Είναι το διεθνές εμπόριο τέχνης μία από τις πολλές παράπλευρες απώλειες του πολέμου που μαίνεται στη Μέση Ανατολή;
Τα πρώτα δεδομένα δείχνουν πως η απάντηση είναι αρνητική. Την πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου, ενώ αμερικανικές, ισραηλινές και ιρανικές δυνάμεις αντάλλασσαν πυραύλους οι πλουσιότεροι άνθρωποι παγκοσμίως δαπανούσαν εκατομμύρια για έργα τέχνης υψηλής αξίας στο Λονδίνο. Οι βραδινές δημοπρασίες μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης των Sotheby’s και Christie’s απέφεραν αντίστοιχα 131 και 197 εκατ. στερλίνες, με αύξηση κατά 110% και 52% σε σχέση με τις αντίστοιχες περσινές ανοιξιάτικες δημοπρασίες.
Ακόμη και έμπειροι παρατηρητές αιφνιδιάστηκαν από αυτά τα φαινομενικά αντιφατικά αποτελέσματα, σύμφωνα με τους αναλυτές της εικαστικής επιθεώρησης The Art Newspaper, οι οποίοι παραδέχονται, ωστόσο, ότι είναι δύσκολο να διεξαχθούν γενικά συμπεράσματα από μία και μόνο περίοδο δημοπρασιών.
Τα στοιχεία ωστόσο δείχνουν ότι τα χρήματα που έχουν επενδυθεί σε ονόματα – εγγύηση (ακόμη κι αν δεν είναι όλα τα έργα πρώτης γραμμής) μπορεί να μην πολλαπλασιάζονται, αλλά τουλάχιστον δεν χάνουν την αξία τους. Και οι τιμές στις οποίες πωλούνται δεκαετίες μετά, δείχνουν – μετά την απαραίτητη τιμαριθμική αναπροσαρμογή – ότι η απόδοση μπορεί να μην ήταν εντυπωσιακή ιδίως σε σύγκριση με εκείνη του χρηματιστηρίου, αλλά ήταν τουλάχιστον σταθερή.
Δεν ισχύει το ίδιο, όμως, και για τα υπερσύγχρονα έργα τέχνης, εκείνα δηλαδή που δημιούργησαν καλλιτέχνες κάτω των 40 ετών, οι τιμές των οποίων είχαν εκτοξευθεί μετά την πανδημία. Το 2025 οι πωλήσεις αυτής της κατηγορίας μειώθηκαν κατά 47%, σε σχέση με το 2022, γεγονός που σύμφωνα με τη διεθνή βάση δεδομένων τιμών έργων τέχνης, Artprice, οφειλόταν στη φρενίτιδα που τροφοδοτήθηκε εν μέρει από κεφάλαια, τα οποία προέρχονταν από τη φούσκα των NFT. Απόδειξη ότι στις πρόσφατες δημοπρασίες ήταν ελάχιστη η παρουσία καλλιτεχνών ηλικίας κάτω των 40 ετών.
Μια πιθανή εξήγηση για την τάση αυτή είναι ότι οι εύποροι συλλέκτες αντιλαμβάνονται πως η τέχνη δεν αποτελεί πεδίο κερδοσκοπίας, αλλά ότι τα έργα καθιερωμένων καλλιτεχνών μπορούν να λειτουργήσουν ως ασφαλές επενδυτικό καταφύγιο, που ορισμένοι χρησιμοποιούν και ως εγγύηση για την εξασφάλιση δανείων, ενώ λειτουργούν και φοροαπαλλακτικά σε πολλές περιπτώσεις.
Τα δεδομένα δείχνουν ότι η αγορά τέχνης συνολικά παραμένει στάσιμη ή και έχει πτωτική τάση ανά περιόδους, από το 2007, αλλά η χρηματοδότηση που συνδέεται με την τέχνη αυξάνεται. Η αγορά δανείων με εγγύηση έργα τέχνης εκτιμάται ότι άγγιξε έως και τα 40 δισ. δολάρια το 2025, με ετήσια ανάπτυξη 10%.
Στο μεταξύ μέσα στην επόμενη δεκαετία, περίπου 31 τρισ. δολάρια εκτιμάται ότι θα αλλάξουν χέρια με τη μορφή κληρονομιάς, εκ των οποίων πάνω από το 10% αφορά σε έργα τέχνης και συλλεκτικά αντικείμενα, διαδικασία που τροφοδοτεί και την αγορά δημοπρασιών.
Δύο Μονέ αθέατοι για πάνω από 100 χρόνια, στο σφυρί
Δύο έργα του Κλοντ Μονέ που παρέμεναν αθέατα για το κοινό για πάνω από έναν αιώνα επανεμφανίζονται και θα δημοπρατηθούν από τον οίκο Sotheby’s στο Παρίσι στις 16 Απριλίου, με τις εκτιμήσεις να φτάνουν έως περίπου 8 εκατ. ευρώ. Το έργο «Τα νησιά του Πορ – Βιγιέζ» (περ. 1883, φωτογραφία επάνω) είχε φιλοτεχνηθεί στο πλωτό – πάνω σε βάρκα – εργαστήριο του καλλιτέχνη στον Σηκουάνα. Είχε παραμείνει για περίπου 115 χρόνια σε ιδιωτική συλλογή και ήταν γνωστό κυρίως μέσα από παλιές φωτογραφίες,. Το «Βετέιγ, πρωινή ατμόσφαιρα» (1901), αποτυπώνει ένα τοπίο και εντάσσεται στην ύστερη περίοδο του Μονέ. Και τα δύο θεωρούνται από τα σημαντικότερα έργα του Μονέ που εμφανίζονται σε γαλλική δημοπρασία από το 2001, με την εκτίμηση για το πρώτο έργο να φτάνει τα 8 εκατ. ευρώ και 3-5 εκατ. ευρώ για το δεύτερο. Η επανεμφάνιση των δύο έργων σε δημοπρασία θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για την αγορά της τέχνης, καθώς πρόκειται για σπάνια έργα του Μονέ που δεν έχουν εκτεθεί δημόσια για δεκαετίες και προσφέρουν πολύτιμη εικόνα τόσο της πρώιμης όσο και της ώριμης καλλιτεχνικής του πορείας.
Παρελθόν για τη Συλλογή Πινό ο Γκιγιόμ Τσερούτι
Μυστήριο καλύπτει την αποχώρηση του Γκιγιόμ Τσερούτι (φωτογραφία) από την προνομιούχο θέση του προέδρου της Συλλογής Πινό και στην οποία εντάσσονται μείζονος σημασίας εκθεσιακοί χώροι στο Παρίσι και τη Βενετία. Η αιφνιδιαστική αυτή εξέλιξη έρχεται μόλις 13 μήνες αφότου ο πρώην διευθύνων σύμβουλος του οίκου δημοπρασιών Christie’s μετακόμισε από το Λονδίνο στο Παρίσι για να αναλάβει τη διεύθυνση της μεγάλης ιδιωτικής συλλογής του γάλλου δισεκατομμυριούχου Φρανσουά Πινό. Στο μεταξύ, ο 89χρονος Πινό, παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, φέρεται να αναλαμβάνει ο ίδιος τα καθήκοντα του 60χρονου Τσερούτι, ο οποίος παραμένει πρόεδρος των διοικητικών συμβουλίων του οίκου Christie’s και της ποδοσφαιρικής ομάδας Stade Rennais, οι οποίες, μαζί με τον όμιλο ειδών πολυτελείας Kering, ανήκουν στον Πινό.






