Ο πατέρας μου έφερνε σταθερά στο σπίτι καθημερινά «τα ΝΕΑ» και τον «Ριζοσπάστη». Την πρώτη εφημερίδα τη θεωρούσε ως την πιο πλήρη. Η δεύτερη είχε σχέση με τα ιδεολογικά. Μεγαλώνοντας εγώ χειραφετήθηκα λίγο και άρχισα να διαβάζω και την «Ελευθεροτυπία».
Η εφημερίδα του Τεγόπουλου δεν υπήρξε η πιο πλήρης. Υπήρξε όμως η πιο ταυτισμένη και σε κάποιες φάσεις επιδραστική εφημερίδα της Μεταπολίτευσης. Κυρίως λόγω αρθρογράφων. Ο Γιαλκέτσης, ο Αρανίτσης, η Τέτα, ο Τριάντης, ο Κοροβέσης, ο Θέμος, ο Ρουμελιώτης και πολλοί άλλοι δεν έφτιαχναν απλώς και μόνον στήλες. Διαμόρφωναν ένα ιδιοσυγκρασιακό είδος που τεμνόταν με την επικαιρότητα.
Ο Γιώργος Βότσης που «έφυγε» το Σάββατο για πάντα υπήρξε ίσως η πιο ολοκληρωμένη πένα σε αυτό που λέγεται πολιτική αρθρογραφία της Μεταπολίτευσης στην «Ελευθεροτυπία». Εδώ δεν διάβαζες κάτι το αυτονόητο ή κάτι το εύκολα προβλεπόμενο που πιθανώς αποτελεί και μία ευκολία για έναν μάχιμο δημοσιογράφο. Δεν δίσταζε να τα βάλει με την αστυνομοκρατία. Ακόμα και για θανάτους παραβατικών τη δεκαετία του ’70 από αστυνομικά πυρά όπως του Γιάννη Γκουλιόβα ή «Σαλονικιού». Δεν δίσταζε να τα βάλει και να κάνει κριτική στην Αλλαγή και στο ίδιο το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα ή να αντιπαρατεθεί με την ένοπλη λογική της 17ης Νοέμβρη.
Μαζί με αυτά διαμόρφωσε μία λογική με τα πρώτα σπέρματα πολιτικής οικολογίας αλλά και χειραφέτησης από το κομματικό σύστημα. Και μιας λεπτής ευαισθησίας που από κάτω έχει έναν συμπαγή και ολοκληρωμένο φιλελευθερισμό. Ελευθεριακό και ταυτόχρονα θεσμικό. Ενας δύσκολος συγκερασμός και μακριά από την κομματοκρατία και τη δημοσιογραφία που εντασσόταν εκ των πραγμάτων συχνά σε διάφορα κομματικά αφηγήματα.
Ομως και το κοινό ήταν άλλο και η εποχή. Και άλλο το είδος πολιτικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης όπως διεξαγόταν. Μία εφημερίδα και ένα άρθρο επιδρούσε ή πυροδοτούσε παρεμβάσεις ακόμα και στη δικαιοσύνη. Αποξένωνε συχνά τον αρθρογράφο αν αυτός ήταν μοναχικός λύκος και ανένταχτος από το σύνολο του πολιτικού και κομματικού μπλοκ.
Προφανώς και στη Μεταπολίτευση υπήρχαν εφαψίες αρθρογράφοι της εξουσίας ή ακόμα και ταγμένοι δημοσιογράφοι στους πρωινούς καφέδες των κομμάτων. Υπήρχε όμως το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο το οποίο αντανακλούσε και στον Τύπο και το οποίο μπορούσε να ορίσει και να αναδείξει και αιρετικές γνώμες και ανορθόδοξες, που όμως αποτελούσαν γονιμοποιητικό υλικό για τον πολιτικό διάλογο.
Ούτε βέβαια η εποχή ήταν ιδανική, ούτε η σημερινή. Ούτε υπάρχει πρόθεση νοσταλγίας στο σημερινό μας σημείωμα ούτε τάση εξιδανίκευσης του Τύπου για τότε. Και σήμερα οι εφημερίδες το παλεύουν και σχετικά καλά σε ένα πολύ δύσκολο νέο ψηφιακό και κοινωνικό περιβάλλον.
Η τυπολογία όμως που έφτιαξαν αρθρογράφοι σαν τον Βότση και η τολμηρότητα με την οποία ανέδειξαν μείζονα ζητήματα αποτελεί όπως και να το κάνουμε έναν οδικό χάρτη για τις μεταγενέστερες γενιές.






