθει σε έναν αγώνα της ομάδας του

χωριού μου, με τον θείο της. Και εγώ τότε ήμουν εκεί σαν θεατής. Δεν γνώριζε

ότι εγώ τότε αγωνιζόμουν σε ομάδα Α’ κατηγορίας. Μιλήσαμε, βγήκαμε αρκετές

φορές μαζί βόλτα και αυτό ήταν. Από τότε είμαστε μαζί. Έχουμε βοηθήσει πολύ ο

ένας τον άλλο. Μου έχει σταθεί στις δύσκολες στιγμές, αλλά και εγώ πάντα ήμουν

στο πλευρό της. Και ξέρεις ότι το ποδόσφαιρο έχει πολλές άσχημες στιγμές. Τα

πρώτα δύο χρόνια στην Ελλάδα ήταν δύσκολα για την Κορνέλια. Με δύο παιδιά,

χωρίς να ξέρει τη γλώσσα… αλλά τελικά τα καταφέραμε. Είμαι πολύ

ευχαριστημένος και με τη βοήθεια του Θεού όλα πήγαν καλά”. Η μεγάλη κόρη του,

η Ντομινίκ, ασχολείται πολύ με τον αθλητισμό: “Παίζει βόλεϊ, ασχολείται με τον

στίβο, παίζει ακόμα και ποδόσφαιρο και μάλιστα είναι καλή. Όποτε μπορούμε

πηγαίνουμε όλοι μαζί στην εκκλησία και αυτό μας βοηθά. Είμαι ευτυχισμένος με

την οικογένειά μου και αυτό είναι πολύ σημαντικό για έναν ποδοσφαιριστή, αφού

η σωστή οικογένεια είναι το πιο σημαντικό εφόδιο για να κάνεις μεγάλη καριέρα.

Κρατά τις ισορροπίες σε έναν πολύ δύσκολο χώρο και αυτό φαίνεται μέσα στο

γήπεδο. Ευχαριστώ τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου, για τη βοήθειά τους”.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.