Συνηθίζουμε να μιλάμε για το κυκλοφοριακό σαν να είναι μόνο θέμα ταλαιπωρίας και σπατάλης χρόνου. Λίγη υπομονή στο τιμόνι, λίγη γκρίνια για το μποτιλιάρισμα, και συνεχίζουμε. Στην πραγματικότητα, είναι ίσως το πιο κρίσιμο περιβαλλοντικό ζήτημα της εποχής μας. Ειδικά στην Ελλάδα. Και στην εποχή της κλιματικής κρίσης, το κυκλοφοριακό δεν είναι απλώς ένα τοπικό πρόβλημα. Είναι μέρος της οικουμενικής εξίσωσης.

Ο τομέας των μεταφορών αποτελεί έναν από τους βασικούς παραγωγούς εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην Ευρώπη. Η εξάρτηση από το ιδιωτικό αυτοκίνητο, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, επιβαρύνει σημαντικά το ανθρακικό αποτύπωμα των πόλεων. Η συνεχής συμφόρηση αυξάνει την κατανάλωση καυσίμου και τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.

Σε μια περίοδο που η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει θέσει ως στρατηγικό στόχο την κλιματική ουδετερότητα έως το 2050, δηλαδή μηδενικό καθαρό αποτύπωμα άνθρακα, η διατήρηση ενός μοντέλου μετακινήσεων που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο ΙΧ είναι απλώς ασύμβατη με τις δεσμεύσεις αυτές. Οσο δεν μπορούμε να αλλάξουμε ριζικά το υπόδειγμα της συλλογικής συνύπαρξης στον αστικό χώρο με απόλυτη στροφή ΜΜΜ δεν υπάρχει προοπτική.

Η κλιματική κρίση δεν είναι αφηρημένη έννοια. Εκδηλώνεται με ακραία καιρικά φαινόμενα, θερμικά κύματα, πλημμύρες, επιβάρυνση της δημόσιας υγείας. Οι πόλεις, λόγω πυκνότητας και σφράγισης εδαφών, είναι ιδιαίτερα ευάλωτες.

Το κυκλοφοριακό συμβάλλει σε αυτή την ευαλωτότητα, όχι μόνο μέσω των εκπομπών, αλλά και μέσω της ενίσχυσης του φαινομένου της αστικής θερμικής νησίδας. Μεγάλες επιφάνειες ασφάλτου, ατελείωτες λωρίδες κυκλοφορίας, περιορισμένο πράσινο. Η επιλογή μεταφορικού μοντέλου γίνεται τελικά επιλογή περιβαλλοντικής ανθεκτικότητας.

Παράλληλα, το κυκλοφοριακό συνιστά ζήτημα δημόσιου χώρου. Η κυριαρχία του αυτοκινήτου συμπιέζει τον χώρο του πεζού και του ποδηλάτη, μειώνει τις δυνατότητες για πράσινες παρεμβάσεις, για δέντρα, για πλατείες, για ήπιες μετακινήσεις. Αν ο στόχος είναι πόλεις χαμηλού άνθρακα, τότε απαιτείται αναδιανομή του οδικού χώρου υπέρ των μέσων μαζικής μεταφοράς, της μικροκινητικότητας και της πεζής μετακίνησης. Δεν μπορεί να υπάρξει κλιματική ουδετερότητα χωρίς αλλαγή ιεράρχησης στο πώς χρησιμοποιούμε τον δημόσιο χώρο.

Οι κοινωνικές επιπτώσεις είναι εξίσου κρίσιμες. Η συμφόρηση επιβαρύνει δυσανάλογα όσους ζουν σε περιοχές με χαμηλή προσβασιμότητα ή χωρίς αξιόπιστες δημόσιες συγκοινωνίες. Εντείνει τις ανισότητες, αυξάνει το άγχος, μειώνει τον διαθέσιμο χρόνο για δημιουργική και κοινωνική δραστηριότητα.

Η ζώσα κοινωνική συναναστροφή στον δημόσιο χώρο ακυρώνεται. Σε μια πόλη που επιδιώκει βιώσιμη μετάβαση, η κινητικότητα οφείλει να είναι προσβάσιμη, οικονομικά και χωρικά δίκαιη.

Στο οικονομικό επίπεδο, η κυκλοφοριακή συμφόρηση λειτουργεί ως τροχοπέδη ανταγωνιστικότητας. Χαμένες εργατοώρες, αυξημένο ενεργειακό κόστος, αναποτελεσματικές εφοδιαστικές αλυσίδες. Η μετάβαση σε ένα σύστημα μεταφορών χαμηλών εκπομπών δεν είναι μόνο περιβαλλοντική αναγκαιότητα, αλλά και αναπτυξιακή ευκαιρία. Επενδύσεις σε μέσα σταθερής τροχιάς, σε καθαρές τεχνολογίες, σε έξυπνα συστήματα διαχείρισης κυκλοφορίας ενισχύουν την παραγωγικότητα και μειώνουν το συνολικό κόστος για την κοινωνία.

Τέλος, η υγειονομική διάσταση. Η ατμοσφαιρική ρύπανση και ο θόρυβος συνδέονται με αυξημένη νοσηρότητα και επιβάρυνση των συστημάτων υγείας. Η εξάρτηση από το αυτοκίνητο περιορίζει τη φυσική δραστηριότητα και ενισχύει την καθιστική ζωή. Μια πόλη που επενδύει σε βιώσιμες μετακινήσεις επενδύει ταυτόχρονα στην πρόληψη και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής.

Το κυκλοφοριακό, λοιπόν, δεν είναι ένα δευτερεύον τεχνικό ζήτημα. Είναι πυρήνας της κλιματικής στρατηγικής, της κοινωνικής συνοχής και της οικονομικής βιωσιμότητας. Αν ο ευρωπαϊκός στόχος για μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα το 2050 πρόκειται να γίνει πραγματικότητα, οι πόλεις οφείλουν να επανασχεδιάσουν ριζικά το μοντέλο κινητικότητας.

Η επιλογή είναι σαφής: είτε θα συνεχίσουμε να διαχειριζόμαστε τη συμφόρηση, είτε θα μετασχηματίσουμε το σύστημα μεταφορών με όρους βιωσιμότητας, δικαιοσύνης και περιβαλλοντικής ευθύνης. Οι κυβερνήσεις έχουν δείξει αρνητισμό να καταλάβουν. Η σημερινή κυβέρνηση διαχειρίζεται με ασθενικό ρυθμό την επίλυση. Τα πολιτικά κόμματα και η αντιπολίτευση δεν έχουν προγραμματική στρατηγική.

Ο Σταύρος Κωνσταντινίδης είναι συγκοινωνιολόγος

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Πώς δολοφόνησαν ΗΠΑ και Ισραήλ τον Χαμενεΐ