«Αυτός ο δρόμος είχε τραμ κι άλλο αριθμό το σπίτι / βούιζε η σκάλα η ξύλινη «εκεί στην Αραπιά» / έσταζε η βρύση ρυθμικά μέσα στο νεροχύτη / στο υπόγειο κρυβόντουσαν δυο άτακτα παιδιά. / Στους τοίχους έχασκαν πληγές από τα μυδραλιοβόλα / ο πόλεμος που τέλειωσε συνέχιζε μακριά/κάτω μια Εβραία σφύριζε «γλυκιά μου Αμαπόλα» / στο πάνω πάτωμα ο γιατρός, η γάτα και η Αθηνά».

Αν ξεκινάμε με λίγους στίχους του Χρήστου Ν. Βαλαβανίδη από το ποίημά του «Πατησίων 118», δεν είναι μόνο για να θυμίσουμε ότι όσο σημαντικός υπήρξε ως ηθοποιός άλλο τόσο σημαντικός λογαριαζόταν ως ποιητής. Το κάνουμε για να τονίσουμε πως όταν οι δύο αυτές ιδιότητες αλληλοαρδεύονται, παράγεται ένα εκρηκτικό μείγμα με συνέπειες ευεργετικές τόσο στον χώρο της ποίησης όσο και στον χώρο της υποκριτικής. Αν και έδωσε τα διαπιστευτήριά του ως ποιητής πολύ νωρίς – διαβάζουμε ποιήματά του το 1964, σε ηλικία μόλις είκοσι χρόνων, στο σπουδαίο λογοτεχνικό περιοδικό, και όχι μόνο για τα χρόνια που εκδίδονταν, «Επιθεώρηση τέχνης» – για τη συνέχεια θα έλεγε κανείς πως η συνειδητή και εξαιρετικά πνευματώδης ολιγάρκειά του υπήρξε το κύριο χαρακτηριστικό του.

Μεγαλωμένος σε ένα καλλιτεχνικό περιβάλλον – αδέρφια της μητέρας του υπήρξαν ο συνθέτης Σπήλιος Μεντής και ο ηθοποιός Κώστας Μεντής – στα εξήντα χρόνια που μεσολάβησαν ως τον θάνατό του, δεν έγραψε και δεν έπαιξε ποτέ αν δεν αισθανόταν πως είχε κάτι ουσιαστικό και πρωτότυπο να πει, ή αν δεν είχε «να ανακοινώσει» μέσω ενός ρόλου μια χαρακτηριστική, με εγκαυστική, αποτυπωμένη στιγμή της ανθρώπινης περιπέτειας.

Θα ‘λεγες πως αντί για αγωνία, τόσο πιο μεγάλη γινόταν η ευφορία του όσο σπανιότερα εκφραζόταν. Είχε πειστεί πως το στάδιο της κυοφορίας όσο διαρκέστερο παραμένει τόσο ωριμότερος είναι ο καρπός που παράγεται. Είτε υποδυόταν σε μία επιθεώρηση στο Αλσος του Πεδίου του Αρεως τη Μαρίκα Μητσοτάκη είτε τον ρόλο του Στόμιλ στο «Τάνγκο» του Μρόζεκ σε σκηνοθεσία του Σπύρου Ευαγγελάτου, «κεντούσε» μ’ έναν τέτοιο τρόπο τους ρόλους του ώστε η συνολικά ευάρεστη εντύπωση να προκύπτει χάρη σε λεπτομέρειες που, ενώ ο ίδιος τις είχε βαθύτατα επεξεργαστεί, ο θεατής όσο προσεκτικός κι αν ήταν αδυνατούσε να τις επισημάνει.

Χιούμορ και σαρκασμός

Εχοντας περιπλανηθεί για κάποιο διάστημα ανάμεσα σε σπουδές νομικής φύσεως και μελέτης ανατολικών γλωσσών, κατέληξε στο θέατρο ως τον καταλληλότερο χώρο προκειμένου να ευδοκιμήσει ένας μονήρης, εσωστρεφής χαρακτήρας, μ’ ένα υψηλού επιπέδου χιούμορ και σαρκασμό, που γινόταν ακόμα αιχμηρότερος όταν αφορούσε στον ίδιο. Χωρίς να έχει ανεμίσει ποτέ κανένα λάβαρο σε σχέση με ποιότητα, υψηλή τέχνη, καλλιτεχνικά ιδεώδη και τα συναφή, παρέμεινε ανυποχώρητος σε μια προσωπικής τάξεως ευθύτητα, να μην εκποιούμε με οποιοδήποτε τίμημα και για οποιονδήποτε μας το ζητήσει, το όσο μικρό ή μεγάλο και αν είναι το ταλέντο που μας έχει δωρηθεί. Αποχαιρετούμε έναν φίλο κι έναν καλλιτέχνη που με την αναχώρησή του «ολοκληρώνεται» ένας κύκλος δυσβάσταχτων απωλειών, παρηγορητικών όμως κατά τούτο: ότι έχει πια συρρικνωθεί έως εξαφανίσεως ο χρόνος που απομένει ώστε να τις υφίσταται κανείς.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.