Συνεχίζετε την παράσταση «Ασπρο – Μαύρο». Πόσο προσωπικό γίνεται το παίξιμό σας όταν σας φέρνει αντιμέτωπο με απώλειες και φόβους;
Γίνεται προσωπικό, γιατί αυτή είναι η δουλειά: να βρεις τι σε συνδέει με ό,τι πηγαίνεις να υποδυθείς. Ως χαρακτήρας, τα παίρνω όλα από τη μεριά του δώρου. Είμαι ευγνώμων για όσα ζω – για την περιοχή που μεγάλωσα, για τη μάνα μου, για τους φίλους μου. Κάθε μέρα που ξυπνάς και ανασαίνεις είναι μια καινούργια ευκαιρία. Δεν σβήνονται τα χθεσινά, αλλά μπορείς να ξαναπροσπαθήσεις. Ο χαρακτήρας που υποδύομαι, ο κ. Μαύρος, έφτασε στον πάτο. Εκεί βλέπεις τον εαυτό σου, καταλαβαίνεις από τι είσαι φτιαγμένος. Κάποιοι μένουν στον πάτο, κάποιοι όχι. Αλλά όταν φτάσεις στην απόλυτη αλήθεια, μπορείς μόνο να σηκωθείς – μόνο προς τα πάνω μπορείς να πας. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά του χαρακτήρα που υποδύομαι: έζησε τα χειρότερα και τώρα είναι αισιόδοξος. Ισως γι’ αυτό να μην μπορεί να κατανοήσει και την κατάθλιψη, το αδιέξοδο σε κάποιον που φαινομενικά τα έχει λυμένα όλα.
Πότε δοκιμάσατε τις δυνάμεις σας και αντιμετωπίσατε την κατάθλιψη;
Σε πεδίο κατάθλιψης δεν ξέρω αν βρέθηκα ποτέ. Μπορεί και να βρέθηκα χωρίς να το καταλάβω, δηλαδή να μην πήγα να το ελέγξω. Η ζωή μου είχε κάποιες δυσκολίες που ξεπεράστηκαν και ξεπερνιούνται. Δύο πράγματα με καθόρισαν, με άλλαξαν και με αλλάζουν συνεχώς και σχετίζονται με τη μητέρα μου. Ο πρώτος λόγος ήταν όταν αρρώστησε η μητέρα μου – εγώ ήμουν δεκαεννιά χρονών. Εκεί έπρεπε να δω τι θα κάνω, να πάρω αποφάσεις. Ηταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα. Οταν βλέπεις τον πιο δυνατό άνθρωπο της ζωής σου να χάνει τη δύναμή του – που στην πραγματικότητα δεν την έχασε – αυτό σε επηρεάζει. Και αυτό είναι ένα κομμάτι.
Χάθηκε η γη κάτω από τα πόδια σας;
Οχι, η γη χάθηκε κάτω από τα πόδια μου όταν πέθανε. Εκεί χάθηκε η γη. Αισθάνθηκα κλαδί στον άνεμο. Τους πρώτους μήνες έχεις μια τσίτα και ακολουθείς τον ρυθμό της ζωής. Προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω τι συμβαίνει. Επειτα από πολύ καιρό όταν χαλάρωσα άρχισα να την πενθώ. Δεν ήθελα να είμαι με κανέναν, κοιμόμουν συνέχεια. Αυτός είναι ο δεύτερος λόγος. Επιστρέφοντας στην ασθένεια της μητέρας μου, πρέπει να πω ότι όλα πήγαν έτσι όπως έπρεπε. Εμαθα να ζω με αυτό και να το διευθετώ, να έχω μια έννοια και μια φροντίδα παραπάνω. Εμένα αυτό με άλλαξε. Αυτό με διαμόρφωσε. Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν πολύ καλά. Ηταν κάτι που έπρεπε να λάβω υπόψη μου, να μάθω να ζω με αυτό και να το διαχειρίζομαι. Και αυτό τελικά ήταν που με έκανε αυτό που είμαι.
Δεν αισθανθήκατε βάρος;
Ηταν έτσι. Αλλά έμαθα μια φράση, πολλά χρόνια μετά, που περιγράφει αυτό που τότε βίωνα. Είναι μια φράση του Ρικ Πιτίνο, ενός μυθικού προπονητή του κολεγιακού μπάσκετ της Αμερικής, που λέει: «Η πίεση είναι προνόμιο». Και είχα αυτό το προνόμιο. Το έχω ακόμα – αλλά τότε το βίωνα χωρίς να το ξέρω. Εμαθα ότι η αξία της ζωής βρίσκεται εδώ.
Θα περίμενα να μου πείτε ως τρίτο στοιχείο που σας διαμόρφωσε τη φυγή του πατέρα σας.
Δεν έγραψε κάπου. Ημουν δύο ετών όταν έφυγε. Βέβαια αυτό μπορεί να το πει κάποιος πιο ειδικός. Η μαμά ήταν τόσο πληθωρική ως χαρακτήρας που δεν υπήρχαν αυτά τα κενά. Αυτό είναι το ένα. Δεύτερον, είχα κολλητούς – τον Γιάννη, τον Αντώνη, τον Αλέξη, τον Νίκο. Οι γονείς τους είναι γονείς μου. Ναι, δεν το λέω έτσι απλώς. Με υπολογίζουν σαν να είμαι παιδί τους. Δηλαδή είμαι ο έκτος Σωτηρόπουλος. Αυτό θα το καταλάβουν μόνο οι ίδιοι μόλις το διαβάσουν.
Πότε είδατε τον πατέρα σας για πρώτη φορά;
Δεν τον έχω δει ποτέ. Είμαι 43 ετών και δεν έχουμε συναντηθεί. Βεβαίως η απουσία του φυσικού γονέα καταγράφεται μέσα μας, αλλά εγώ ήμουν τυχερός γιατί μεγάλωσα όπως είπα με αγάπη και αποδοχή. Οπότε δεν ένιωσα την απουσία του.
Δεν τον αναζητήσατε;
Είχαμε πλέον επικοινωνία. Εβλεπα για αρκετό καιρό να με καλεί ένα άγνωστο νούμερο από το εξωτερικό. Κάποια στιγμή το απαντάει η μητέρα μου και ήταν εκείνος. Τον κάλεσα πίσω. Και έτσι άρχισε η επικοινωνία μας.
Ποια ήταν η πρώτη κουβέντα που του είπατε και σε ποια γλώσσα;
Ελα, εγώ είμαι. Στα γαλλικά μιλήσαμε, αυτή είναι η επίσημη γλώσσα του Κονγκό όπου ζει. Θα μπορούσε και στα λινγκάλα. Ηταν εύκολο για μένα διότι δεν είχα αρνητικά συναισθήματα, έντονα τουλάχιστον, και σ’ αυτό βοήθησε η μητέρα μου. Δεν μου είχε μιλήσει ποτέ άσχημα για εκείνον. Βεβαίως στην εφηβεία είχα κάποιον θυμό, αλλά δεν κράτησε πολύ. Ισως όταν πάω να τον συναντήσω να τα συζητήσουμε όλα αυτά.
Τον έχετε συγχωρήσει;
Στην ουσία δεν έχω και κάτι να συγχωρήσω. Ηταν μαζί με τη μητέρα μου, χωρίσανε, έφυγε. Μπορεί ν’ ακούγεται περίεργο αλλά υπάρχουν άπειρες τέτοιες ιστορίες γύρω μας. Αντιλαμβανόμουν την ανισορροπία αλλά την ίδια στιγμή ήξερα ότι ήμουν τυχερός που μεγάλωσα μέσα σε ένα υποστηρικτικό περιβάλλον. Θα μπορούσαν τα πράγματα να μην εξελιχθούν έτσι όπως εξελίχθηκαν. Ομως η μπίλια έκατσε στο καλό. Βλέπουμε πολλών ειδών οικογένειες οι οποίες λειτουργούν έτσι όπως λειτουργούν, με πράγματα που βλέπουμε αλλά και εκείνα που αποκαλύπτονται στην πορεία.
Με ποιο κομμάτι από το παρελθόν σας, από τον χαρακτήρα σας, συνδέεται η απόφασή σας να γίνετε καλλιτέχνης;
Η καλλιτεχνία με διάλεξε και μου έσωσε τη ζωή. Το είχα αποφασίσει από πολύ μικρός όταν έβλεπα τον Μάικλ Τζάκσον, τον Πάπα Ουέμπα – ένας πολύ γνωστός καλλιτέχνης από το Κονγκό. Αυτό που με έκανε να νιώθω η μουσική ήταν μοναδικό. Εβλεπα εκτός από ελληνικές ταινίες, οπερέτες από το Κονγκό. Εβρισκα ελευθερία, έβρισκα χαρά, έβρισκα χαμόγελο. Στα 25 μου χρόνια πήρα την απόφαση να κάνω αυτή τη βουτιά και όπου με βγάλει. Τότε αποφάσισα να ασχολούμαι μόνο με τη μουσική, με το γράψιμο. Επειτα ήρθε η Σπείρα Σπείρα και η συνέχεια που μου έφερε εδώ.






