Oταν έφτασε στο ξενοδοχείο του αργά το απόγευμα, ύστερα από μια διαδρομή δώδεκα ωρών με το αυτοκίνητο από τη Βαρσοβία, ένιωσε σαν να είχε μπει στο σκηνικό της «Καζαμπλάνκα». Στρατιώτες, αξιωματούχοι και γκαρσόνια διέσχιζαν το λόμπι. Μια σαξοφωνίστρια έπαιζε το «La Vie en Rose» έχοντας για συντροφιά έναν υπολογιστή. Οπως του είπαν αργότερα, η γυναίκα έπαιζε μόνη «καθώς οι άνδρες πολεμούν».
Οταν μπήκε στο Πανεπιστήμιο το ίδιο βράδυ, τον υποδέχθηκε στα μόνιτορ η ασπρόμαυρη φωτογραφία μιας 19χρονης κοπέλας. Την έλεγαν Ντάρια Λοπατίνα, ήταν φοιτήτρια του ίδιου Πανεπιστημίου και είχε σκοτωθεί τρεις εβδομάδες νωρίτερα στο μέτωπο, όπου πρόσφερε εθελοντική εργασία. Ο θάνατός της είχε συγκλονίσει τη φοιτητική κοινότητα και πολλοί σκέπτονταν να διακόψουν τις σπουδές τους για να καταταγούν, αλλά οι καθηγητές τους τούς είχαν ζητήσει να μη λάβουν βιαστικές αποφάσεις.
Ο λόγος που ο Νικόλας Χρηστάκης είχε δεχθεί την πρόσκληση του πρύτανη της Οικονομικής Σχολής του Κιέβου να επισκεφθεί την πόλη για ένα τριήμερο σεμινάριο στο Πανεπιστήμιο ήταν ότι ήθελε να δοκιμάσει τη θεωρία στην πράξη. Εχοντας περάσει την πανεπιστημιακή του ζωή μελετώντας τις βιολογικές και κοινωνικές ρίζες της συλλογικής ανθρώπινης συμπεριφοράς, ήξερε πως οι κοινές δυσκολίες φέρνουν πιο κοντά τους ανθρώπους. Και πάλι όμως, γράφει στην Washington Post ο ελληνοαμερικανός καθηγητής ιατρικής και κοινωνιολογίας στο Γέιλ, έμεινε έκπληκτος με αυτά που είδε.
Οι χώροι του Πανεπιστημίου – οι αίθουσες διδασκαλίας, οι τραπεζαρίες, οι καφετέριες, ακόμη και οι σκάλες – ήταν γεμάτοι. Στη μέση της πρώτης του διάλεξης ήχησε ο συναγερμός και κατέβηκαν όλοι στο καταφύγιο. Εκεί, πίσω από μια παχιά πόρτα και κάτω από ένα έντονο φως, βλέποντας τις φοιτήτριες και τους φοιτητές να λάμπουν καθώς εκείνος τους ανέλυε πώς ομάδες ανθρώπων ενταγμένων σε δίκτυα επεξεργάζονται έννοιες όπως η συνεργασία που υπερβαίνουν τα γνωρίσματα των ατόμων, ένιωσε ότι βρισκόταν μπροστά στην ενσάρκωση της δουλειάς του. Τα παιδιά αυτά συμμετείχαν ενεργά, κρατούσαν σημειώσεις, έκαναν ερωτήσεις, άκουγαν τους συναδέλφους τους, γοητευμένα χωρίς άλλο και από την παρουσία ενός ξένου που ζούσε την καθημερινότητά τους, που έβλεπε πώς ήταν να πηγαίνουν κάθε μέρα στο Πανεπιστήμιο ανησυχώντας για τη ζωή τη δική τους και εκείνων που άφηναν πίσω τους.
Υστερα από 48 ώρες αδιάκοπων βομβαρδισμών, ο Χρηστάκης άρχισε να καταλαβαίνει πώς γίνεται να αγνοεί κάποιος τις ειδοποιήσεις στα κινητά για τους επερχόμενους πυραύλους και να συνεχίζει να πίνει καφέ με την παρέα του στον δρόμο. Και συνειδητοποίησε τη συνταρακτική διαφορά στον τρόπο που αντιλαμβάνονται την ασφάλεια οι φοιτητές στην Αμερική και στην Ουκρανία. Οι πρώτοι, όποιο ιδεολογικό υπόβαθρο κι αν έχουν, θέλουν να είναι άνετοι και περικυκλωμένοι από ανθρώπους με τις ίδιες ιδέες. Οι δεύτεροι αναζητούν ένα διαφορετικό είδος ασφάλειας: να μπορούν να μαθαίνουν και να φαντάζονται ένα μέλλον.






