Παναγιώτης Χατζηθανάσης. «Είναι παράλογο να φτάνεις στο σημείο να ξέρεις ότι

μέσα σε ένα φάκελο θα βρεις την αλήθεια και κάποιοι να σε σταματούν»

ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΕΣ ημερομηνίες, παραποιημένα έγγραφα, πλαστά πιστοποιητικά και μαζί

με όλα αυτά κλειστές πόρτες. Μια ιστορία που κράτησε σαράντα πέντε χρόνια. Ο

Παναγιώτης Χατζηθανάσης είναι ένας από τους εκατοντάδες ανθρώπους που πέρασαν

από το ίδρυμα του «Αγίου Στυλιανού». «Ακόμα θυμάμαι τα κάγκελα της αυλής του

ιδρύματος», λέει προσπαθώντας να φέρει στο μυαλό του το μικρό αγόρι από τα

Ίβηρα των Σερρών που ξαφνικά βρέθηκε χωρίς ταυτότητα και οικογένεια.

Υιοθετήθηκε από μια οικογένεια στη Θεσσαλονίκη την άνοιξη του 1948. Ήταν τότε

μικρός και πολλά θέλησε να τα ξεχάσει και να πιστέψει έστω και για λίγο ότι ο

Αλέξανδρος και η Ιφιγένεια Χατζηθανάση ήταν η φυσικοί του γονείς. Μερικά

χρόνια αργότερα, σε ηλικία μόλις 11 ετών, έμαθε την αλήθεια. «Τυχαία, και

καθόλου όμορφα», θυμάται και το πρόσωπό του αλλάζει έκφραση λες και ξανακούει

τα ίδια λόγια.

ΔΥΣΚΟΛΑ ΧΡΟΝΙΑ

Για τον κ. Παναγιώτη τα επόμενα χρόνια ήταν δύσκολα. «Όχι γιατί δεν με

αγαπούσαν οι θετοί μου γονείς. Όχι, έδωσαν για μένα τα πάντα, παρ’ ότι δεν

μπόρεσα ποτέ να αποδεχτώ ότι μου έκρυβαν την αληθινή μου ταυτότητα. Ήταν

δύσκολα γιατί ήθελα να μάθω ποιος ήμουν και δεν μπορούσα. Αν έχω αδέρφια,

άλλους συγγενείς. Ποιοι ήταν οι γονείς μου και εάν τους έμοιαζα».

Προσπαθούσε πάντα να μάθει κάτι, να βρει μια άκρη για να ξεκινήσει να ψάχνει.

«Ακόμα και οι συγγενείς μού έδιναν λανθασμένες πληροφορίες». Για ένα μεγάλο

χρονικό διάστημα έλειψε στο εξωτερικό, όπου σπούδασε, έκανε οικογένεια. Γύρισε

στην Ελλαδα ξανά το 1982. «Γύρισα γιατί οι θετοί μου γονείς ήταν πια

ηλικιωμένοι και με χρειάζονταν. Έμεινα στη Θεσσαλονίκη τρία χρόνια. Εκεί

έμεναν οι γονείς μου. Τοτε η σύζυγός μου έκανε κάποιες προσπάθειες να βρει μια

άκρη. Κάποιοι της είχαν πει να απευθυνθεί στα ιδρύματα, έτσι βρέθηκε στον

“Άγιο Στυλιανό”. Δεν βρήκε καμία ανταπόκριση. Θα έλεγα μάλιστα ότι η

συμπεριφορά των υπαλλήλων ήταν άσχημη και ειρωνική. Τότε δεν είχαμε και τίποτα

που να οδηγεί στην πραγματική μου ταυτότητα. Πηγαίναμε ρωτώντας», συμπληρώνει.

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ

Στις 9 Οκτωβρίου 1998 ένα τηλεφώνημα από την πρόεδρο του Συλλόγου Έρευνας και

Αποκάλυψης άνευ Συναίνεσης Υιοθετημένων Παιδιών», κ. Ιφιγένεια Καλφοπούλου

άλλαξε τη ζωή του κ. Χατζηθανάση. «”Έχεις τρεις αδερφές που σε ψάχνουν. Πρέπει

να είσαι εσύ ο αδερφός τους”, μου είπε και το μυαλό μου σταμάτησε για μερικά

δευτερόλεπτα», λέει και ένα πλατύ χαμόγελο φωτίζει το πρόσωπό του.

Τρεις γυναίκες, η 69χρονη Αναστασία Δημοπούλου από τη Βέροια, η 64χρονη Μαρία

Σιούσια από τα Ίβηρα Σερρών και η 60χρονη Αγγελική Μαγειροπούλου από τη Νέα

Υόρκη της Αμερικής ποτέ δεν ξέχασαν ότι είχαν ένα μικρότερο αδερφό τον οποίο

έχασαν τα χρόνια του Εμφυλίου. Το μοναδικό τους στοιχείο για να τον βρουν ήταν

η μαρτυρία ενός υπερήλικου θείου τους ότι ο Παναγιώτης δεν είχε πεθάνει, όπως

για χρόνια τους έλεγε, αλλά είχε καταλήξει σε κάποιο ίδρυμα της Θεσσαλονίνης.

Απευθύνθηκαν στον «Άγιο Στυλιανό» αλλά δεν κατόρθωσαν τίποτα. Πήγαν στον

Σύλλογο και μαζί μπόρεσαν έπειτα από 45 χρόνια να σφίξουν στην αγκαλιά τους

τον αδερφό τους. «Είναι παράλογο να φτάνεις στο σημείο να ξέρεις ότι μέσα σε

ένα φάκελο υπάρχουν όλα όσα χρειάζεσαι για να βρεις τις ρίζες σου και κάποιοι

να σε σταματούν. Να σου κλείνουν τις πόρτες και να αρνούνται να κερδίσεις τα

χαμένα σου χρόνια, έστω και λίγο πριν από το τέλος σου», προσθέτει ο κ. Παναγιώτης.

ΤΡΙΩΡΗ «ΜΑΧΗ»

Θυμάται όταν πήγαν με την πρόεδρο του Συλλόγου Ιφιγένεια Καλφοπούλου να

ζητήσουν τον φάκελό του για να διαπιστώσουν εάν ήταν ή όχι ο Παναγιώτης

Παπαδόπουλος του Δημητρίου και της Αναστασίας από τα Ίβηρα Σερρών. «Μια τρίωρη

μάχη. Αυτό ήταν. Με απειλές ότι θα μας πετάξουν έξω. Ότι θα καλέσουν την

Αστυνομία. Παρ’ ότι τους έλεγα ότι οι θετοί μου γονείς πέθαναν, ότι τίποτα δεν

θα άλλαζε. Ότι μονάχα να μάθω πώς βρέθηκα σ’ αυτό τον κόσμο ήθελα. Η απάντηση

ήταν “περάστε έξω. Δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθεί ο φάκελος. Δεν υπάρχει ο

φάκελός σας”».

Οι στιγμές που ακολούθησαν ήταν απερίγραπτες, όπως διηγείται ο κ.

Χατζηθανάσης. «Τελικά μετά 3,5 ώρες και αφού κατάλαβαν ότι δεν επρόκειτο να

φύγουμε, μου έφεραν ένα φάκελο που τα είχε όλα. Βλέποντας τα έγγραφα

ανακάλυπτα σιγά σιγά πώς βρέθηκα στην οικογένεια Χατζηθανάση ­ τους οποίους

πάντα θα ευγνωμονώ που με μεγάλωσαν.

Αντίγραφα αποφάσεων που έδειχναν ότι ήμουν έκθετο, το οποίο είχε βρεθεί σε

ηλικία 10 ημερών σε κάποια περιοχή της Θεσσαλονίκης χωρίς καθόλου στοιχεία,

στις 19 Σεπτεμβριου 1945, άλλο του βρεφοκομείου που με έδειχνε την ίδια

ημερομηνία 3 ετών με το όνομα Παναγιώτης αλλά και βεβαίωση που έφερε τον

πατέρα μου υψηλόμισθο υπάλληλο μεγάλης πετρελαϊκής εταιρείας ενώ κάτι τέτοιο

δεν συνέβαινε και ίσως να μην πληρούσε ούτε τα προσόντα για να γίνει αποδεκτή

η αίτηση υιοθεσίας μου».

ΜΟΝΟ ΕΜΠΟΔΙΑ

Η επιμονή του κ. Χατζηθανάση ήταν τελικά ο σύμμαχός του για να μάθει την

πραγματική του ταυτότητα. Όπως λέει, κανένας από την πλευρά του «Αγίου

Στυλιανού» δεν βοήθησε. «Μόνο εμπόδια φέρνουν και κρατούν 880 άτομα μακριά από

τους δικούς τους ανθρώπους. Ακόμα και εάν τότε έγιναν παρανομίες και

παρατυπίες, τόσα χρόνια μετά γιατί να συνεχίζουν να τις καλύπτουν; Μας λένε

ότι τα αρχεία δεν υπάρχουν, ότι έχουν καταστραφεί, ότι είναι απόρρητα. Όλα

είναι ψέματα, εγώ βρήκα τον φάκελό μου και σπάσαμε τον κωδικό.

Ξέρω ότι είμαι ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος, γεννήθηκα στις 30 Μαΐου 1942 στα

Ίβηρα Σερρών, έχω τρεις αδερφές και είμαι Πόντιος στην καταγωγή. Γιατί έπρεπε

να το μάθω σαράντα πέντε χρόνια μετά».

ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ καιρό πολύς λόγος έχει γίνει για την «εξαφάνιση» από το Δημοτικό

Βρεφοκομείο κάποιων βιβλίων που περιείχαν στοιχεία υιοθεσιών από τις δεκαετίες

1940-50. Μία πρώην υπάλληλος του Βρεφοκομείου, η κ. Ν. Δικαιοφύλακος δηλώνει

πως έχει δει η ίδια τα βιβλία αυτά, στη διάρκεια της πολύχρονης υπηρεσίας της

εκεί. Την ύπαρξη όμως των βιβλίων αυτών αρνείται η δημοτική αρχή της Αθήνας. Η

κ. Δικαιοφύλακος εργάστηκε στην γραμματεία του Βρεφοκομείου από το 1961 έως το

1992. Όπως λέει στα «ΝΕΑ», μία ημέρα είδε αφημένα σε ένα γραφείο «τρία-τέσσερα

άτυπα βιβλία. Είχαν σκούρο εξώφυλλο και τη λέξη “αριθμολόγια” γραμμένη με

μελάνη στο εξώφυλλό τους. Η ύπαρξή τους δεν αναφερόταν πουθενά στον εσωτερικό

κανονισμό. Τα άνοιξα με περιέργεια. Περιείχαν αριθμούς μητρώων παιδιών,

δεκάδες περιπτώσεις υιοθεσιών με αλφαβητική σειρά, ξεκινώντας από το 1940-41.

Επειδή, μάλιστα, υποπτευόμουν και εγώ ότι ήμουν υιοθετημένη, το μάτι μου πήγε

κατ’ ευθείαν στο γράμμα Δέλτα. Εκεί βρήκα μία περίπτωση γνωστού μου». Όπως

λέει η πρώην υπάλληλος του Βρεφοκομείου, αυτά τα βιβλία δεν της κίνησαν καμία

υποψία τότε και δεν τους έδωσε σημασία. «Εκείνη την εποχή, κανένας μας στη

γραμματεία του Βρεφοκομείου δεν φανταζόταν ότι είχαν γίνει παράνομες υιοθεσίες».

ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ

Τα βιβλία είδε για πρώτη φορά στη διάρκεια μίας μετακόμισης της υπηρεσίας.

Έπειτα, τα ξαναείδε πριν από πέντε περίπου χρόνια, όταν επισκέφθηκε μία ημέρα

το Βρεφοκομείο. «Από τότε όμως, εξαφανίστηκαν. Πολλοί τα ψάχνουν, αλλά τους

λένε ότι δεν υπήρξαν ποτέ τέτοια βιβλία. Πιστεύω ότι εκεί είχαν στοιχεία από

παράνομες υιοθεσίες. Γιατί να τα εξαφάνισαν τότε; Μπορεί στο μητρώο των

εισερχόμενων παιδιών που κρατούσε το Βρεφοκομείο, να περιέχονταν τα πλαστά

στοιχεία και στα αριθμολόγια να κρατούσαν τα αληθινά». Η αντιδήμαρχος Αθηναίων

και υπεύθυνη για το Δημοτικό Βρεφοκομείο κ. Μαρία Δημοπούλου, πάντως,

επισημαίνουν ότι ουδέποτε υπήρξαν τέτοια βιβλία: «Οι καταγγελίες που υπάρχουν

είναι αναπόδεικτες. Δεν μπορώ να γνωρίζω αν έγιναν παράνομες υιοθεσίες την

περίοδο 1940-1949, που ο έλεγχος ήταν δύσκολος λόγω της γενικότερης κατάστασης

που επικρατούσε στην Ελλάδα. Από το 1965 και μετά που οργανώσαμε την κοινωνική

υπηρεσία όλα τα στοιχεία είναι πλήρη και διαθέσιμα σε όλους τους άμεσα ενδιαφερομένους».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.