Τα διλήμματα είναι χρήσιμα σε όσους σχεδιάζουν προεκλογικές εκστρατείες. Τα κόμματα τα χρησιμοποιούν για να περιγράψουν τον κόσμο που ευαγγελίζονται σε αντιπαραβολή με το – συνήθως – δυσοίωνο μέλλον το οποίο θα φέρουν οι αντίπαλοί τους. Ο Πρωθυπουργός δεν περίμενε να ανέβει στο βήμα του γαλάζιου συνεδρίου για να πει «Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης, Μητσοτάκης ή Φάμελλος, Μητσοτάκης ή Βελόπουλος, Μητσοτάκης ή Κωνσταντοπούλου». Είχε ξεκινήσει να το αναφέρει ήδη από τον Φεβρουάριο. Από τότε είχε προνοήσει να προσαρμόσει την αντίστιξη πάνω στην οποία χτίστηκε η νεοδημοκρατική καμπάνια της εθνικής αναμέτρησης του 2023, το «Μητσοτάκης ή Τσίπρας», στις συνθήκες του 2026.

Πριν από τρία χρόνια, είχε επενδύσει στην προσωποποίηση του διαζευκτικού σχήματος, ενώ ο ανταγωνιστής του προτιμούσε να το θεωρητικοποιεί, ζητώντας απ’ το εκλογικό σώμα να διαλέξει «πολιτική Αλλαγή και εφιάλτης τέλος ή εφιάλτη χωρίς τέλος». Η πρώτη στρατηγική απέδωσε. Γιατί, όπως σημειώνουν πολιτικοί αναλυτές κι εκλογολόγοι, ένα σαφές δίλημμα – ένα που μπορεί να το κάνει εικόνα ο καθένας – είθισται να είναι αποτελεσματικότερο. Σήμερα, το ΠΑΣΟΚ μοιάζει να έχει μάθει απ’ το τσιπρικό λάθος. Αποπειράται και να τουμπάρει το μήνυμα που κομίζει η κυβερνητική σύγκριση μεταξύ αρχηγών και να εικονογραφήσει τις προτάσεις του με ένα πορτρέτο του επικεφαλής του.

Πρόσωπο

«Το δίλημμα Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης είναι το δίλημμα μεταξύ της Ελλάδας των λίγων που πλουτίζουν και των πολλών που αγνοούνται, δεινοπαθούν και δικαιούνται να ζήσουν καλύτερα», δήλωσε η επίσημη φωνή του. Η προσέγγιση δεν είναι επί της αρχής λάθος. Οποιοι ψηφίζουν για κυβέρνηση, ψηφίζουν για πρωθυπουργό, λένε οι δημοσκόποι. Εννοούν ότι εκτός από το μοντέλο διακυβέρνησης, κι η εκλογική συμπεριφορά παραμένει πρωθυπουργοκεντρική.

Ο μεταπολιτευτικός κανόνας, που δεν έσπασε ούτε στα μνημονιακά χρόνια, θέλει την ηγετικότητα όποιων κρατούν τα ηνία των κομμάτων να αποτελεί σημαντικό κριτήριο ψήφου. Μια στρατηγική επικεντρωμένη στο νούμερο ένα του ΠΑΣΟΚ κρύβει ρίσκα για το ίδιο το Κίνημα, όμως. Τα ανδρουλακικά ποσοστά δεν υπερτερούν των κομματικών. Στην πρόσφατη μέτρηση της MRB, το κόμμα πιάνει 14,5% στην πρόθεση ψήφου με αναγωγή, αλλά ο πρόεδρος 8% στην καταλληλότητα για την πρωθυπουργία.

Αν κι ο δεύτερος τσιμπάει 2,9% από την προηγούμενη έρευνα της ίδιας εταιρείας, το μοτίβο που έχει αποτυπωθεί στις δημοσκοπικές φωτογραφίες πολλών στιγμών δεν αλλάζει: δεν τον θεωρεί επαρκή για τη δουλειά το σύνολο της πράσινης βάσης. Προτού ένα αρχηγικό πρόσωπο ταυτιστεί με ιδέες για την κατεύθυνση της χώρας στο μυαλό των ψηφοφόρων, λοιπόν, συνδυάζεται με γεγονότα, τα οποία δεν ερμηνεύονται πάντα όπως προσδοκά το επιτελείο του.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail