Η κοινή γνώμη τούς θεωρεί ευνοούμενους. Όχι αναιτιολόγητα. Στο παρελθόν,
κάποιοι «επώνυμοι» υπήρξαν. Σήμερα, όμως, που η δημοσιότητα των δικών
τροφοδοτεί αφειδώς την επικαιρότητα, οι όροι έχουν αντιστραφεί. Οι δικαστές
αντιπαθούν τις «φίρμες» και τους το δείχνουν. Έτσι, δεν κινδυνεύουν να
κατηγορηθούν για μεροληψία!
|
|
«Τον Οκτώβριο του 1992, όταν ασκούσα καθήκοντα 9ου τακτικού ανακριτή,
πληροφορήθηκα από τον αρμόδιο εισαγγελέα ότι επρόκειτο να μου ανατεθεί η
διερεύνηση της υπόθεσης Σκυφτούλη. Ήδη, στον Τύπο είχαν περιέλθει ορισμένα
στοιχεία της προανάκρισης, γίνονταν συζητήσεις και είχαν εκφραστεί απόψεις για
την υπόθεση. Επρόκειτο για ένα θέμα τεράστιας σημασίας, διότι ο Επαμεινώνδας
Σκυφτούλης εφέρετο ως αρχηγός της 17 Νοέμβρη. Ακόμη δε και ο τότε πρωθυπουργός
της χώρας είχε εκφράσει ρητά την άποψή του περί της ενοχής του κατηγορουμένου.
Σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, όφειλα να αξιολογήσω τα στοιχεία της δικογραφίας και
να προχωρήσω στις δέουσες δικαστικές ενέργειες αμερόληπτα και χωρίς θετικούς ή
αρνητικούς επηρεασμούς. Γνώριζα ότι οποιαδήποτε ενέργειά μου θα υφίστατο
κριτική. Θετική ή αρνητική. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί το άγχος μου.
Όχι, όμως, και ο βαθμός υπευθυνότητος, καθώς όλες οι υποθέσεις, ανεξαρτήτως
του αν ασχολείται μ’ αυτές ο Τύπος ή όχι, είναι για μας το ίδιο σοβαρές.
Ωστόσο, η έκφραση απόψεων μέσω του Τύπου για εκκρεμείς υποθέσεις ενέχει τον
κίνδυνο επηρεασμού με την έννοια ότι ενδεχομένως ο κρίνων είτε από
υπερβολικό άγχος, είτε υπό το βάρος της άποψης της κοινής γνώμης να μην έχει
την απαιτούμενη ψυχραιμία ανεπηρέαστης δικαστικής κρίσης. Όχι, όσον αφορά την
ενοχή ή μη του κατηγορουμένου, αλλά την αξιολόγηση της προσωπικότητάς του. Αν
πρέπει, δηλαδή, να τύχει της αναγνώρισης κάποιων ελαφρυντικών ή να κριθεί με
αυστηρότητα. Πάντως, οφείλουμε να ομολογήσουμε πως η ερευνητική δημοσιογραφία
μπορεί να σταθεί αρωγός, κυρίως στο στάδιο της ανάκρισης, όπου μπορεί ο
δημοσιογράφος να προσκομίσει υλικό, από το οποίο ο ανακριτής θα αντλήσει
στοιχεία. Στην υπόθεση Σκυφτούλη με βοήθησε πολύ η επιστολή ενός κρατουμένου
στις Φυλακές Λάρισας, που δημοσιεύτηκε στον Τύπο, όπου υποστήριζε ότι είχε
πιεστεί από αστυνομικούς να καταθέσει εναντίον του Σκυφτούλη. Εξέτασα τον
κρατούμενο και κατέληξα σε κάποια συμπεράσματα, τα οποία, σε συνδυασμό με άλλα
στοιχεία, συνέβαλαν στη σύντομη αποφυλάκισή του με δική μου διάταξη».
Τα τηλεοπτικά συνεργεία δίνουν το στίγμα. «Ποιος δικάζεται σήμερα;», ρωτούν οι
περαστικοί και, αν έχουν χρόνο, μπαίνουν στα δικαστήρια. Δεν είναι λίγο να
μπορείς να δεις από κοντά, χωρίς να πληρώσεις, τη… «φίρμα» που θαυμάζεις και
που, σε καμιά άλλη περίπτωση, δεν θα είχες τη δυνατότητα να πλησιάσεις.
Κι όμως… Όσο κι αν ακούγεται περίεργο, οι «επώνυμοι» του καλλιτεχνικού
χώρου, του αθλητικού κ.ά. δεν έρχονται πρώτοι στις προτιμήσεις του κοινού, που
συρρέει στα δικαστήρια. Τα πρόσωπα που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον,
είναι άλλα. Είναι εκείνοι οι άγνωστοι στο ευρύ κοινό άνθρωποι, που, μέσω του
Τύπου, δεν γίνονται μόνο γνωστοί, αλλά πολλές φορές και συμπαθείς, αμέσως μετά
την τέλεση μιας αξιόποινης πράξης!
Με «βεντέτες» δύο κατηγοριών, λοιπόν, έρχονται συχνά αντιμέτωποι οι δικαστές.
Κι ενώ όπως είναι γνωστό όλοι οι πολίτες είναι ίσοι απέναντι στον νόμο, η
δημοσιότητα, που έχουν κάποιες υποθέσεις, δημιουργεί στους λειτουργούς της
Δικαιοσύνης συναισθήματα αυξημένης ευθύνης. Αυτό δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην
ευνοϊκή μεταχείριση του κατηγορουμένου. Όταν μάλιστα ανήκει στην πρώτη
κατηγορία, των γνωστών στο ευρύ κοινό λόγω ιδιότητας, τότε συνήθως εξαντλείται
πάνω του όλη η αυστηρότητα, που προβλέπει ο νόμος.
Η αγωνία των δικαστών να μη χαρακτηριστούν επιεικείς, τους οδηγεί αρκετές
φορές στο άλλο άκρο. Αρνούνται να αναγνωρίσουν στα συγκεκριμένα πρόσωπα αν
και τα δικαιούνται ελαφρυντικά, που θα αναγνώριζαν ακόμη και σε επικίνδυνους
εγκληματίες, επιβάλλοντας τελικά ποινές που ένας άγνωστος κατηγορούμενος θα γλίτωνε.
Αντιθέτως, οι κατηγορούμενοι της δεύτερης κατηγορίας, αυτοί που αναδεικνύονται
σε «επώνυμους» από τα ΜΜΕ, όπως όλα δείχνουν, είναι πιο τυχεροί. Είτε γιατί η
δημοσιότητα βοηθάει τους δικαστές να τους γνωρίσουν καλύτερα, είτε γιατί το
βάρος της κοινής γνώμης όπως μεταφέρεται διά του Τύπου τους πιέζει να
εναρμονιστούν με το κοινό περί δικαίου αίσθημα και τελικά να τους φερθούν με επιείκεια.
Χαρακτηριστικές είναι οι υποθέσεις του Άκη Πάνου και του Ματθαίου Μονσελά.
Δημοφιλής καλλιτέχνης ο πρώτος, άγνωστος έως τη στιγμή που πάτησε τη σκανδάλη
ο δεύτερος. Κάθησαν στο εδώλιο με την ίδια κατηγορία. Ο Άκης Πάνου
καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Ο Ματθαίος Μονσελάς σε κάθειρξη 12,5 χρόνων.
Το δικαστήριο τού αναγνώρισε το ελαφρυντικό του πρότερου εντίμου βίου, κάτι
που δεν συνέβη στον γνωστό συνθέτη.
|
Ματθαίος Μονσελάς: Η συμπάθεια που του έδειξε ο Τύπος, του βγήκε σε καλό…
|
Στον τρίτο πυροβολισμό ο άγνωστος μέχρι εκείνη τη στιγμή παρκαδόρος «ξύπνησε»,
όπως είπε. Κατάλαβε τι είχε κάνει, αλλά ίσως δεν συνειδητοποίησε αμέσως, πως η
πράξη του θα τον έκανε… διάσημο!
Ο Ματθαίος Μονσελάς εργαζόταν σε γκαράζ της οδού Ασκληπιού. Εκεί άφηνε το
αυτοκίνητό της η οδοντίατρος Γιόλα Βαγενά, μια νέα γυναίκα, μοναχική και
απελπισμένη. Τα προβλήματά της, με τις διαστάσεις που η ίδια τους έδινε,
πίστευε πως είχαν κουράσει τους γύρω της. Έτσι, άρχισε να τα εκμυστηρεύεται
στον παρκαδόρο.
Μεταξύ τους αναπτύχθηκε μια περίεργη σχέση. Η παρέα της οδοντιάτρου με τον
Μάνθο, αποφόρτιζε προσωρινά την απατημένη σύζυγο και συγχρόνως κολάκευε μάλλον
τον υπάλληλο του γκαράζ. Τα βράδια, μετά τη δουλειά, οι δύο τους πήγαιναν
βόλτες με το αυτοκίνητο της Γιόλας και συζητούσαν για τον «Τάκη της», τον
άνδρα της που είχε δεσμό με μιαν άλλη γυναίκα.
Ο πόνος της είναι αβάσταχτος, δεν θέλει τη ζωή της χωρίς τον Τάκη και, κάποια
στιγμή, αρχίζει να του μιλάει για τον θάνατο. Του εξομολογείται πως θέλει να
σκοτωθεί και του ζητάει να την βοηθήσει. Εκείνος δεν δίνει σημασία, προσπαθεί
να την απαλλάξει από τις έμμονες ιδέες.
Σε μια από αυτές τις μακρινές βόλτες, η Γιόλα του εμφανίζει ένα πιστόλι. Το
είχε αγοράσει για να το χρησιμοποιήσει ο Μονσελάς εναντίον της! «Της το πήρα
από το χέρι για να μην αυτοκτονήσει ή να μη σκοτώσει κανέναν άλλο», έλεγε ο
ίδιος στην απολογία του. Δεν θυμόταν όμως λεπτομέρειες από την τελευταία
νύχτα. Τη νύχτα που τον έπεισε να πατήσει τη σκανδάλη τρεις φορές.
Είχαν περάσει δύο μήνες από την ημέρα που του έδειξε το όπλο. Ο Μάνθος και η
Γιόλα πήγαν τη συνηθισμένη τους βόλτα στη Βραυρώνα. Ήταν 11 Ιανουαρίου 1994.
«Πιστεύω πως γνώριζε μεθόδους υπνοθεραπείας, που τις εφάρμοσε εκείνο το βράδυ
σε μένα. Ένιωσα σαν υπνωτισμένος…» έλεγε μετά, παρομοιάζοντας τον εαυτό του,
τη στιγμή των πυροβολισμών, με τον οδηγό που τον παίρνει ο ύπνος στο τιμόνι.
Μόλις η Γιόλα Βαγενά έπεσε στο έδαφος νεκρή, ο Μάνθος «ξύπνησε». Πέταξε το
όπλο και απομακρύνθηκε με τα πόδια… Την επομένη συνελήφθη χωρίς να προβάλει
αντίσταση. Το μόνο που ζήτησε από τον αξιωματικό υπηρεσίας ήταν να μην
ανακοινωθεί αμέσως το όνομά του. Είχε η ανιψιά του τα γενέθλιά της και δεν
ήθελε να της κάνει ένα τέτοιο δώρο…
Η κατηγορία που αποδόθηκε στον Ματθαίο Μονσελά ήταν αυτή της ανθρωποκτονίας
από πρόθεση. Αδίκημα που επισύρει την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. «Πιστεύω
πως πρέπει να τιμωρηθώ. Δεν διεκδικώ μειωμένη ποινή. Ούτως ή άλλως θα
αυτοτιμωρηθώ…» έλεγε στους δικαστές του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου της Αθήνας,
τον Ιούνιο του 1997, λίγο πριν ακούσει την απόφασή τους.
Ο Ματθαίος Μονσελάς τώρα είναι ελεύθερος. Εξέτισε τα 4½ από τα 12½ χρόνια της
ποινής που του επέβαλε το δικαστήριο, αναγνωρίζοντάς του το ελαφρυντικό του
προτέρου εντίμου βίου και εξαντλώντας πάνω του τα όρια της επιείκειας που
προβλέπει ο νόμος.
|
Άκης Πάνου. Δεν ζήτησε επιείκεια. Περίμενε έστω την αναγνώριση του έργου του…
|
Η είδηση είχε συνταράξει το πανελλήνιο. Συνθέτης, με «αθάνατες» λαϊκές
επιτυχίες στο ενεργητικό του, γνωστός μόνο για το έργο του, πυροβολεί και
σκοτώνει έναν άνθρωπο. Το θέμα μονοπωλεί τον χρόνο των δελτίων ειδήσεων.
Αύγουστος, γαρ! Τι πιο ενδιαφέρον από μια δολοφονία με δράστη τον Άκη Πάνου;
Θύμα ο 29χρονος Σωτήρης Γιαλαμάς, αγαπημένος της κόρης του Ελευθερίας, η οποία
τότε, την 1η Αυγούστου 1997, ήταν ήδη έγκυος και σήμερα είναι μητέρα μιας
κόρης, που δεν πρόλαβε να γνωρίσει τον πατέρα της. «Εντάξει, ρε μάγκα, θα πάω
φυλακή», είπε στην Ελευθερία ο Άκης Πάνου, τη στιγμή που ο Σωτήρης Γιαλαμάς
έπεφτε νεκρός στα σκαλιά του σπιτιού της οικογένειας Πάνου, στην Ξάνθη.
Η συνάντηση των πλέον αγαπητών της προσώπων, του πατέρα της και του Σωτήρη,
είχε καταλήξει σε δράμα. Ο ένας έπεφτε νεκρός από τις σφαίρες του άλλου. Οι
ελπίδες της κοπέλας να αποδεχθεί επιτέλους ο πατέρας της τον άνθρωπο που
αγαπούσε και ήδη ζούσε μαζί του, είχαν διαψευσθεί τελεσίδικα.
Ο Άκης Πάνου είχε φτάσει στην Ξάνθη εκείνο το πρωί, προκειμένου όπως
ισχυρίστηκε ο ίδιος να ξεκαθαρίσει τη σχέση του με τη γυναίκα του, που είχε
ουσιαστικά τελειώσει. Εκείνη, ωστόσο, θεωρώντας ως κύριο λόγο της ρήξης τους
την απομάκρυνση της Ελευθερίας από το σπίτι, έκρινε σκόπιμο να καλέσει την
κόρη της και τον Σωτήρη Γιαλαμά, προσδοκώντας στη συμφιλίωσή τους με τον Άκη
Πάνου και ίσως στην αποτροπή του χωρισμού της από τον συνθέτη.
Ιδιόρρυθμος όσο και ειλικρινής, ο γνωστός καλλιτέχνης δεν ήταν δυνατόν σε μια
στιγμή να… προδώσει τις πάγιες αντιλήψεις του. Οι πληροφορίες που είχε για
τον άνθρωπο που αγαπούσε η λατρεμένη του κόρη, σε συνδυασμό με τις
συντηρητικές απόψεις του, οι οποίες του απαγόρευαν να δεχθεί στο σπίτι του
έναν παντρεμένο, τον οποίο μάλιστα θεωρούσε υπαίτιο της απομάκρυνσης της
Ελευθερίας, ήταν βέβαιο πως θα οδηγούσαν τη συνάντηση σε τέλμα.
Κανείς, ούτε ο ίδιος ο Άκης Πάνου, δεν είχε προβλέψει την τραγική εξέλιξη.
«Τον σκότωσα, αλλά δεν είμαι δολοφόνος», έλεγε στη δίκη του ο συνθέτης,
επιμένοντας πως δεν πυροβόλησε για να αφαιρέσει τη ζωή του Σωτήρη Γιαλαμά.
Πυροβόλησε για να τον φοβίσει, να τον κάνει να φύγει το γρηγορότερο από το
σπίτι του, αφού δεν συμφωνούσε με τους όρους του.
Η απόφαση του δικαστηρίου, του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Καβάλας, είχε έναν
και μόνο στόχο: την «επωνυμία» του κατηγορουμένου. Όχι γιατί τον καταδίκασε σε
ισόβια κάθειρξη άλλωστε δεν τον ενδιέφερε η ποινή αλλά γιατί δεν του
αναγνώρισε κανένα από τα ελαφρυντικά, που οποιοδήποτε δικαστήριο θα αναγνώριζε
σε οποιονδήποτε άλλον κατηγορούμενο!
Ούτε καν του πρότερου έντιμου βίου, καθώς, κατά το δικαστήριο, ο βίος του Άκη
Πάνου δεν ήταν έντιμος. Και δεν ήταν έντιμος, επειδή είχε στο σπίτι του δύο
όπλα και επειδή, χωρίς να έχει χωρίσει από την πρώτη του γυναίκα, είχε εν
γνώσει της δημιουργήσει οικογένεια με την Άννα Μπακιρτζή.
Εκείνο, όμως, που τον τάραξε περισσότερο τη στιγμή της εκφώνησης της απόφασης,
με την οποία εξαντλήθηκαν όλα τα όρια αυστηρότητας, ήταν η ομόφωνη άποψη
δικαστών και ενόρκων ότι ο κατηγορούμενος Άκης Πάνου «δεν πρόσφερε και
ιδιαίτερα στα πολιτισμικά πράγματα του τόπου».
Στις 4 Μαΐου έχει προσδιοριστεί η δίκη του σε δεύτερο βαθμό. Οι πιθανότητες
διεξαγωγής της είναι ελάχιστες, καθώς ο ίδιος μάλλον δεν θα μπορέσει να παρευρεθεί.










