Η Ευρώπη το 1937 είναι μια ήπειρος που στο μεγαλύτερο μέρος της

κατακλύζεται από δικτατορίες και αυταρχικά καθεστώτα: ο Χίτλερ, ο Στάλιν, ο

Μουσολίνι κ.λπ. Στην Ελλάδα έχουμε τη δικτατορία του Μεταξά. Οι εφημερίδες

τελούν υπό καθεστώς προληπτικής, κατασταλτικής και καθοδηγητικής λογοκρισίας.

Γράφουν μόνο ό,τι τους επιτρέπουν ή τους επιβάλλουν να γράφουν για:

* Τις περιοδείες του βασιλιά και του Μεταξά.

* Τον εμφύλιο πόλεμο στην Ισπανία και την προέλαση του Φράνκο.

* Τους αγρότες και τους εργάτες που «εξαίρουν» το «εθνικόν έργον της κυβερνήσεως».

* Τον έρανο για την Αεροπορία κ.α.

Είναι η γκρίζα εποχή, που η αλήθεια κυκλοφορεί μόνο από στόμα σε στόμα.

Πουθενά λ.χ. δεν αναφέρεται το νέο υπόμνημα του Θ. Σοφοκλή στον βασιλιά ή του

Π. Κανελλόπουλου (που του στοίχισε τη σύλληψη και την αποστολή του στην

εξορία), η Κοινή Διακήρυξη των Κομμάτων εναντίον της δικτατορίας της 4ης

Αυγούστου ή οι προσπάθειες του Α. Μιχαλακόπουλου και της νεολαίας και η

εξέγερση της Κρήτης.

Αλλά, παρ’ όλα αυτά, η Αποκριά ήρθε ακόμη μια φορά στην Αθήνα και οι Αθηναίοι

προσπάθησαν να διασκεδάσουν και ο ΜΙΜ. ΨΑΘ. (δηλαδή Δ. Ψαθάς) ήταν εκεί, για

να περιγράψει και να σαρκάσει τη μιζέρια τους. («Ελεύθερον Βήμα», 13.3.1937,

σελ. 3), με τίτλο «Αποκρηάτικη Αθήνα» και υπέρτιτλο «Ο λόγος περί κεφιού»:

«Ποιος είπε, λοιπόν, πως η Αθήνα δεν εγλέντησε εφέτος την αποκρηά της; Ποιος

διεπίστωσε τάχα πως δεν υπάρχει δήθεν κέφι, ευθυμία και διάθεσις προς πλήρες

και ολοκληρωτικό ξεφάντωμα σύμφωνα με όλους τους τύπους και τους κανόνας των

καθιερωμένων αποκρηάτικων παραδόσεων;

Στον αθηναϊκόν δρόμον το πτωχόν αλογάκι δεν παρέλειψε να κάνη το καθήκον του

κι ο καρνάβαλος με την παρέλασίν του έδωκε το πρόσταγμα του αποκρηάτικου

ξεφαντώματος, ώστε δεν θα ήταν υπερβολή να βεβαιώση κανείς μετά πεποιθήσεως

ότι πολλοί κατώρθωσαν και να διασκεδάσουν ακόμη.

Σαρκαστικός ο Δημήτρης Ψαθάς στο «Ελεύθερο Βήμα» (13.3.1937)

Αλλά στα κέντρα, στους δημοσίους χορούς έγινε το πραγματικό ξεφάντωμα (…)

Οπωσδήποτε προτού εμφανισθή το κέφι έρχεται το γκαρσόνι. Ο επί κεφαλής της

συντροφιάς ωχριά ελαφρώς, ρίχνει λοξές ματιές εις τον κατάλογον, μετρά νοερώς

τα μέλη της οικογενείας του, ψιθυρίζει ένα μασσημένον “τι θα πάρετε” και

απαντά ο ίδιος:

­ Μια μποτίλια κρασί.

­ Μάλιστα. Τίποτε άλλο;

­ Λίγα φρούτα.

Το γκαρσόνι φεύγει συνωφρυωμένον σαν να πηγαίνη να συντάξη υπόμνημα περί μη

επεμβάσεως εις την Ισπανίαν και πλησιάζει στα άλλα τραπεζάκια, όπου το

αντικρύζουν με δυσθυμίαν παρόμοιες παρέες. Επάνω, τα φώτα προσπαθούν να κάνουν

παν το δυνατόν για να δώσουν υποβλητικό τόνον εις την αίθουσαν, ενώ κάτω

κάποιος θαρραλέος οργιαστής κάνει ο άθλιος χειρονομίαν απονενοημένην. Πετά μια

σερπαντίνα που διαγράφει κύκλον στον αέρα και αποσπά την γενικήν προσοχήν. Ο

πάτερ φαμίλιας την παρακολουθεί με ανήσυχον βλέμμα να κατευθύνεται προς την

κόρη του και την βλέπει με φρίκην να πέφτη ακριβώς επάνω στα αλάβαστρα των

ώμων του θελκτικού βλαστού του, που ερωτά αν πρέπει να απαντήση επίσης διά σερπαντίνας.

­ Φρόνιμα, Νίτσα!

­ Μα μπαμπά…

­ Καν’ το κορόιδο!

Και συγχρόνως πιάνει μετά βδελυγμίας την σερπαντίνα από τους ώμους του

θελκτικού βλαστού και την πετά μακρυά.

Η αγαθή σύζυγος, τον πληθωρισμόν της οποίας προσπαθεί να περιορίσει ο κορσές,

όπως οι αστυφύλακες πολυπληθή διαδήλωσιν, που ξεχύνεται εν τούτοις εδώ κι εκεί

παρά την αυστηράν επιτήρησιν, επισκοπεί τα πέριξ διά μακρών και βγάζει εν

τέλει το συμπέρασμα ότι καλλίτερα θα ήταν να… εξέδραμε η οικογένεια σε

κανένα θέατρον. Αλλά, επί τέλους, ακούονται οι ήχοι της μουσικής. Σβύνουν τα

μισά φώτα και η ατμόσφαιρα γεμίζει από γλυκό βύσσινο που προσκαλεί τα ζεύγη σ’

ένα σπαρακτικό ταγκό της μόδας, το οποίον τραγουδεί με θρηνώδη φωνήν εσχάτης

απογνώσεως ο “ντιζέρ” του κέντρου: Σκότωσέ με!

Τρύπησέ με!

Παρ’ ένα μπαλντά και κλάδεψέ με,

γλυκά…

Βγαλ’ τα μάτια μου,

κόψ’ την μύτη μου

κι ύστερα απ’ αυτά κάτσε και κλάψε με

πικρά…

Το ταγκό αυτό προκαλεί βαθειάν εντύπωσιν στους θαμώνας. Ο τολμηρότερος, νεαρός

κατά κανόνα, σηκώνεται, υποκλίνεται με άκραν σοβαρότητα μπροστά σε μια ντάμα

και προχωρεί με βήμα σταθερό προς τη πίστα, αδιαφορών για τα άπειρα βλέμματα

που έχουν καρφωθή επάνω του. Μερικοί παίρνουν θάρρος και ακολουθούν με

αυταπάρνησι το παράδειγμά του. Σιγά-σιγά ακολουθούν και άλλα ζεύγη. Η πίστα

γεμίζει. Αλλά επάνω από τα χορεύοντα ζευγάρια πλανάται το φάσμα της πιο μαύρης

μελαγχολίας. Οι καβαλλιέροι έχουν το ύφος βασανισμένων ανθρώπων που ετρύγησαν

όλες τις πικρίες του κόσμου κι ήλθαν να υποβληθούν στην εσχάτην και χειροτέραν

θυσίαν.

Οι ντάμες είνε τραγικές. Ρεμβώδεις άλλες, κρέμονται από τα μπράτσα των

χορευτών με το μαρτυρικόν ύφος της Μαρίας Στούαρτ που οδηγείται εις το ικρίωμα

κι άλλες με το ύφος μοιραίων θηλέων που εβαρέθηκαν πλέον να σκορπίζουν ολόγυρά

τους τον όλεθρον. Χορός; Δοκιμασία είνε μάλλον που τελειώνει, ευτυχώς,

γρήγορα, μαζί με το τραγούδι του “ντιζέρ” που αφού ελιάνισε την εκλεκτήν του

κι ύστερα της έκλαψε πικρώς, αποσύρεται σε μίαν γωνίαν βαθύτατα σκεπτικός, σαν

βαρυπενθών που μόλις συνήλθε εκ της πληξάσης αυτόν συμφοράς. Τα ζευγάρια

επιστρέφουν με ένα “ουφ” ανακουφίσεως και κάθονται κατάκοπα στα τραπεζάκια

τους, όπως ακριβώς οι αγρόται που γυρίζουν το βράδυ από τον τρύγο τσακισμένοι.

Αλλά η νεαρά είναι άκρως συγκινημένη. Παίρνει το ποτηράκι του κρασιού με την

άκρη των δακτύλων και το ακουμπά στα χείλη. Την κίνησίν της μιμούνται

μηχανικώς και τα άλλα μέλη της οικογενειακής συναθροίσεως. Η νεαρά κυττά

ολόγυρα, περιφέρει τα βλέμματά της απ’ άκρου εις άκρον της σάλας, ύστερα δεν

έχει πια τίποτε να κάνη και ξαναπαίρνει το ποτήρι. Οπότε συνοφρυούται ο μπαμπάς:

­ Νίτσα!…

­ Τι είναι μπαμπά!;

­ Άσε κάτω το ποτήρι!

­ Μα γιατί, μπαμπά;

­ Θα μεθύσης!

Και συγχρόνως το βλέμμα του πάτερ φαμίλια πέφτει με τρόμον στο μπουκάλι που

έχει φτάσει στα μισά. Η αγαθή συμβία και μήτηρ αρχίζει να κινά τα σιαγόνια της

ως πρόλογον ενός πανηγυρικού χασμουρητού που θ’ άνοιγε τις μασέλες της μέχρι

ξεσαγωνιάσματος, αλλά ένα τρομερό βλέμμα της νεαράς το πνίγει εν τη γενέσει

του.

Και η δυστυχής γυναίκα δεν μπορεί να καταλάβη πώς μπορεί να γίνει γλέντι εις

ένα κέντρον, όπου απαγορεύεται και το χασμουρητό ακόμη!

Αλλά εκείνη την στιγμήν συμβαίνει κάτι έκτακτον στην σάλα. Κάποιος θρασύς νέος

παίρνει από το πανεράκι ενός μικρού τα αυγά και τα πετά σε μια παρέαν. Μια

θρασυτέρα κυρία της παρέας αυτής παίρνει άλλο αυγό και πετά στον πετάξαντα.

Εμβρόνητοι όλοι οι θαμώνες κυττούν το θέαμα. Ο πάτερ φαμίλιας σκύβει και ρωτά

πόσο κάνει ένα αυγό και δαγκώνει τα χείλια του όταν πληροφορήται ότι στοιχίζει

τρεις δραχμές. Καθώς βλέπει δε εν συνεχεία τ’ αυγά να διασταυρώνωνται μεταξύ

των δύο τραπεζιών, κάνει ασυναισθήτως τον λογαριασμό:

­ Έξη!

­ Δώδεκα, δεκαπέντε!

­ Δεκαοκτώ, είκοσι μία…

­ Τριάντα, τριάντα τρεις, τριάντα έξη!…

­ Σαράντα πέντε, πω, πω λεφτά πεταμένα!…

Αλλά οι δύο πολεμισταί εξαφνικά καταλαμβάνονται από σύνεσιν, καταθέτουν τα

όπλα, πληρώνουν με υπολείμματα μειδιάματος τα σπασμένα του στιγμιαίου

παραλογισμού και σταυρώνουν φρονίμως τα χέρια. Πάει κι αυτό!… Επί τέλους! Οι

μουσικοί σηκώνονται, χύνεται νέον σιρόπι στην ατμόσφαιραν, ήχοι γεμίζουν την

αίθουσαν, σηκώνονται τα ζεύγη και αρχίζει γλυκύ λίκνισμα νέου σπαρακτικώτερου

ταγκό. Ο “ντιζέρ” αυτή τη φορά είναι άγριος και απειλητικός, χειρονομεί,

αφρίζει, λυσσά, ορύεται:

Θα σ’ εκδικηθώ

όπου και νάσαι

θα σε μαχαιρώσω

ενώ κοιμάσαι.

Στον λάρουγγα θα στο βυθίσω το μαχαίρι!

Θα σου κόψω με μανία τόνα χέρι!

Θα σ’ εκδικηθώ

μα το σταυρό!…

Ρίγος φρίκης διατρέχει τα σώματα των θηλέων που μαζεύονται επάνω στους

καβαλιέρους των από ένστικτον αυτοσυντηρήσεως, ενώ ο πάτερ φαμίλιας κάνει

ασυναισθήτως κίνησιν προς την πισινή τσέπη, γιατί ο τρυφερός βλαστός του είνε

εκτεθειμένος εις την μανίαν του λυσσώντος τραγουδιστού. Τέλος ο κίνδυνος

παρέρχεται και τα ζευγάρια ηρεμούν. Η ορχήστρα θρηνεί, τα γοβάκια σέρνονται

στην πίστα, τα ματάκια λιγώνουν, ένα ζευγάρι στάζει ζάχαριν και ερωτοτροπεί:

­ Πώς νυστάζω…

­ Κι εγώ!

­ Κι είμαι από γρίππη μάλιστα.

­ Κι εγώ πήρα βεντούζες χθες.

Οι γεροντότεροι βλέπουν το τρυφερό ζεύγος και στενάζουν. Νεότης! Νεότης!

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.