Η συμπλήρωση ενός μήνα από την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή βρίσκει τη διεθνή οικονομία σε καθεστώς αυξημένης αβεβαιότητας. Αν και μέχρι στιγμής οι άμεσες οικονομικές επιπτώσεις παραμένουν σχετικά περιορισμένες, οι αγορές έχουν ήδη προεξοφλήσει τους κινδύνους μιας ενδεχόμενης παρατεταμένης κλιμάκωσης της σύγκρουσης όπως και το γεγονός ότι, ακόμα και εάν σταματήσει σύντομα η σύρραξη, οι ήδη υπάρχουσες επιπτώσεις στο ενεργειακό πεδίο και στις εφοδιαστικές αλυσίδες θα χρειαστεί σημαντικός χρόνος για να αποκατασταθούν. Για την Ελλάδα, ως μικρή ανοιχτή οικονομία με σημαντική εξάρτηση από τον τουρισμό και την ενέργεια, οι εξελίξεις αυτές συνιστούν σαφή πηγή κινδύνου για τις οικονομικές προοπτικές.
Η πρωτογενής επίδραση προέρχεται από την ενέργεια. Η Μέση Ανατολή αποτελεί κρίσιμο κόμβο για την παγκόσμια προσφορά πετρελαίου, φυσικού αερίου, αλλά και λιπασμάτων που είναι σημαντικά για την αγροτική παραγωγή. Ως εκ τούτου, κάθε γεωπολιτική ένταση στην περιοχή μεταφέρεται ταχύτατα στις διεθνείς τιμές.
Μια παρατεταμένη άνοδος των τιμών της ενέργειας θα επιβάρυνε το κόστος παραγωγής και διακίνησης αγαθών και υπηρεσιών και θα ενίσχυε εκ νέου τις πληθωριστικές πιέσεις. Για μια οικονομία που μόλις πρόσφατα είδε τον πληθωρισμό να αποκλιμακώνεται, η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να αναζωπυρώσει το κόστος ζωής, με άμεσες συνέπειες στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και στην ιδιωτική κατανάλωση.
Επιπλέον, μια νέα άνοδος του πληθωρισμού στην ευρωζώνη ενδέχεται να καθυστερήσει τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ, διατηρώντας το κόστος δανεισμού σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο διάστημα. Τόσο αυτή όσο και οι προηγούμενες κρίσεις καθιστούν ακόμη πιο επιτακτική για την Ελλάδα την ανάγκη ενίσχυσης της προσφοράς, ιδιαίτερα στον τομέα της ενέργειας μέσω επενδύσεων στην αποθήκευση ενέργειας των ΑΠΕ, ώστε οι όποιες επιδράσεις να μετριάζονται.
Δεύτερος σημαντικός παράγοντας είναι η επιδείνωση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών. Τις τελευταίες εβδομάδες παρατηρείται αυξημένη μεταβλητότητα και στις αγορές κρατικών ομολόγων, με τους επενδυτές να απαιτούν υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες βλέπουν το κόστος δανεισμού τους να αυξάνεται.
Για την Ελλάδα, η οποία εξακολουθεί να καταγράφει τον υψηλότερο λόγο χρέους προς ΑΕΠ στην Ευρωζώνη, το γεγονός αυτό υπενθυμίζει ότι η δημοσιονομική αξιοπιστία παραμένει σημαντικό πλεονέκτημα. Η συνέχιση της καθοδικής πορείας του χρέους δεν αποτελεί απλώς έναν λογιστικό στόχο, αλλά βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση ευνοϊκών όρων χρηματοδότησης σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον και για σχετική προστασία σε μελλοντικές κρίσεις.
Ο τρίτος παράγοντας αφορά τον τουρισμό και, ευρύτερα, τη γεωπολιτική σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο. Αν και ορισμένες αγορές – κυρίως η Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη – ενδέχεται να στραφούν βραχυπρόθεσμα προς την Ελλάδα ως εναλλακτικό ασφαλή καλοκαιρινό προορισμό έναντι χωρών της Ανατολικής Μεσογείου, μια γενικευμένη αστάθεια στην περιοχή θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις τουριστικές ροές, αλλά και το επενδυτικό κλίμα. Παράλληλα, μια πιο παρατεταμένη κρίση με ευρύτερες διεθνείς συνέπειες θα μπορούσε να επιβραδύνει την παγκόσμια οικονομία και να περιορίσει τη ζήτηση για ελληνικές εξαγωγές.
Συνολικά, οι άμεσες επιπτώσεις έως τώρα παραμένουν διαχειρίσιμες, οι κίνδυνοι όμως είναι ξεκάθαρα ανοδικοί. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η οικονομική πολιτική οφείλει να κινηθεί με προσοχή και διορατικότητα: να ενισχύσει την ανθεκτικότητα της οικονομίας, να προστατεύσει με σύνεση και με οδηγό τις αντοχές του προϋπολογισμού την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και, κυρίως, να διασφαλίσει τη σταθερή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Η εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας έχει δείξει ότι η εμπιστοσύνη των αγορών είναι εύθραυστη – και σε περιόδους διεθνούς αστάθειας, ακόμη πιο πολύτιμη.
Ο Γιάννης Τσουκαλάς είναι επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή και καθηγητής Οικονομικών στην Adam Smith Business School, στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης






