Το Σύνταγμα του 1975 αποκαλείται από πολλούς «Σύνταγμα Τσάτσου» αλλά είναι μάλλον «Σύνταγμα των Κωνσταντίνων»: Καραμανλή, Τσάτσου και, ελαφρώς δευτερευόντως, Παπακωνσταντίνου, Στεφανάκη. Με τον Τσάτσο στον καθοριστικό ρόλο του «αφτιού του αρχηγού» (Καραμανλή) και της «πένας» για πολλές καθοριστικές διατάξεις, αλλά με ακόμα καθοριστικότερο το αποτύπωμα μιας άλλης εποχής και μιας άλλης στάσης έναντι της πολιτικής και του κόσμου. Αν ζούσε σήμερα ο Κωνσταντίνος Τσάτσος είναι πολύ αμφίβολο αν θα αναγνώριζε, κι ακόμα πιο απίθανο να του άρεσε, η πολιτική κατάσταση της χώρας και ειδικότερα η συζήτηση που έχει αρχίσει για την εκ νέου αναθεώρηση του Συντάγματός «του».

Πώς να αναγνωρίσει άραγε ένας φιλόσοφος που έγινε πολιτικός για να καταλήξει «φιλόσοφος βασιλεύς» (Πρόεδρος της Δημοκρατίας) ένα πολιτικό τοπίο στο οποίο δεν υπάρχει χώρος όχι για φιλοσοφία αλλά για έναρθρο λόγο; Με τι να συγκρίνει την «πολιτική ως χρέος», όπως την καταλάβαινε ο ίδιος, με την πολιτική όχι απλώς ως επάγγελμα αλλά ως συναλλαγή, όπως επιτελείται (και) στην Ελλάδα στην «εποχή του Τραμπ»;

Πώς να συνδέσει την πίστη του στο νομικό θετικισμό – στην ύπαρξη μιας «πολιτικής δεοντολογίας αντικειμενικού κύρους» με υπέρτερο σκοπό τη δημοκρατική οργάνωση της Πολιτείας κάτω από τις προστατευτικές φτερούγες του αυστηρού Συντάγματος – με ένα συνταγματικό κείμενο στο οποίο έχουμε φτάσει να λέμε –  τα δικαστήρια επικύρωσαν αυτή την «ερμηνεία» – ότι το «απαγορεύεται» σημαίνει «επιτρέπεται»; Και πώς να συγκινηθεί από μια αναθεωρητική συζήτηση που έχει όχι απλώς μικροπολιτική στόχευση αλλά και επουσιώδη διακύβευση;

Ο Τσάτσος, γεννημένος την τελευταία χρονιά του προπερασμένου αιώνα, υπήρξε μέλος της υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο αντιπροσωπείας που υπέγραψε τη Συνθήκη των Σεβρών. Μέλος – μαζί με τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, που θα τον έβρισκε αντίπαλο στην πρώτη εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας της Μεταπολίτευσης, και τον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο – της «τριανδρίας της Χαϊδελβέργης», που δεν ξεχώριζε τη φιλοσοφία από το δίκαιο. Δάσκαλος στη Νομική Σχολή – το «Φροντιστήριό» του άφησε εποχή – όχι μόνο όλης της μεταπολεμικής πολιτικής τάξης αλλά και του Ελύτη και του Καστοριάδη.

Συνομιλητής του Παλαμά και του Σικελιανού, γυναικάδελφος του Σεφέρη και, από την Κατοχή ως το τέλος της ζωής του, συνοδοιπόρος του Καραμανλή. Με αυτή τη σκευή προσέγγισε, από το 1941 («Το πρόβλημα των πηγών του Δικαίου»), το συνταγματικό φαινόμενο και μπήκε, από το 1945, στην πολιτική: κοσμοπολίτης, πολύγλωσσος και ελληνοπρεπής («Το Σύνταγμα δεν έγινε στα μέτρα του Καραμανλή αλλά στα μέτρα της Ελλάδος»), φιλελεύθερος, συντηρητικός και αντικομμουνιστής.

Υπουργός Πολιτισμού στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας αμέσως μετά την πτώση της χούντας, βουλευτής Επικρατείας της νεοσύστατης Νέας Δημοκρατίας, πρόεδρος τόσο της κυβερνητικής όσο και της κοινοβουλευτικής επιτροπής για το νέο Σύνταγμα, πρώτος Πρόεδρος της Πέμπτης Ελληνικής Δημοκρατίας: η σχέση του Τσάτσου με τη μετάβαση στη δημοκρατία, την εκπόνηση και την αρχική λειτουργία του μεταπολιτευτικού Συντάγματος είναι παραπάνω από οργανική.

Σε σχέση με το ίδιο το κείμενο του 1975 η βασική συμβολή του δεν συνδέεται μόνο με τις «υπερεξουσίες» του Προέδρου της Δημοκρατίας – για τις οποίες, ως το τέλος της ζωής του (1987) υποστήριζε ότι δεν συνιστούσαν υπερεξουσίες, ούτε έπρεπε να καταργηθούν (το 1986, από το ΠΑΣΟΚ) – αλλά και τα θεμελιώδη δικαιώματα, το κράτος δικαίου και ορισμένες επιβιώσεις της «βαθείας τομής» που είχε επιχειρήσει το 1963 ο Καραμανλής: στο κυβερνητικό σχέδιο Συντάγματος του 1974 περιλαμβανόταν η εκ της «βαθείας τομής» δυνατότητα απαγόρευσης κομμάτων για αντιδημοκρατική λειτουργία, χωρίς αυτό να καθιστά, κατά τη γνώμη μου, τον Τσάτσο αυτομάτως υπέρμαχο μιας οπισθοδρόμησης.

Ειδικά για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, δεν ήταν η «γραμμή Τσάτσου» αλλά η «γραμμή Καραμανλή» που αποτυπώθηκε στο Σύνταγμα: ένας Πρόεδρος-ρυθμιστής σε περίοδο κανονικότητας και πολιτικός παίκτης σε περίοδο δυσκολίας ή κρίσης. Το ποια θα ήταν η «μη κανονική» κατάσταση μπορούσε να το κρίνει μόνος του ο Πρόεδρος και παρότι ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, όσο ήταν Πρόεδρος, δεν διέβη ποτέ το Ρουβίκωνα, σωστά κατά τη γνώμη μου, αλλά και κατά τη γνώμη κορυφαίων συνταγματολόγων, μεταξύ των οποίων και του ανιψιού του Δημήτρη Τσάτσου, κανένας Πρόεδρος δεν μπορεί πια να τον διαβεί.

Με αυτά τα δεδομένα, δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πως, σε σχέση και με τα λοιπά αναθεωρητικά διαβήματα, ο Τσάτσος θα ήταν πολύ συγκρατημένος. Η «πλατεία τομή» του 2001 – με αλλαγή περισσότερων από τα μισά άρθρα του αρχικού Συντάγματος – μάλλον θα του φαινόταν υπερβολική. Η ασήμαντη αναθεώρηση του 2008 – και μάλιστα για ένα ζήτημα όπως το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών – σχεδόν εξευτελιστική.

Από την αναθεώρηση του 2019 δεν θα ήταν δυνατόν να τον ικανοποιήσει η εγκαθίδρυση, έστω και ως απλής δυνατότητας, της μονοκομματικής εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας – δεν είναι δυνατό να υπάρξει «φιλόσοφος βασιλεύς» χωρίς υπερκομματικό κύρος. Από τις σημερινές προτάσεις ίσως τον γοήτευε, σαν διανοητική άσκηση περισσότερο, η προσπάθεια να τεθούν εντός συνταγματικού πλαισίου δυο κοσμογονικές εξελίξεις που ήταν άγνωστες στην εποχή του: η κλιματική αλλαγή και η τεχνητή νοημοσύνη. Αλλά ίσως πάλι, ως θετικιστής, να θεωρούσε μάταιη μια τέτοια προσπάθεια.

Αν μπορούσε να μιλήσει σήμερα ο Τσάτσος θα είχε κάθε λόγο να δώσει ακόμη μεγαλύτερη έμφαση σε κάτι που είχε πει το 1975: η προτεραιότητα «όχι μόνο στο Σύνταγμα, όχι μόνο στην Πολιτική, αλλά σε όλη τη ζωή του Εθνους είναι μία: η Παιδεία».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Ο Θάνος Πλεύρης Face2Face με την Κατερίνα Παναγοπούλου