|
|
«Πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε μέσα σ’ όλες τις εποχές, φτάνει να μη χάνουμε
την ταυτότητά μας»Σαράντα πέντε χρόνια, χωρίς διακοπή, δεσπόζει στη σκηνή του
λαϊκού τραγουδιού. Η Πόλυ Πάνου. Από το 1952, που ξεκίνησε από την Πάτρα,
μόλις τελείωσε το Δημοτικό σχολείο, μέχρι σήμερα. Όσο παράξενο κι αν φαίνεται,
είναι αλήθεια. Ανέβηκε στο πάλκο και μπήκε στο studio της «Columbia» σε ηλικία
μεταξύ 12 – 13 ετών! Πάντα με τη στήριξη και την επιμέλεια του Γρηγόρη
Μπιθικώτση, που πρώτος ανακάλυψε το ταλέντο της και πίστεψε στη φωνή και τα
προσόντα της. Πέρασε δύσκολες στιγμές, αλλά κράτησε γερά. Πόνεσε, δάκρυσε,
πέρασε πολλά, αλλά η πορεία της από το 1952 μέχρι σήμερα είναι γεμάτη
επιτυχίες. Τραγούδησε ρεμπέτικα, βαριά λαϊκά, έντεχνα. Οι επιτυχίες της σε
δίσκους και σε δημόσιες εμφανίσεις δεν της άλλαξαν τον χαρακτήρα. Σήμερα η
Πάνου ζει μια καινούργια νιότη. Τραγουδά σε κέντρα και σε συναυλίες.
Ηχογράφησε νέο CD, με τραγούδια που μιλούν για τον Πειραιά, σε συνεργασία με
τους Διονύση Σαββόπουλο και Αργύρη Μπακιρτζή. Τον χειμώνα θα εμφανισθεί στο
«Ντουζένι», στου Μακρυγιάννη, με τον Νίκο Δημητράτο και τη λαϊκή ορχήστρα του
Κώστα Παπαδόπουλου. Με τα παλιά της τραγούδια κάνουν επιτυχία σημερινοί,
σύγχρονοι τραγουδιστές και τραγουδίστριες. Ο Δήμος της Πάτρας ετοιμάζεται να
την τιμήσει με το «χρυσό κλειδί» της πόλης. Και όλα αυτά, τη μεγάλη στιγμή που
η Πόλυ Πάνου συμπληρώνει 45 χρόνια στο γνήσιο λαϊκό τραγούδι.
|
Η Πόλυ Πάνου στη σκηνή του μουσικού χώρου «Ντουζένι» στου Μακρυγιάννη τον περασμένο Απρίλιο. Εκεί θα συνεχίσει και τη νέα σεζόν, από τις 9 Οκτωβρίου
|
Προσωπικότητα στον κόσμο και στον χώρο του αυθεντικού λαϊκού τραγουδιού, η
Πόλυ Πάνου, ζει έντονα και αδιάκοπα επί 45 χρόνια τα γεγονότα που σημάδεψαν
την μεταπολεμική πορεία της λαϊκής μουσικής. Η φωνή της, αμίμητη αλλά και
αναλλοίωτη από τον χρόνο, την κρατάει ακόμη και σήμερα στην κορυφή. Λίγο
προτού να πατήσει τα 60 της χρόνια ζει μια καινούργια νιότη και δημιουργεί.
Βρίσκεται πάντα στην επικαιρότητα, σε μιαν εποχή δύσκολη για το είδος που
τραγουδά και υπηρετεί δεκαετίες ολόκληρες. Εμφανίστηκε στη σκηνή μεγάλων
κέντρων της νύχτας, αλλά και σε σύγχρονα διαμορφωμένους χώρους. Πριν από λίγες
ημέρες τερμάτισε τις κοινές εμφανίσεις της με τη Θεσσαλονικιά Μαριώ σε
συναυλίες στην Αθήνα και την επαρχία. Προετοιμάζεται για την καινούργια
δουλειά του χειμώνα. Θα τραγουδά με τον Νίκο Δημητράτο στο «Ντουζένι» και τη
λαϊκή ορχήστρα του Κώστα Παπαδόπουλου. Ενώ σημειώνει μεγάλη επιτυχία η νέα
εργασία της σε CD με δεκαπέντε τραγούδια για τον Πειραιά, όπου συμμετέχουν ο
Διονύσης Σαββόπουλος και ο Αργύρης Μπακιρτζής, πράγμα που θεωρήθηκε έκπληξη.
Δηλαδή ξάφνιασε μια τέτοια συνεργασία. Για την Πόλυ Πάνου, όμως, αυτό
θεωρείται φυσιολογικό:
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
«Δεν βγήκα έξω από τα νερά μου ούτε έκανα παρέκκλιση από το λαϊκό τραγούδι. Ο
Σαββόπουλος και ο Μπακιρτζής φάνηκε ότι αγαπούν ειλικρινά το ρεμπέτικο, γι’
αυτό και έγινε αυτή η επιτυχημένη συνεργασία. Πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε
μέσα σ’ όλες τις εποχές, φτάνει να μη χάνουμε την ταυτότητά μας».
Τα τραγούδια με θέματα από τον Πειραιά, που ερμηνεύει αυτή την περίοδο η Πόλυ
Πάνου, δεν τα διάλεξε τυχαία. Τη συνδέουν πολλά γεγονότα και αναμνήσεις. Πριν
από 37 χρόνια τραγούδησε πρώτη «Τα παιδιά του Πειραιά» και δέχτηκε τα
συγχαρητήρια της Μελίνας για τη θαυμάσια ερμηνεία. Η αξέχαστη μεγάλη μας
ηθοποιός το τραγούδησε λίγο αργότερα και το έκανε πασίγνωστο σ’ όλη την
υδρόγειο μέσα από την ταινία «Ποτέ την Κυριακή». Ο Πειραιάς, ακόμη, εμπνέει
την Πάνου σαν μεγάλο λιμάνι, της φέρνει στη μνήμη εικόνες αποχωρισμού από την
αναχώρηση μεταναστών και ναυτικών, όπως η ίδια περιγράφει στη μεγάλη της
επιτυχία (που έγραψε ο Βασίλης Τσιτσάνης) «Το πλοίο θα σαλπάρει για λιμάνια
ξένα». Ο Πειραιάς, η πατρίδα του ρεμπέτικου και της μαγκιάς, έχει «δέσει» την
Πόλυ με μια παιδική ανάμνηση. Όταν το 1952 ήρθε μαζί με τους γονείς της, με
πλοίο από την Πάτρα, να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα και ν’ αρχίσει τη
μεγάλη πορεία της στο γνήσιο λαϊκό τραγούδι. Μια πορεία δύσκολη, σκληρή,
ανηφορική, αλλά γεμάτη επιτυχίες και δόξα που κρατά 45 ολόκληρα χρόνια.
Τα τραγούδια της ξεπερνούν τη χιλιάδα, για να μην πούμε ότι φθάνουν τα 2.000!
Φαίνεται παράξενο, αλλά είναι πραγματικότητα, ότι η Πόλυ Πάνου ανέβηκε
επαγγελματικά στο λαϊκό πάλκο σε ηλικία 12 – 13 χρόνων. Η ιστορία της, που
μοιάζει πολύ με κινηματογραφική ταινία, αρχίζει από το 1952, από το σπίτι της
στα Ψηλά Αλώνια της Πάτρας.
Ο άνθρωπος που την ανακάλυψε και τη βοήθησε ήταν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Η
συνάντηση του λαϊκού τροβαδούρου με το «παιδί – θαύμα» του τραγουδιού έγινε
αναπάντεχα. Η μικρή Πολυτίμη Κολοπάνα (αυτό είναι το πραγματικό της όνομα)
τραγουδούσε από την πρώτη τάξη του Δημοτικού. Στην έκτη, όμως, λίγο πριν από
το Πάσχα, πήρε μέρος σ’ ένα διαγωνισμό τραγουδιού νέων ταλέντων. Ανάμεσα σε
262 παιδιά βγήκε πρώτη. Και τα βραβεία που πήρε ήταν κάτι κατσαρολικά, που με
πολύ χαρά τα πήγε στη μητέρα της. Στο σπίτι της, όμως, την περίμενε μια μεγάλη
έκπληξη. Ήταν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Βρισκόταν στην Πάτρα με ολιγομελές
συγκρότημα και τραγουδούσε στην «Αλάσκα» (ταβέρνα του Μαρούδα). Το τρίτο
βράδυ, όμως, τον εγκατέλειψε η τραγουδίστρια που είχε μαζί του, η Εβελίνα. Ο
Γρηγόρης δεν έκρυβε τη στενοχώρια του. Κι ένας φίλος του, κουρέας, του
πρότεινε να ακούσει το κοριτσάκι από τα Ψηλά Αλώνια, που ήρθε πρώτο στον
διαγωνισμό τραγουδιού. Εκείνος αντέδρασε λέγοντας εγώ θέλω τραγουδίστρια, τι
να το κάνω το κοριτσάκι του Δημοτικού.
Τελικά, από τα πολλά, ο Μπιθικώτσης πείστηκε, πήγε στο σπίτι της Πόλυς, την
άκουσε, ενθουσιάστηκε και με τη συγκατάθεση αλλά και την παρουσία των γονιών
της την πήρε στου Μαρούδα την ταβέρνα, όπου κάθε βράδυ ο κόσμος της Πάτρας που
διασκέδαζε την καταχειροκροτούσε.
Το τραγούδι ήταν για μένα ένα ασίγαστο πάθος, από την κούνια μου, λέει η Πόλυ
Πάνου και θυμάται ότι έφευγε από το σχολείο, πήγαινε στο σπίτι της, ανέβαινε
σε μια λεμονιά και τραγουδούσε με τις ώρες…
Το φθινόπωρο του 1952 η 13χρονη (πλέον) Πόλυ αφήνει τη σχολική της τσάντα και
την Πάτρα και ανεβαίνει στην Αθήνα με τους γονείς της. Ο Μπιθικώτσης την
αναλαμβάνει πλέον σαν δικό του παιδί. Της δείχνει τα πρώτα δύσκολα βήματα στο
λαϊκό τραγούδι. Σ’ ένα χώρο πολύ δύσκολο εκείνη τη σκληρή μετεμφυλιακή εποχή.
Το ρεμπέτικο σε ύφεση και στα πάνω του το κοινωνικό (βαρύ) λαϊκό. Ο Γρηγόρης
την πήρε κοντά του, στο κέντρο «Ζούγκλα» της οδού Φαβιέρου. Την επέβαλε κι ας
ήταν μικρή. Και όχι μόνο στο κέντρο, αλλά και στο στούντιο.
Ο Μπιθικώτσης, που διακρινόταν στις αρχές της δεκαετίας του ’50 ως λαϊκός
συνθέτης και μπουζουκτσής, έγραψε για τη μικρή Πόλυ Πάνου το πρώτο της
τραγούδι σε δίσκο 78 στροφών: «Πήρα τη στράτα την κακιά». Η παρθενική
ηχογράφηση δεν πήγε και τόσο καλά εμπορικά, αλλά γρήγορα ήρθαν κι άλλες
προτάσεις για νέους δίσκους.
ΤΑ ΠΡΩΤΑ
Ηχογράφησε ένα τραγούδι του Ζαμπέτα «Να πας να πεις της μάνας σου» και
σημείωσε επιτυχία. Κι αμέσως μετά «Το αίμα νερό δεν γίνεται» του Μητσάκη,
«Ζούμε στην παρανομία» του Χρυσίνη. Και τα επόμενα χρόνια αρχίζει ένα μπαράζ
ηχογραφήσεων με τραγούδια που της έγραψαν σχεδόν όλοι οι κορυφαίοι λαϊκοί
δημιουργοί: Τσιτσάνης, Μητσάκης, Χιώτης, Καλδάρας, Παπαϊωάννου, Μπακάλης,
Παπαγιαννοπούλου, Βίρβος, Βασιλειάδης, Μάνεσης κ.ά. Παράλληλα, η Πόλυ Πάνου (η
«μικρή», όπως την αποκαλούσαν) «πιάνει» μόνιμα καρέκλα και πρώτη θέση στο
λαϊκό πάλκο. «Τριάνα του Χειλά», «Λουζιτάνια», «Ροσινιόλ», «Τζίμης ο Χονδρός»,
«Φαληρικόν». Οι μεγάλες επιτυχίες έρχονται με τραγούδια όπως: «Αγάπη που
‘γινες δίκοπο μαχαίρι» (το είπε σε δίσκο προτού η «Στέλλα» να βγει στις
οθόνες) και το «Δαχτυλίδι» του Γιώργου Μητσάκη. Είναι το τραγούδι που την
καθιέρωσε ως πρώτη φίρμα του λαϊκού τραγουδιού, το 1957. Ακολούθησαν «Άλλα μου
λεν τα μάτια σου» (Δερβενιώτη – Μάνεση), «Ένα σφάλμα έκανα» (Δερβενιώτη –
Μουρκάκου), «Μελαχρινή Τσιγγάνα» (Χιώτη), «Φέρτε μια κούπα με κρασί»
(Καλδάρα), «Τα λιμάνια» (Τσιτσάνη). Από το 1955 ώς το 1965 η Πόλυ Πάνου
βρισκόταν πάντα στην κορυφή. Ήταν αναμφισβήτητα η πρώτη λαϊκή τραγουδίστρια, ο
«θηλυκός Καζαντζίδης» όπως την είχε αποκαλέσει ο Πάνος Γαβαλάς κι εκείνη
ευχαρίστως είχε αποδεχθεί και αποδέχεται ακόμη αυτόν τον τίτλο.
«ΔΕΝ ΞΕΦΥΓΑ ποτέ από το δικό μου στυλ. Ούτε έκανα παρέκκλιση από τη γραμμή του
αυθεντικού λαϊκού τραγουδιού. Βαμβακάρης, Τσιτσάνης, Παπαϊωάννου, Μητσάκης,
Χιώτης, Καλδάρας, Δερβενιώτης, Μπακάλης, δεν λησμονιούνται εύκολα. Όμως θα
ήταν άδικο να μην πω ναι στις προτάσεις Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Ξαρχάκου και
Πλέσσα. Με διάλεξαν και μου εμπιστεύθηκαν μεγάλα τραγούδια τους. Κι εγώ τα
τραγούδησα με την ψυχή μου. Ήταν για μένα μια μεγάλη στιγμή στην πορεία μου
στο τραγούδι, όταν ερμήνευα «Τα παιδιά του Πειραιά», το «Σε ποιο βουνό», «Του
λιμανιού το καλντερίμι» και «Τι να την κάνεις τη ζωή» κι ακόμα «Του αγοριού
απέναντι». Με τον Ξαρχάκο, μάλιστα, συνεργασθήκαμε άριστα στο «Αμάν – Αμήν»
πριν από τρία χρόνια, στο θέατρο και στη δισκογραφία. Όταν τραγουδώ αυτά τα
τραγούδια νιώθω μια άλλη αίσθηση. Όταν ρωτήθηκε, πρόσφατα, αν τα έντεχνα
τραγούδια που ερμήνευσε ήταν δύσκολα, απάντησε: «Δεν ήταν καθόλου δύσκολα για
μένα. Όταν μου αρέσει ένα τραγούδι, δίνομαι ολοκληρωτικά στην ερμηνεία του. Κι
ένας καλλιτέχνης που εμπνέεται από κάποιες μελωδίες που τον αγγίζουν κάνει τα
πάντα για να ακουσθεί όσο το δυνατόν καλύτερα στον κόσμο που τον θαυμάζει».
Με τα έντεχνα τραγούδια (αυτά τα λίγα, τα μετρημένα) που είπε η Πόλυ Πάνου,
έδειξε την άλλη πλευρά της γιατί ο κόσμος την είχε (και την έχει) συνηθίσει
στις ερμηνείες τις δυνατές τραγουδιών με κοινωνικό περιεχόμενο, και όχι μόνο
διασκεδαστικό. Ιδιαίτερη διάσταση έχει δώσει η Πάνου σε τραγούδια που
αναφέρονται τις παραστρατημένες κοπέλες των οίκων ανοχής («Δώστε μου μια
συμβουλή», «Ένα σφάλμα έκανα», «Η αμαρτωλή», «Στις αμαρτίας το στρατί» κ.ά.)
χωρίς ωστόσο να έχουν τον χαρακτήρα του μελό.
ΣΟΒΑΡΟΤΗΤΑ
«Ένα στοιχείο πάντως που πρέπει να αναφερθεί είναι ότι η Πόλυ Πάνου, στα 45
χρόνια που κρατάει τη θέση της κορυφαίας στο λαϊκό πάλκο, διακρίνεται πάντα
για τη σοβαρότητά της στην επικοινωνία με το κοινό που διασκεδάζει, που
γλεντάει. Έχει τον τρόπο της να δίνει τόνο στη διασκέδαση, να δημιουργεί κέφι
για ζεϊμπέκικο ή χασάπικο, αλλά πάντα σε σοβαρά πλαίσια. Ίσως αυτό να είναι
και το μυστικό που την κρατά χρόνια ολόκληρα στην κορυφή. Οι εμφανίσεις της
όμως δεν σταματούν στο πάλκο. Άρχισε από μικρή ταβέρνα, πέρασε σε μεγάλα
μαγαζιά, τραγούδησε σε πανηγύρια, σε μεγάλα θέατρα της Αμερικής, της
Αυστραλίας και της Γερμανίας, ενώ ξεχώρισε για πολλές ερμηνείες σε ταινίες του
ελληνικού κινηματογράφου. Όλα τα τραγούδια της τα θυμάται και τα τραγουδά.
Κάθε ένα έχει την ιστορία και τη χάρη του, λέει. Εκείνα όμως που έχουν μείνει
χαραγμένα στη μνήμη της και τη συνείδησή της, τα ξεχωρίζει και ας μην είναι
γνωστά: «Το ραντεβού μας είναι απόψε το στερνό» (πολύ παλιό κομμάτι), κι ένα
του Μανώλη Χιώτη, από τα τελευταία του (1968) «Δεν μου το ‘πες ότι ήσουν
παντρεμένος». «Ένα μεγάλο τραγούδι του Μητσάκη που μου ζητάνε ακόμη και σήμερα
να το τραγουδώ εκτός προγράμματος είναι «Αν μιλούσαν τα σύννεφα». Αντί
αποχαιρετισμού η Πόλυ μου το τραγούδησε:
«Ήτανε φθινόπωρο και τα φύλλα πέφτανε
κι ένα αγέρι φύσαγε κάπως δυνατό
Ήτανε φθινόπωρο και μαύρα σύννεφα
χάιδευαν παράξενα τον Λυκαβηττό
Ήρθε και το σούρουπο και τα φώτα ανάψανε
και τα δυο τα μάτια μου τον χαμό σου κλάψανε
σκέπασε ο πόνος κάθε ομορφιά
ζω μες στο φθινόπωρο
και τη συννεφιά».
|
|
«ΘΕΛΩ πάντα να είμαι ειλικρινής γι’ αυτό δεν κρύβω κάποια μυστικά», λέει η
Πόλυ Πάνου, αλλά επισημαίνει ότι δεν θεωρεί σωστό να βγάζει προς τα έξω τα
προσωπικά της ζητήματα ή προβλήματα. Η καλλιτεχνική της πορεία ήταν δεμένη και
με την ιδιωτική της ζωή, γιατί όπως πιστεύει κάτι διαφορετικό θα ήταν αδύνατο
γι’ αυτήν. Τώρα ζει στο σπίτι της στο Παλαιό Ψυχικό, με συντροφιά τον 16χρονο
γιο της, Βαγγελάκη, που του έχει ιδιαίτερη αδυναμία. Κοντά της έχει και τη
μητέρα της Διονυσία, που περνά άσχημες στιγμές (από μία χρόνια αρρώστια) τον
τελευταίο καιρό. Πολύτιμη βοηθός της η φίλη της Γιώτα. Το σπίτι της είναι ο
μοναδικός χώρος που την ξεκουράζει. Ακούει μουσική και είναι πάντα ενημερωμένη
για το σύγχρονο ρεπερτόριο και τις νέες κυκλοφορίες. Καμιά φορά, όταν έχει
διάθεση, βλέπει σε βίντεο παλιές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, σε
ορισμένες από τις οποίες εμφανιζόταν η ίδια και τραγουδούσε άλλοτε με τον
Τσιτσάνη ή τον Παπαϊωάννου, άλλοτε με τον Γιάννη Καραμπεσίνη, με τον οποίο
συνεργάσθηκαν επί πολλές δεκαετίες. Κάποιες στιγμές η Πόλυ «σκαλίζει» τα
κουτιά και τα συρτάρια με τις χιλιάδες φωτογραφίες και τα γράμματα που της
έστελναν θαυμαστές της από όλη την Ελλάδα και από όλο τον κόσμο, όπου ζουν και
υπάρχουν Έλληνες.
ΣΕ ΦΕΪΓ ΒΟΛΑΝ
Μέσα από τις φωτογραφίες ξαναζεί ευτυχισμένες στιγμές από τους δύο γάμους της:
Τον Αύγουστο του 1964 με τον επιχειρηματία – ιδιοκτήτη νυχτερινών κέντρων και
συνθέτη Στέλιο Πελαγίδη (που έφυγε από τη ζωή πέρυσι) και το 1971 με τον
εκδότη – δημοσιογράφο Γιάννη Μπίθα. Δύο γάμοι ήταν αρκετά μεγάλες εμπειρίες
για μένα, λέει με περίσκεψη η Πόλυ Πάνου. Το τρις εξαμαρτείν θα μου πήγαινε
πολύ. Και όταν η Πόλυ μιλά για τους δύο γάμους που έκανε (και δεν το
μετάνιωσε) ψιθυρίζει τα λόγια ενός τραγουδιού του Γιάννη Καραμπεσίνη (που η
ίδια τραγούδησε και έκανε μεγάλη επιτυχία):
«Τι αξία έχει ο γάμος
στην αγάπη μας μπροστά
είναι κι άλλοι παντρεμένοι
που όμως ζούνε χωριστά»
Μια στιγμή, πάντως, που δεν θα ξεχάσει σε όλη της τη ζωή η Πόλυ Πάνου, είναι
όταν ξεκινούσε για να τραγουδήσει την πρώτη βραδιά στην Πάτρα το 1952. Φόρεσε
ένα φουστανάκι μπλε (ταφτά) με ένα λευκό φιογκάκι. Φωτογραφήθηκε και η
φωτογραφία τυπώθηκε σε ένα μικρό φέιγ βολάν που έγραφε: «Ελάτε απόψε ν’
ακούσετε τη μικρή Πατρινοπούλα, το “παιδί θαύμα”, που τραγουδά πλάι στον λαϊκό
τροβαδούρο Γρηγόρη Μπιθικώτση». Όμως μια εμπειρία από τις πιο δυνατές για την
Πάνου, ήταν η πρώτη περιοδεία της (συνοδεία γονιών) έξω από την Πάτρα. Πήγαν
μαζί με τον Γρηγόρη και τραγούδησαν σε ταβέρνα στο Αγρίνιο, είκοσι βράδια.
Γνώρισαν την αποθέωση και η εμφάνιση της μικρής μαθήτριας από την Πάτρα είχε
προκαλέσει έκπληξη στον κόσμο του Αγρινίου, αλλά και πολλά αρνητικά σχόλια από
τους πουριτανούς παράγοντες της πρωτεύουσας της Αιτωλοακαρνανίας. Όσο
συναισθηματική είναι η Πόλυ Πάνου, είναι το ίδιο δυναμική σαν χαρακτήρας.
Αυτός ο δυναμισμός της την οδήγησε σε γερή κόντρα με την «Κολούμπια» το 1964,
την εταιρεία που συνεργαζόταν επί 15 χρόνια. Για δύο χρόνια ηχογραφούσε
τραγούδια της με την ελληνοαμερικανική εταιρεία «ΝΙΝΑ» και στις αρχές του 1967
συνεταιρίσθηκε με τον Πάνο Γαβαλά και έφτιαξαν δική τους εταιρεία, τη
«Βεντέτα», που για ένα χρόνο πήγε πολύ καλά. Χώρισαν όμως με τον Γαβαλά, ο
οποίος έφτιαξε νέα εταιρεία, τη «Σονάτα», και η Πόλυ με το σύζυγό της, τον
Στέλιο Πελαγίδη, κράτησαν τη «Βεντέτα» για άλλα δύο χρόνια, όπου ηχογραφούσαν
τραγούδια ο Χιώτης, ο Αγγελόπουλος, η Βάνου και δεκάδες άλλοι νεώτεροι λαϊκοί τραγουδιστές.










