Τον πρώτο χρόνο της νέας θητείας του, η προσωπική περιουσία του προέδρου Τραμπ αυξήθηκε κατά 1,4 δισ. δολάρια. Σε καλή μεριά.
Τα υπόλοιπα της θητείας δεν είναι και για μεγάλο καμάρι, αλλά οφείλουμε να του αποδώσουμε μια αναγνώριση.
Χάρη στον Τραμπ, ακόμη κι άθελά του, η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πιεστική αλλά αμείλικτη αλήθεια.
Πρώτον, πως χωρίς στρατηγική αυτονομία δεν έχεις τον έλεγχο της πολιτικής σου.
Δεύτερον, πως χωρίς έλεγχο της άμυνάς σου δεν έχεις στρατηγική αυτονομία.
Τρίτον, πως μόνο η στρατηγική αυτονομία διασφαλίζει τον έλεγχο του εαυτού σου.
Τόσο απλό. Τόσο αυτονόητο. Αλλά και τόσο παραμελημένο.
Σε έναν μεταπολεμικό πλανήτη πολλοί καλοί άνθρωποι είχαν πιστέψει πως δεν χρειάζονται τέτοιες αντιλήψεις για να προκόψουν. Και πως όλα θα τα ρυθμίσουν το διεθνές δίκαιο, οι διεθνείς οργανισμοί, οι διεθνείς συμφωνίες και οι ελεύθερες ειρηνικές συναλλαγές.
Ζήσαμε την αντιπαράθεση του Καλού με το Κακό στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Κι όταν το Κακό κατέρρευσε, η ανθρωπότητα πίστεψε ακόμη περισσότερο ότι το Καλό θα αποτελεί πλέον μια μόνιμη κατάσταση.
Ενα «Τέλος της Ιστορίας», δηλαδή. Το οποίο είναι τελεσίδικο. Και το οποίο θα συνοδεύουν απλώς μερικές εξαιρέσεις (όπως η Ρωσία του Πούτιν και η Κίνα του Σι), με τις οποίες ακόμη κι έτσι μπορούμε με κάποιο τρόπο να συμβιώνουμε.
Με αυτές τις ασταθείς βεβαιότητες, η Ευρώπη παρέδωσε τα όπλα και κρύφτηκε πίσω από την αμερικανική κυριαρχία, η οποία (για να είμαστε ειλικρινείς) δεν ασκήθηκε ποτέ και ιδιαίτερα αυστηρά.
Ηταν κάτι σαν ένας καλόγνωμος και καλόβολος συγγενής.
Εως τώρα. Οταν ο ρεαλισμός ή ο κυνισμός του Τραμπ αποκάλυψε μια άλλη πλευρά της Αμερικής. Ασχημη ίσως, αλλά αδιαμφισβήτητη. Ή έστω μια αντίληψη με ισχυρά επιχειρήματα.
Το αμυντικό τζάμπα της Ευρώπης λοιπόν πέθανε. Τώρα πρέπει να πληρώσει για την άμυνά της, δηλαδή για την αυτονομία της.
Αυτό λίγο ή πολύ έγινε κατανοητό. Αλλά καμία αυτονομία δεν χτίζεται σε μία μέρα. Θέλει χρόνο. Θέλει χρήμα. Οπως θέλει και τη σύμπνοια εκείνων που επιδιώκουν να την κατακτήσουν. Κακά τα ψέματα, ούτε αυτό υπάρχει σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Αν θέλουμε όμως να δούμε κατάματα και καθαρά την πραγματικότητα, πρέπει να προσπεράσουμε τις όποιες αποκρουστικές πλευρές του Τραμπ και να βυθιστούμε στην ουσία των αμερικανικών επιχειρημάτων.
Που δεν είναι για πέταμα. Και τα οποία δεν είναι καν καινούργια.
Ενα ολόκληρο ρεύμα της αμερικανικής πολιτικής τα υπηρετεί από τον 19ο αιώνα. Αποτελούν ένα μείγμα ιμπεριαλισμού, λαϊκισμού, βαθιάς άγνοιας και ανοησίας που απλώς δεν ήταν ποτέ κυρίαρχο. Εως τον Τραμπ…
Η παρελθοντολογία όμως δεν έχει νόημα. Ετσι είναι τα πράγματα τώρα. Και θα πρέπει να ζήσουμε μαζί τους.
Συνεπώς η Αμερική του Τραμπ έδειξε τα χαρτιά της. Είναι η σειρά της Ευρώπης να ανοίξει τα δικά της.
Δεν θα είναι απλό. Οχι μόνο επειδή δεν θα είναι εύκολο. Αλλά επειδή θα χρειαστεί να αποτοξινωθούν οι Ευρωπαίοι από το «αμερικανικό δεδομένο».
Η Αμερική δεν είναι πια κάτι δεδομένο. Και μακάρι οι δικοί μας να απαλλαγούν όσο πιο ανώδυνα γίνεται από ένα στερεότυπο που χρονολογείται από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το οποίο επικαλείτο πειστικά και ο Ουίνστον Τσόρτσιλ στις αρχές του επόμενου πολέμου για να περιγράψει έναν «Νέο Κόσμο» που αργά ή γρήγορα θα προστρέξει να συνδράμει τον Παλιό. Και τελικά έτσι συνέβη.
Πλέον όμως όλα τα στερεότυπα και όλες οι βεβαιότητες του 20ού αιώνα έχουν τεθεί σε αμφισβήτηση.
Ο «ευρωατλαντικός» άξονας υπάρχει μόνο στα λόγια του Ρούμπιο και στις κουβέντες του Ρούτε.
Η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης αποτελεί μονόδρομο. Περνάει μέσα από τις σχέσεις της και με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία.
Ο μονόδρομος αυτός κοστίζει και η Ευρώπη θα πρέπει να βάλει το χέρι στην τσέπη. Και κυρίως να αντιμετωπίσει ένα παραλυτικό «πασιφιστικό» πνεύμα όσων νομίζουν ότι υπεραμύνονται μιας διεθνούς τάξης που δεν υπάρχει πια και είναι αμφίβολο αν υπήρξε ποτέ.
Οσων μιλούν για νοσοκομεία και στραβοκοιτάζουν εξοπλισμούς.
Ούτως ή άλλως, το καθησυχαστικό «αμερικανικό δεδομένο» έχει πάψει να ισχύει. Τώρα ζούμε την «αμερικανική υστερία».
Φυσικά ουδείς ισχυρίζεται ότι η Ευρώπη πρέπει να καταλάβει τη Βοστώνη ή το Μανχάταν. Αλλά είναι προφανές ότι εκκρεμεί ο επανακαθορισμός των ευρωαμερικανικών σχέσεων σε μια νέα βάση.
Κάτι για το οποίο η κυβέρνηση Τραμπ δεν είναι ο καλύτερος συνομιλητής.
Η εγωπάθεια του προέδρου καθιστά τη συνεννόηση εξαιρετικά απρόβλεπτη και η ανάδειξη του εαυτού σε μέτρο αντίληψης των πραγμάτων οδηγεί τον διάλογο σε κατάσταση τσίρκου.
Δεν νομίζω να κατάλαβαν πολλοί τι εξυπηρετούσε όλη η φασαρία με τη Γροιλανδία, ούτε η προηγούμενη με τον Καναδά. Κι ακόμη λιγότεροι αντιλήφθηκαν ποιο ήταν τελικά το όφελος των ΗΠΑ. Αν υπήρχε…
Αλλά είπαμε. Αυτό έχουμε και με αυτό θα ζήσουμε. Μετά το αμφισβητούμενο «Τέλος της Ιστορίας», θα πρέπει να περιμένουμε και το «Τέλος της Υστερίας».
Ο Τραμπ δεν πρόκειται να αλλάξει στο μέσο της θητείας του κι ούτε πρόκειται να παραιτηθεί από την ανακατωσούρα που καταφανώς του αρέσει να προκαλεί.
Κανείς δεν αποχωρεί οικειοθελώς, ιδίως όταν βγάζει 1,4 δισ. δολάρια τον χρόνο.
Απλώς θα ανταποκριθούμε ευκολότερα στην ανάγκη και τις απαιτήσεις της αναπροσαρμογής όσο περισσότερο συνειδητοποιούμε ότι η Ευρώπη δεν έχει να περιμένει τίποτα κι από κανέναν.
Κι ότι το μέλλον της για να υπάρξει οφείλει να απαλλαγεί από στερεότυπα, ιδεοληψίες και ψευδαισθήσεις.
Μόνη θα τραβήξει τον δρόμο της – τον «μονόδρομο» που λέγαμε…






