«Η κατάσταση των δικαιωμάτων των γυναικών στην Τουρκία δεν εμφάνισε κάποια αξιοσημείωτη βελτίωση το 2025, καθώς τα μακροχρόνια προβλήματα συνέχισαν να υφίστανται, ενώ προέκυψαν και νέες προκλήσεις.
Οι γυναικοκτονίες, οι αποτυχίες σε θεσμικό επίπεδο να προστατευθούν οι γυναίκες, καθώς και οι εντεινόμενες ανισότητες σε επίπεδο κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης παρέμειναν και κατά το περασμένο έτος τα καθοριστικά στοιχεία, τη στιγμή που οι υπερασπιστές των δικαιωμάτων των γυναικών συνέχισαν να αντιμετωπίζουν νομικά και διοικητικά μέτρα που έχουν στόχο τον περιορισμό της δράσης τους».
Με αυτόν τον τρόπο περιγράφει το Κέντρο για την Ελευθερία της Στοκχόλμης την εικόνα που επικρατεί στη γείτονα χώρα όσον αφορά τις γυναίκες και τα δικαιώματά τους. Τονίζοντας, παράλληλα, πως οι γυναικοκτονίες το 2025 σφραγίστηκαν όχι μόνο από ακραία βία, αλλά και από δικαστικές διαδικασίες οι οποίες ενέτειναν τις ανησυχίες περί ασυλίας των δραστών.
Αξίζει να σημειωθεί πως, σύμφωνα με στοιχεία της οργάνωσης «Εμείς θα σταματήσουμε τις γυναικοκτονίες», στη διάρκεια του περασμένου έτους δολοφονήθηκαν στην Τουρκία τουλάχιστον 294 γυναίκες, ενώ άλλες πηγές ανεβάζουν τον αριθμό σε 420. Ταυτόχρονα, παρατηρήθηκε αύξηση των «ύποπτων» θανάτων, που είναι επίσης πιθανό να οφείλονται σε έμφυλη βία, με τον σχετικό αριθμό να ανέρχεται σε 297.
Οι μαρτυρίες
Σε αυτό το φόντο και με αφορμή τη φετινή Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας που γιορτάστηκε χθες, «ΤΑ ΝΕΑ» απευθύνθηκαν σε γυναίκες από την Τουρκία, ακτιβίστριες και δημοσιογράφους, σε μια προσπάθεια να διερευνήσουν από «πρώτο χέρι» την κατάσταση που επικρατεί στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου.
Η Ουρούν Γκιουνέρ, πρόεδρος του ιδρύματος Flying Broom, μας περιέγραψε μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα. Οπως μας είπε χαρακτηριστικά, «οι γυναίκες στην Τουρκία δεν είναι ασφαλείς. Το δικαίωμά μας στη ζωή και η ελευθερία μας δεν είναι εγγυημένα. Οι γυναίκες δολοφονούνται – και πολλές από αυτές δολοφονούνται παρά τα υπάρχοντα μέτρα προστασίας».
Η ίδια επιβεβαίωσε και τη διαπίστωση που θέλει την ύπαρξη μεγάλου αριθμού θανάτων γυναικών υπό «ύποπτες συνθήκες», που ενδέχεται να συγκαλύπτουν γυναικοκτονίες. «Τα αποδεικτικά στοιχεία είτε δεν βρίσκονται είτε αποκρύπτονται σκόπιμα», σημειώνει, τονίζοντας ότι η κατάσταση που επικρατεί ενισχύει το κλίμα της ατιμωρησίας. Υπογραμμίζει επίσης ότι, παρά την ύπαρξη νομικών εργαλείων προστασίας, αυτά συχνά δεν εφαρμόζονται σωστά: «Ενα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στην Τουρκία είναι ότι ακόμη και οι νόμοι που υπάρχουν δεν εφαρμόζονται αποτελεσματικά».
Οπως εξηγεί, η αποχώρηση της Τουρκίας από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης – τέθηκε σε εφαρμογή τον Αύγουστο του 2014 και η Τουρκία έγινε, το 2021, η μοναδική χώρα που την έχει καταγγείλει και έχει αποχωρήσει από αυτήν – αποδυνάμωσε έναν από τους σημαντικότερους διεθνείς μηχανισμούς προστασίας των γυναικών.
«Ως γυναικείες οργανώσεις συνεχίζουμε να εργαζόμαστε για την προώθηση της ισότητας των φύλων και για να γνωρίζουν οι γυναίκες τα δικαιώματά τους», τονίζει, προσθέτοντας ότι ο αγώνας θα συνεχιστεί μέχρι να μπει τέλος στην ατιμωρησία και στη βία κατά των γυναικών. «Για μια ζωή ισότιμη και ελεύθερη, για το δικαίωμα να μη δολοφονούμαστε, θα συνεχίσουμε να υψώνουμε τις φωνές μας και να ενισχύουμε την αλληλεγγύη των γυναικών».
Οι «ύποπτοι» θάνατοι
Από την πλευρά της, η Ελίφ Τουργκούτ, συντάκτρια του «Ekmek ve Gül», επισημαίνει μια ιδιαίτερα ανησυχητική τάση στα στοιχεία. «Υπάρχει ένα πολύ σημαντικό σημείο που ξεχωρίζει στα δεδομένα: το 2025, ο αριθμός των καταγεγραμμένων ύποπτων θανάτων γυναικών ξεπέρασε τον αριθμό των γυναικοκτονιών.
Συγκεκριμένα, παρατηρούμε μια αισθητή αύξηση στους θανάτους που προκαλούνται από πτώσεις από ύψος», σημειώνει. Ξεκαθαρίζει δε ότι ο τρόπος με τον οποίο διερευνώνται αυτές οι υποθέσεις αποτελεί σοβαρό πρόβλημα: «Οταν εξετάζουμε τις διαδικασίες διερεύνησης αυτών των θανάτων, βλέπουμε ότι στους περισσότερους φακέλους δεν έχει διεξαχθεί μια αποτελεσματική και σχολαστική έρευνα.
Στις υποθέσεις ύποπτων θανάτων, η πιθανότητα της “αυτοκτονίας” προβάλλεται συχνά από την αρχή, και αυτή η προσέγγιση εμποδίζει μια ουσιαστική διερεύνηση». Οπως εξηγεί, αυτό που θα έπρεπε να γίνεται είναι «η γρήγορη και πλήρης συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, χωρίς να θεωρείται εκ των προτέρων ότι πρόκειται για αυτοκτονία, η αποτροπή αλλοίωσης ή καταστροφής στοιχείων και η άμεση διεξαγωγή της έρευνας».
Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις οι διαδικασίες καθυστερούν, γεγονός που «καθιστά πιο δύσκολη την αποκάλυψη της αλήθειας και αυξάνει τον κίνδυνο ατιμωρησίας».
Ως πρόσφατο παράδειγμα αναφέρει την υπόθεση της Μπαχάρ Τας. «Παρότι δεν πρόκειται για περίπτωση θανάτου από πτώση από ύψος, η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει καθαρά αυτή την κατάσταση. Αν και έχει περάσει ένας μήνας από τον θάνατό της, ακόμη και οι βασικές αιματολογικές αναλύσεις που θα μπορούσαν να προωθήσουν την έρευνα δεν έχουν προστεθεί στον φάκελο της υπόθεσης». Σύμφωνα με την ίδια, αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί και έναν επικίνδυνο μηχανισμό «εκπαίδευσης» για τους υποψήφιους δράστες: «Μαθαίνουν μεθόδους ο ένας από τον άλλον· μαθαίνουν πώς να παρουσιάζουν τα περιστατικά ως “αυτοκτονία” και πώς να υπερασπίζονται τον εαυτό τους κατά τη διάρκεια των ερευνών».
Η αξία του αγώνα
Η Τουργκούτ υπενθυμίζει και την υπόθεση της Σουλέ Τσετ το 2018, η οποία αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις: «Η Σουλέ ρίχτηκε από τον 20ό όροφο ενός κτιρίου γραφείων και σκοτώθηκε αφού πρώτα υπέστη σεξουαλική επίθεση.
Ωστόσο, στο πρώτο στάδιο της υπόθεσης υποστηρίχθηκε ότι επρόκειτο για αυτοκτονία και οι ύποπτοι αφέθηκαν ελεύθεροι από το αστυνομικό τμήμα». Οπως σημειώνει, «αν δεν υπήρχε ο ισχυρός αγώνας των γυναικών και των γυναικείων οργανώσεων, η υπόθεση πιθανότατα θα είχε κλείσει ως αυτοκτονία. Χάρη όμως στην επιμονή των γυναικών, την κοινωνική πίεση και τον νομικό αγώνα, η αλήθεια αποκαλύφθηκε και οι δράστες καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη».
Καταλήγοντας, υπογραμμίζει: «Αυτή η υπόθεση μας έδειξε κάτι πολύ ξεκάθαρα: όταν δεν υπάρχει αγώνας από τις γυναίκες και δεν υπάρχει κοινωνική πίεση, γίνεται πολύ πιο εύκολο να συγκαλυφθούν οι ύποπτοι θάνατοι γυναικών».






