Από τη μια πλευρά, που λέτε, αγανακτούμε όταν ακούμε πολιτικούς να μιλούν για τα ρουσφέτια σαν να είναι κάτι απολύτως φυσιολογικό στον οργανισμό του κοινοβουλευτισμού. Το εκλαμβάνουμε ως προσβολή, μας θίγει.
Από την άλλη, όμως, χλευάζουμε όσους πέφτουν από τα σύννεφα, κατά το προσφιλές στερεότυπο, εξαιτίας της διαφθοράς που αποκαλύπτεται στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Να με συγχωρείτε, αλλά δεν γίνεται να ισχύει και το ένα και το άλλο ταυτοχρόνως.
Αν θεωρούμε εξωγήινο ούφο εκείνον που εκπλήσσεται ή, έστω, υποκρίνεται ότι εκπλήσσεται από την αποκάλυψη του σκανδάλου, τότε γιατί να μας ενοχλεί η ειλικρίνεια του βουλευτή (πείτε την και ωμότητα, αν θέλετε) που αναγνωρίζει την πραγματικότητα; Αφού αυτή είναι! Δεν είναι κάποια άλλη. Η προσφυγή στον βουλευτή για εκδούλευση είναι ο κανόνας. Ιδίως σε αγροτικές περιοχές, εκεί όπου τα συμφέροντα είναι συγκεκριμένα και δεν διαχέονται σε ένα αντιπροσωπευτικότερο μείγμα πληθυσμού.
Δεν σας κάνω τον έξυπνο· τον εαυτό μου περιγράφω και τις αντιφάσεις μου. Ούτε και θεωρώ αφύσικη μια τόσο κοινή αντίφαση. Αντανάκλαση του συστήματος είναι, διότι ενώ υποτίθεται ότι ψηφίζω τον καλύτερο, στην πράξη προτιμώ εκείνον που μου κάνει τη δουλειά. Εφόσον δεν υπάρχει ισονομία, εφόσον οι μηχανισμοί του κράτους δεν λειτουργούν, εφόσον διάθεση δεν υπάρχει για ουσιαστικές αλλαγές, τι σου μένει να κάνεις;
Η πολιτική πίεση. Δεν σημαίνει αυτό ότι το πρόβλημα είναι αμιγώς συστημικό – ότι κάτι δεν πάει καλά, δηλαδή, στον τρόπο που λειτουργεί ο κοινοβουλευτισμός. Φυσικά υπάρχουν πάντα τα σάπια μήλα, δεν τα γλιτώνεις. Πολύ περισσότερο, δε, όταν παίζει στην πιάτσα μια τέτοια απάτη, όπως αυτή με τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τότε το «μυστικό» διαδίδεται (είναι στη φύση των «μυστικών» να διαδίδονται…), ο πειρασμός είναι μεγάλος, υποκύπτουν σε αυτόν και κάποιοι οι οποίοι δεν θα τολμούσαν υπό αυστηρότερες συνθήκες. Κατά κύριο λόγο, όμως, το πρόβλημα είναι συστημικό.
Ιδού λοιπόν η ευκαιρία, ενόψει συνταγματικής αναθεώρησης, να ψάξουμε να βρούμε πώς διορθώνεται η κατάσταση. Μήπως με τη μείωση των βουλευτών στους 200, όπως έχει προταθεί στο παρελθόν από τον Στέφανο Μάνο; Μήπως με την εισαγωγή του γερμανικού συστήματος σταυροδοσίας, που είχε εισηγηθεί (ελπίζω να θυμάμαι σωστά) ο Νίκος Αλιβιζάτος; Τις δυνατότητες τις έχουμε πάντως. Εμείς, εδώ, διαθέτουμε ολόκληρο τάγμα συνταγματολόγων, αποτελούμενο από τρεις λόχους. Οι Συνταγματολόγοι είναι η άτυπη έκτη εξουσία στην Ελλάδα, μετά την εκτελεστική, τη νομοθετική, τη δικαστική, τα ΜΜΕ και, φυσικά, τα σόσιαλ, τα οποία και είναι η πρώτη εξουσία, δεδομένου ότι εδώ ζει ο εξυπνότερος λαός του κόσμου. Η δυνατότητα υπάρχει, αν υπάρχει και η θέληση, ακόμη καλύτερα.
ΔΙΑΝΟΗΣΗ
«Υπάρχει καλύτερη Ελλάδα και τη θέλουμε». Θυμάστε το σύνθημα; Λεγόταν τραγουδιστά, από μια χορωδία, και με αυτό κατέβηκε ο Κώστας Καραμανλής (ο μετέπειτα Ακάματος) στις εκλογές του 1996 και τις έχασε. Ηταν επινόηση κάποιου γκουρού της διαφήμισης από τη Θεσσαλονίκη (οξύμωρο, αλλά έτσι τον παρουσίαζαν), τον οποίο είχε ανακαλύψει ο Αρης Σπηλιωτόπουλος – αυτός που σήμερα θαυμάζει τον Αλέξη Καραμήτρο.
Το επανέφερε στη μνήμη μου η ανακοίνωση της Μαρίας Καρυστιανού, το «Ξεκινάμε». Πρόκειται για ρετρό ηθικολογία του είδους που χρησιμοποιούσε η Νεοκαραμανλική ΝΔ: οι διεφθαρμένοι είναι απέναντι, εμείς είμαστε οι ηθικοί. Το ξαναζήσαμε επίσης με τον ΣΥΡΙΑ, που το σερβίρισε στη δική του παραλλαγή. Γενικώς, δεν είναι τίποτα πρωτότυπο, είναι ένα παμπάλαιο κόλπο, που λειτουργεί εφόσον υπάρχουν οι προϋποθέσεις. Για την κ. Καρυστιανού, δεν υπάρχουν. Αρκεί και μόνο το ότι, στο εισαγωγικό κείμενο της ιστοσελίδας, βάζει έναν αφηγητή ή, μάλλον, πολλούς, γιατί μιλούν στον πληθυντικό, να παρουσιάζουν σε τρίτο πρόσωπο την κ. Καρυστιανού. Αρκεί για να καταλάβεις πόσο έχει υπερτιμήσει τις δυνατότητές της και πόσο έχει υποτιμήσει τον στόχο της.
Εχει σημασία ότι, για πρώτη φορά, της επιτέθηκε ευθέως ο Κυριάκος Βελόπουλος. Ευλόγως, διότι αυτός κινδυνεύει από την κ. Καρυστιανού και το κόμμα της, το δικό του κοινό είναι ευεπίφορο στη σαγήνη της. Αν υποθέσουμε ότι το κοινό στο οποίο ψαρεύουν βρίσκεται σε εκείνο το τρομακτικό 30% που πιστεύει ότι μας ψεκάζουν, τότε ο κ. Βελόπουλος εκπροσωπεί τη «low brow» ψέκα, ενώ η κ. Καρυστιανού, με την καθωσπρέπει παρουσία της και την ευπρέπειά της, εκπροσωπεί τη «high brow» ψέκα – τη διανόηση της ψέκας ούτως ειπείν.






