Η ιδέα ότι η Ελλάδα τρώει τα αγνότερα παιδιά της έχει μεγάλη πέραση.
Αποτελεί ανάπτυξη του γνωμικού «ο καλός καλό δεν βρίσκει», που το τραγουδάει λυγμικά ο Στέλιος Καζαντζίδης, καταλήγοντας στην προειδοποίηση «άνθρωπε, σαν καταστραφείς κανείς δεν σε προσέχει…». Ο Μάρκος Βαμβακάρης, νους πρακτικός, ουδόλως αμπελοφιλόσοφος, το κάνει πιο συγκεκριμένο και για αυτό ρεαλιστικό: «Τσέπη μου γεμάτη να ‘σαι και κανέναν μη φοβάσαι…». Μεταγενέστεροι λαϊκοί βάρδοι επικεντρώνονται στη δαιμονική φύση των θηλυκών – «με σκότωσε γιατί την αγαπούσα» σε αμέτρητες παραλλαγές. Ο άνδρας θυματοποιείται όσο δεν πάει. Ρετάλι από το φέρσιμο της αφιλότιμης, βαδίζει και παραμιλά. Πέφτει χάμω και λασπώνεται. Τα παιδιά της γειτονιάς της τον φωνάζουν τρελό. Ο έρωτας συντρίβει τις ευαίσθητες ψυχές. Γι’ αυτό και ο Τσιτσάνης συμβουλεύει αυστηρά: «Με γυναίκες μην τραβιέσαι!».
Γυναίκα δεν είναι και η Ελλάδα, όπως τη φαντάστηκαν οι ποιητές, όπως τη ζωγράφισε, γυμνόστηθη σχεδόν, ο Ευγένιος Ντελακρουά στον αριστουργηματικό πίνακά του που θα εκτίθεται τους επόμενους μήνες στο Μεσολόγγι; Πώς να μην ξεδιπλώνει την αχαριστία της;
Τον Νικηταρά, μετά την Επανάσταση, τον ανάγκασε να ζητιανεύει. Τον Κολοκοτρώνη τον μπουντρούμιασε. Τη Μαντώ Μαυρογένους – την πορφυρογέννητη που διέθεσε όλη της την περιουσία στον Αγώνα – την άφησε να πεθάνει, πάμφτωχη και καταφρονεμένη, στην Πάρο. Μετά τον θάνατό τους, εννοείται, τους έστησαν αγάλματα. Τους καταθέτουν στεφάνια. Οχι απλώς δεν τους φοβούνται πλέον, αλλά και τους εκμεταλλεύονται. Οποία υποκρισία!
Αυτά μας θυμίζουν κάθε 25η Μαρτίου οι φερόμενοι ως αντισυστημικοί. Τα εντάσσουν στο συνολικό αφήγημά τους ότι η Επανάσταση, αντί να απελευθερώσει όσους την έκαναν, τους υποδούλωσε σε μια νέα τάξη πραγμάτων, η οποία κρατεί μέχρι σήμερα. Γλιτώσαμε από τους Τούρκους και πέσαμε στα νύχια των Δυτικών. Που ίσως να είναι και χειρότεροι…
Αποσιωπούν βεβαίως περιπτώσεις άλλων ηρώων που ανταμείφθηκαν και με το παραπάνω για την προσφορά τους στον Αγώνα. Χαρακτηριστικότερη περίπτωση ο Μακρυγιάννης. Μπορεί στα Απομνημονεύματά του να αγιοποιεί τον απλό λαό, τον πάντα ευκολόπιστο και προδομένο, ο ίδιος ωστόσο είχε προκόψει καταπληκτικά. Ηταν από τους πλουσιότερους ανθρώπους στην Αθήνα, γαιοκτήμων σωστός και άτυπος τραπεζίτης καθώς δάνειζε με τόκο.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πολιτεύθηκε με πάθος, ηγήθηκε του ρωσικού κόμματος, συγκρούστηκε με τον Οθωνα, καταδικάστηκε σε θάνατο για εσχάτη προδοσία, αμνηστεύθηκε όμως και αποκαταστάθηκε πλήρως. Κηδεύτηκε και θρηνήθηκε όπως του άξιζε. Ως ο πατέρας του έθνους.
Αντίφαση που καταδεικνύει τις δαιδαλώδεις ατραπούς της Ιστορίας; Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, που όταν δίκαζε τον Κολοκοτρώνη στάθηκε υπόδειγμα εντιμότητας και θάρρους, ήταν – ελάχιστα χρόνια νωρίτερα – ο φανατικότερος εχθρός του Καποδίστρια. Με την εφημερίδα που έβγαζε στην Υδρα προπαγάνδιζε την εξόντωσή του.
Τι σημαίνουν τα παραπάνω; Πως στα ανθρώπινα δεν κυριαρχεί ούτε η δικαιοσύνη ούτε η αδικία. Οι ζωές μας ξεχειλίζουν από αντιφάσεις. Το ίχνος που αφήνουμε πάνω στη γη αποτιμάται με τα ρευστά μέτρα και τις ανάγκες των συγχρόνων μας. Η τελική, εντούτοις, κρίση ανήκει στο μέλλον.
Τον Θεόφιλο τον περνούσαν για χαζούλη, «αχμάκη», σοβατζή. Επρεπε να σταθεί πάνω στα έργα του το βλέμμα του πεπαιδευμένου συλλέκτη Τεριάντ, να δει και να βροντοφωνάξει την ιδιοφυΐα του.
Τον Νίκο Σκαλκώτα τον είχαν ρίξει δεύτερο βιολί στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Το ντόπιο μουσικό κατεστημένο δεν σκάμπαζε, δεν δεχόταν τις ρηξικέλευθες συνθέσεις του. Κύλησαν τα χρόνια και ο Σκαλκώτας έλαμψε. Το μετεμφυλιακό κράτος υπονόμευσε την υποψηφιότητα του Καζαντζάκη για το Νομπέλ. Ο Κίμων Φράιερ ωστόσο, χαρισματικός μεταφραστής, πέτυχε να τον κάνει γνωστό στην Αμερική και από εκεί σε όλον τον κόσμο.
Ο καλός περιφρονείται, ενώ ο κακός δοξάζεται; Με αυτό το άλλοθι βολεύονται και πορεύονται οι κατά φαντασίαν ταλαντούχοι, πλην μονίμως ριγμένοι. Οι καληνυχτάκηδες του έρωτα, της τέχνης, της πολιτικής. Κάνουν τον Νικηταρά, όχι στην άψη μα στην παρακμή του, είδωλο και καθρέφτη τους. Ξεχνούν ότι οι επαίτες ήταν πάρα πολλοί. Μα ο τουρκοφάγος ένας.






