Καλώς ήρθατε στο σήμερα. Θέλουμε να γνωρίσουμε κάποιο πρόσωπο και σκρολάρουμε σε εφαρμογές γνωριμιών. Θέλουμε να αγοράσουμε κάτι και μπαίνουμε σε ηλεκτρονικά καταστήματα. Θέλουμε να ακούσουμε μουσική και μπαίνουμε σε συνδρομητική πλατφόρμα. Το ίδιο και με το σινεμά. Θέλουμε να μαγειρέψουμε και ρωτάμε την τεχνητή νοημοσύνη για συνταγές ή για ερωτικές συμβουλές ή για το πώς να ντυθούμε.

Θα σκέφτεστε φυσικά ότι όλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν και χωρίς εφαρμογές ή ΑΙ, με τον παραδοσιακό τρόπο, που δεν πρόδιδε ποτέ αλλά, ίσα-ίσα, άφηνε και μια γεμάτη γεύση σε κάθε τι. Η απαξίωση της εμπειρίας που σημειώνεται σήμερα με τη χρήση εφαρμογών για τα πάντα και της ΑΙ για ψύλλου πήδημα, το σαμποτάζ στην πραγματική ζωή όπως τη ζούσαμε και την ξέραμε επί δεκαετίες, αν όχι για αιώνες, είναι κάτι που έχει υπαινιχθεί ή γραφτεί από πολλούς και σε πολλές περιστάσεις.

Γράφαμε κάτι αντίστοιχο πριν από λίγους μήνες («Σαμποτάζ στην εμπειρία», «ΤΑ ΝΕΑ», 22/11/2025) για το πώς η ευκολία μιας εφαρμογής και ενός αλγορίθμου που – αφού τροφοδοτήθηκε άπληστα από εμάς, ξέρει πριν από εμάς τι είναι απαραίτητο για εμάς – υποκαθιστά την πραγματική εμπειρία όπως την ξέραμε. Αυτή η νέα πραγματικότητα οδήγησε την αρθρογράφο του «New York Magazine», Κάθριν Τζίζερ-Μόρτον, να επινοήσει τον όρο «friction-maxxing». Με σκοπό να περιγράψει τον τρόπο ζωής όπου επιλέγει κανείς πιο «άβολες συνήθειες» ώστε να οικοδομήσει μια ανοχή και αντίσταση – τρόπον τινά – στην τεχνολογική ευκολία, διατηρώντας την αξία της ανθρώπινης εμπειρίας.

Επιστροφή στο… μέλλον

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, πολλοί νέοι άνθρωποι, εξαντλημένοι από το γεγονός ότι κάθε τι σήμερα περνά οπωσδήποτε έστω για ένα κομμάτι του από το ψηφιακό σύμπαν ή από κάποια πλατφόρμα, εξουθενωμένοι από την κυριαρχία των αλγορίθμων ακόμα και στους τρόπους διασκέδασης ή στις πιο προσωπικές τους στιγμές, προσπαθούν να χτίσουν τη ζωή τους όσο γίνεται περισσότερο εκτός του ψηφιακού κόσμου. Και πώς το κάνουν αυτό; Μα επιστρέφοντας σε πολλά από όσα αντικατέστησαν τα κινητά τηλέφωνα, όπως η εκτύπωση φωτογραφιών από φιλμ. Δεν είναι όμως μόνο η φωτογραφία.

Την ίδια στιγμή, σχεδόν όλοι οι καλλιτέχνες, ύστερα από μια μικρή αλλαγή η οποία διήρκεσε περίπου μια δεκαετία, κυκλοφορούν τη μουσική τους και σε φυσική μορφή (από βινύλια και CD μέχρι κασέτες). Επίσημα στοιχεία δείχνουν βεβαίως κάμψη στις πωλήσεις μουσικής σε φυσική μορφή, το βινύλιο όμως (εν μέρει και η κασέτα) έχουν επιστρέψει για τα καλά. Για του λόγου το αληθές, στείλαμε ερωτήσεις σε περίπου 20 άτομα που μας δήλωσαν ότι ακούν μουσική με αναλογικό τρόπο ή με τρόπο που δεν κατευθύνουν οι αλγόριθμοι. Ολοι μας απάντησαν ότι τους αρέσει η αίσθηση του βινυλίου, της κασέτας και του CD γιατί θέλουν να νιώθουν πως «τους ανήκει» η αγαπημένη τους μουσική.

Η ζήτηση αυξάνει τις τιμές

Δεν είναι όμως απαραίτητη η στροφή στον αναλογικό κόσμο για να εκφραστεί η κόπωση από την αλγοριθμικά κατευθυνόμενη ψυχαγωγία. Οι «New York Times» έγραφαν πρόσφατα πως συσκευές όπως τα MP3 players ή τα iPods της Apple, που έχουν εγκαταλειφθεί ως προϊόντα από την εταιρεία από το 2022, βιώνουν μεγάλες δόξες. Και μάλιστα, με ανεβασμένες τιμές λόγω ζήτησης σε ιστοσελίδες μεταπώλησης μεταχειρισμένων αντικειμένων, καθώς πολλοί νέοι άνθρωποι μετακινούνται για ακρόαση μουσικής σε αυτές τις συσκευές. Ενας από αυτούς είναι και ο Γιώργος, ο οποίος μας είπε πως ακούει μουσική από το παλιό του MP3 που έβγαλε πρόσφατα από το συρτάρι και έθεσε σε λειτουργία «σε μια προσπάθεια απεξάρτησης από το κινητό. Θέλω να ακούω μουσική χωρίς ειδοποιήσεις, σόσιαλ, αλγορίθμους και περισπάσεις».

Ολοι αυτοί οι άνθρωποι, λίγοι ή και περισσότεροι, σίγουρα όχι αρκετοί για να μιλήσουμε για κάτι μαζικό αλλά μάλλον για μια εναλλακτική στάση, δεν νοσταλγούν κάτι. Αν τα ΜΜΕ μιλούσαν για την επιστροφή στο βινύλιο αναφέροντας τη νοσταλγία ως κινητήριο δύναμη, εδώ μιλάμε για κάτι διαφορετικό. Μιλάμε για μια προσπάθεια απεξάρτησης και δημιουργίας ελεύθερου χρόνου για να χωρέσει το μέλλον. Μια επανοικειοποίηση της εμπειρίας και της ίδιας της ζωής.

«Ποια νοσταλγία; Εδώ μιλάμε για το μέλλον», που λέει και ο Pan Pan στο τραγούδι του το «Νιώσιμο».

Τέλος εποχής: Όταν η φυσική μορφή γίνεται ανάμνηση

Με την πάροδο του χρόνου οι συνήθειες του ανθρώπου δεν άλλαξαν πολύ, απλά προσαρμόστηκαν στα εκάστοτε δεδομένα της εποχής. Συνήθειες όπως η ακρόαση μουσικής και η προβολή ταινιών «at home» παρέμειναν σε όλες τις γενιές, όμως κάθε φορά αποτυπώνονταν αλλιώς. Πριν από εξήντα χρόνια ήταν το «τρανζίστορ με τα αμερικάνικα», όπως τραγούδησε η Μαρινέλλα, ενώ λίγο μετά ακολούθησαν το βινύλιο, η κασέτα, το CD και η σκυτάλη πέρασε στις streaming πλατφόρμες.

Ανάλογη πορεία ακολούθησαν και άλλες συνήθειες, όπως το θέαμα και ο «κινηματογράφος του σαλονιού», περνώντας από τις βιντεοκασέτες στα DVD και, εν τέλει, στις πλατφόρμες όπως NETFLIX, CINOBO και άλλες.

Πόσοι κατάλαβαν, όμως, πόσο γρήγορα έγινε η μεταπήδηση από το ένα μέσο στο άλλο – και αν το κατάλαβαν, γιατί οι παραστάσεις άλλαξαν τόσο γρήγορα, πάνω που είχαν γίνει συνήθεια; Σύμφωνα με στοιχεία που παραχωρήθηκαν στα «ΝΕΑ» από την IFPI Greece και τον Grammo, η εξέλιξη της μουσικής αγοράς στην Ελλάδα από το 1996 έως το 2024 αποτυπώνει τη μετάβαση από την κυριαρχία των φυσικών μέσων στην πλήρη ψηφιακή εποχή. Τα δεδομένα πωλήσεων για LP-MS (βινύλια), κασέτες (MC) και CD σκιαγραφούν την αλλαγή που έχει συντελεστεί μέσα σε αυτά τα χρόνια.

Η άνοδος και η πτώση των CD

Συγκεκριμένα, στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές του 2000, τα CD αποτέλεσαν τον «βασιλιά» της ελληνικής αγοράς. Οι ετήσιες πωλήσεις ξεπερνούσαν σταθερά τα 6-7 εκατομμύρια αντίτυπα, φτάνοντας στο υψηλότερο σημείο τους μέσα σε αυτή την περίοδο.

Η ευκολία χρήσης, η ανώτερη ποιότητα ήχου και η διάδοση των CD players καθιέρωσαν το συγκεκριμένο μέσο ως τον βασικό τρόπο πρόσβασης στη μουσική.

Την ίδια εποχή, οι κασέτες βρίσκονταν ήδη σε πτωτική πορεία. Από εκατοντάδες χιλιάδες πωλήσεις στα μέσα της δεκαετίας του ’90, οι αριθμοί μειώνονταν δραματικά, καθώς οι καταναλωτές στρέφονταν ολοένα και περισσότερο στα CD. Η τεχνολογική εξέλιξη και η ευκολία αντιγραφής των νέων μέσων επιτάχυναν αυτή τη μετάβαση. Ακόμη πιο θεαματική ήταν η πτώση των LP/MS, δηλαδή των βινυλίων και συναφών μορφών. Από περισσότερες από 500.000 μονάδες το 1996, οι πωλήσεις τους κατέρρευσαν μέσα σε λίγα χρόνια, περιοριζόμενες σε μερικές χιλιάδες. Η αλλαγή αυτή σηματοδότησε οριστικά το τέλος μιας εποχής για τους παραδοσιακούς συλλέκτες και λάτρεις του αναλογικού ήχου.

Μετά το 2000, η μουσική αγορά αλλάζει εκ νέου παραστάσεις και εισέρχεται σε μια νέα πραγματικότητα. Αν και οι πωλήσεις των CD διατηρούνται αρχικά σε υψηλά επίπεδα, η εξάπλωση του Διαδικτύου και η εμφάνιση των ψηφιακών αρχείων MP3 αλλάζουν ριζικά το τοπίο. Παράλληλα, η πειρατεία εξαπλώνεται, υπονομεύοντας το παραδοσιακό μοντέλο φυσικών πωλήσεων.

Η μείωση των εσόδων δεν είναι απότομη, αλλά σταθερή και συνεχής. Το κοινό πλέον αρχίζει να προτιμά τη δωρεάν και πιο άμεση πρόσβαση στη μουσική.

Καθώς προχωρούν τα χρόνια, η πτώση των φυσικών πωλήσεων επιταχύνεται. Τα CD χάνουν το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς, ενώ οι κασέτες και τα βινύλια έχουν ήδη σχεδόν εξαφανιστεί.

Η συνολική εικόνα αποτυπώνει μια αγορά που συρρικνώνεται δραματικά, με την ψηφιακή κατανάλωση να κυριαρχεί πλέον απόλυτα.  Η μετάβαση σε streaming πλατφόρμες και ψηφιακές υπηρεσίες, αν και δεν περιλαμβάνεται στα δεδομένα των φυσικών πωλήσεων, εξηγεί πλήρως τη ραγδαία μεταβολή. Η μουσική βιομηχανία προσαρμόζεται σε ένα νέο μοντέλο, όπου το περιεχόμενο είναι άυλο και η πρόσβαση αντικαθιστά την ιδιοκτησία.

Ποιο σταθερό τηλέφωνο;

Η εξαφάνιση των φυσικών μέσων δεν επηρέασε μόνο την τέχνη αλλά και την επικοινωνία. Πλέον και το σταθερό τηλέφωνο, όπως το γνώρισαν και το έζησαν γενιές για δεκαετίες ολόκληρες, έχει μετατραπεί σε είδος υπό εξαφάνιση. Η πτώση της σταθερής τηλεφωνίας στην Ελλάδα συνεχίστηκε το 2024, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΕΤ, με τις γραμμές πρόσβασης να μειώνονται κατά 3,8%, φτάνοντας τα 4,67 εκατομμύρια.

Οσο για τη συνολική κίνηση, περιορίστηκε στα 7,7 δισ. λεπτά, σημειώνοντας πτώση 24,2% σε σχέση με το 2023. Η δε κίνηση τερματισμού σε δίκτυα σταθερών επικοινωνιών υποχώρησε κατά 25,1%, επιβεβαιώνοντας τη συνεχή συρρίκνωση της χρήσης του πλέον «νοσταλγικού» σταθερού τηλεφώνου.

«Αν μπορούσα, θα χρησιμοποιούσα ακόμη βιντεοκασέτες»

Μέσα στο χάος της ψηφιοποίησης κάθε πτυχής της ζωής μας, υπάρχουν κάποιοι – λίγοι, είναι αλήθεια – συμπολίτες μας οι οποίοι χρησιμοποιούν ακόμη ή, έστω, χρησιμοποιούσαν μέχρι πολύ πρόσφατα, τεχνολογίες μιας άλλης εποχής. Οπως είναι, αναμφίβολα, τα DVD και τις βιντεοκασέτες. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει και η 70χρονη Βασιλική Τ., η οποία έχει συνταξιοδοτηθεί εδώ και μερικά χρόνια και, όπως λέει η ίδια στα «ΝΕΑ», «αν μπορούσα θα συνέχιζα να χρησιμοποιώ και το βίντεο αλλά και άλλες παρόμοιες τεχνολογίες όπως το DVD».

Η αφήγησή της παρουσιάζει, αν μη τι άλλο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ειδικά καθώς απηχεί τις διαθέσεις πολλών ακόμη ανθρώπων. «Ξεκίνησα να χρησιμοποιώ βιντεοκασέτες γύρω στο 1986 – 87 και, μέχρι πριν από δύο χρόνια που χάλασε το player και δεν υπήρχαν πια πουθενά ανταλλακτικά, αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μου», μας εξηγεί.

Προσθέτει δε ότι τις χρησιμοποιούσε κατά κύριο λόγο για να γράφει όποια τηλεοπτική σειρά έχανε επειδή δεν ήταν σπίτι.

«Γενικά με την τεχνολογία δυσκολεύομαι», παραδέχεται – και συνεχίζει: «Εκείνο που έμαθα να κάνω πάρα πολύ καλά ήταν να προγραμματίζω το βίντεο και από την αρχή μέχρι και σήμερα μου φαίνεται το πιο εύχρηστο. Αναγκαστικά έμαθα να κάνω την ίδια δουλειά με στικάκια USB».

Η Βασιλική θεωρεί πως η τεχνολογία που υπάρχει σήμερα μπορεί να παρέχει μεγάλες δυνατότητες, είναι όμως δυσνόητη για τη γενιά της – «αν και σίγουρα υπάρχει για να κάνει τη ζωή μας πιο εύκολη».

Με μια εμφανή δε νοσταλγία στα λόγια της, η Βασιλική καταλήγει λέγοντας: «Τα βίντεο μάλλον τα έχουμε αποχαιρετήσει για πάντα».

«Θέλω να πιάνω τις φωτογραφίες μου»

«Θέλω να πιάνω τις φωτογραφίες μου», μας λέει η Ελενα, 25 ετών. «Στο κινητό μου έχω κοντά 6.500 φωτογραφίες. Πότε τις βλέπω όλες αυτές; Ποτέ. Τις θυμάμαι; Οχι.

Μου θυμίζουν στιγμές; Αδύνατον να ξέρω». Οι λόγοι που την οδήγησαν να πάρει μια φωτογραφική μηχανή είναι τόσο απλοί. Στην πορεία αγόρασε μία που λειτουργεί με φιλμ, το οποίο εμφανίζει, αλλά και στιγμής τύπου Polaroid.

Φαίνεται, λοιπόν, πως δεν είναι τυχαίο ότι τα προϊόντα εταιρειών όπως η Kodak ή η Polaroid εξακολουθούν να καταλαμβάνουν μεγάλο μερίδιο αγοράς, ενώ μιλάμε σχεδόν αποκλειστικά για αναλογικά προϊόντα.

«Μου αρέσει αυτός ο ζεστός ήχος, που δεν είναι τέλειος», μας είπε ο Ορέστης.

Η κόπωση από τον ψηφιακό κόσμο φαίνεται στις απαντήσεις σχεδόν όλων των ερωτηθέντων.

Η Μαριατίνα δηλώνει κουρασμένη από τις διαφημίσεις και τους αλγόριθμους που δομούν προκάτ λίστες μουσικής. Η Δήμητρα μας λέει πως επανέφερε ένα μεγάλο ραδιόφωνο με CD player από την αποθήκη του πατρικού της «στο πλαίσιο μιας γενικής προσπάθειας να ξαναφέρω στην καθημερινότητά μου κάποια αντικείμενα/συνήθειες από τις πιο απλές και ψυχικά ξεκούραστες μέρες».

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000