Το 2011, όταν πια είχαμε συνειδητοποιήσει ότι υπογράψαμε μνημόνιο με τους δανειστές μας, η σκόρπια, δεξιά κι αριστερά, αντίσταση στην πραγματικότητα παρήγαγε πολιτικές οιονεί εμφυλίου. Οι συριζαίοι έλεγαν ότι όσοι δεν συμμεριζόμασταν τη φιλοδοξία τους να σκίσουν τα μνημόνια, να επιβάλουν σεισάχθεια χρεών της χώρας στους δανειστές της κι ημών στη χώρα ήμασταν γερμανοτσολιάδες, καταδότες, όργανα των πλουσίων, καραδεξιοί και ό,τι άλλο κατέβαζε η πλούσια φαντασία τους. Κυνηγούσαν πασόκους στις ταβέρνες, επικήρυσσαν τους δημοσιογράφους που δεν τους άρεσαν με αφίσες λες και παίζαμε στον Λούκυ Λουκ και έβριζαν το σύμπαν στο Ιντερνετ.
Κανείς δεν ήθελε να ακούσει κάτι λογικό: ότι δεν είναι προοδευτικό να αρνείσαι την πραγματικότητα, ούτε εθνική αντίσταση να αρνείσαι τις ευθύνες σου. Δεν τα πίστευαν όλοι όσοι τα έλεγαν, αλλά τα πίστευαν πολλοί – κάποιοι ίσως να τα πιστεύουν ακόμα. Σημασία έχει όμως ότι με κάτι τέτοια ο Αλέξης Τσίπρας έγινε πρωθυπουργός, διάφοροι άλλοι της προσκολλήσεως υπουργοί, κυβερνητικά και κρατικά στελέχη – και σήμερα όλοι αυτοί προσπαθούν να μας κάνουν να ξεχάσουμε πώς τα κατάφεραν.
Σήμερα, τα πράγματα δεν έχουν τον επείγοντα χαρακτήρα της περασμένης δεκαετίας. Σήμερα, τα ελλείμματα είναι κυρίως ελλείμματα διαχείρισης – και η μεγάλη εικόνα λέει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με μεταρρυθμιστικές επιτυχίες αλλά και μεταρρυθμιστικές αδυναμίες, σχεδόν ένα χρόνο πριν από τις εκλογές φαντάζει ως η μοναδική κυβερνητική πρόταση. Ολα αυτά τα χρόνια, όλες οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης προσπαθούσαν να τον πλήξουν ηθικά, με τις υποκλοπές, τα Τέμπη, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ (στο οποίο συμμετέχουν δημοκρατικά όλοι), και τελικά καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι αδυνατούν να τον πλήξουν πολιτικά. Αδυνατούν, κυρίως, να αντιπαραθέσουν ένα εναλλακτικό κυβερνητικό μοντέλο.
Θέλει πολλή φιλοσοφία να το καταλάβει κανείς αυτό; Υπάρχουν κάποιες φωνές που το λένε εδώ και χρόνια. Κι όμως. Η αντιπολίτευση συνεχίζει τακτικές εχθροπάθειας, ενώ κινείται μεταξύ αριστερισμού και συνωμοσιολογίας. Το μεγαλύτερο επίτευγμά της ήταν το κίνημα των Τεμπών που, αφού στηρίχτηκε σε μια μεγάλη παρέλκυση, το μόνο που κατάφερε ήταν να φέρει στο προσκήνιο μια ακόμα φωνή τυφλής αντιπολίτευσης – τη φωνή της Μαρίας Καρυστιανού. Κατάφερε, δηλαδή, να συνωστίζονται πολλοί στο αντισύστημα.
Στο μεταξύ, το κόμμα που ήταν, δικαιωματικά, ο ένας από τους δύο κυβερνητικούς πόλους στον δικομματισμό της μεταπολίτευσης, το ΠΑΣΟΚ, αφού έδωσε τα βασικά κυβερνητικά στελέχη με πολιτική εμπειρία στον Μητσοτάκη, έχει στριμωχτεί μαζί με τους άλλους στον χώρο της τυφλής αντιπολίτευσης, αδυνατώντας να προτείνει τη δική του κυβερνητική πρόταση – ή, έστω, να αυτοπροταθεί ως κόμμα που θα μπορούσε να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες. Οχυρωμένη σε έναν αριστερισμό, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ προτίμησε να ακολουθήσει τη Ζωή Κωνσταντοπούλου. Και σήμερα, ενόψει συνεδρίου αλλά και εκλογών, διάφορες φατρίες διαγκωνίζονται όχι σε ρεαλισμό αλλά σε αριστερισμό. Με κορυφαίες περιπτώσεις το δίδυμο Χάρης Δούκας – Παύλος Γερουλάνος, που προσπαθούν να δεσμεύσουν το κόμμα ότι δεν θα συμπράξει με τη ΝΔ σε περίπτωση που μια τέτοια σύμπραξη θα έδινε κυβέρνηση αποτρέποντας μια περίοδο αστάθειας.
Τι κάνουν οι φωστήρες αυτοί; Ζητούν από το κόμμα τους να δεσμευτεί ότι θα ευνοήσει το μπάχαλο αντί, αν μπορεί, να στρατευτεί υπέρ της σταθερότητας και της συνέχειας του πολιτικού συστήματος.
Χαρίζουν, δηλαδή, στον Μητσοτάκη το δικαίωμα να θέσει απαιτητικά το δίλημμα «μπάχαλο ή σταθερότητα» και να πάρει ψήφους κυρίως από το ΠΑΣΟΚ – από ψηφοφόρους, δηλαδή, που δεν θα ήθελαν να ξαναμπεί η χώρα (οι δουλειές τους, τα παιδιά τους) σε περιπέτειες. Πού ψωνίζουν μυαλά;
Απ’ τον ΟΠΕΚΕΠΕ στον ΟΠΕΚΑ
Δεν εκπλήσσομαι. Δεν ξαφνιάστηκα στην είδηση ότι η Εθνική Αρχή Διαφάνειας εντόπισε δεκάδες παραβάσεις στον ΟΠΕΚΑ, τον Οργανισμό Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (με φακέλους εκτός διαδικασίας, πρόωρες καταβολές επιδομάτων και υπόθεση που διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών για πιθανές ποινικές ευθύνες). Ούτε για το πλήθος παραβάσεων με συνολικό ποσό αχρεωστήτως καταβληθέντων ύψους 1.860.000 ευρώ που αποκάλυψε ο έλεγχος.
Ξέρω ότι θα ξαναρχίσουν οι κραυγές. Τέτοια σκάνδαλα διαφθοράς δίνουν λαβή στην εύκολη αντιπολίτευση. Κανείς όμως δεν λέει για τη διάχυση της πρόθεσης να παραβιάζονται οι κανόνες στο ελληνικό Δημόσιο – και όπου υπάρχει ανταμοιβή για τη μεσολάβηση διαφόρων. Επειδή όταν φεύγουμε από τους πολιτικούς αντιπάλους, οι χώροι όπου δραστηριοποιείται «ο λαός» είναι ταμπού. Και κάπως έτσι ζούμε σε μια βόμβα όπου όποιος προλάβει πουλάει εκδουλεύσεις σε όποιον διεκδικεί χρήμα που μοιράζεται.
Είμαι απ’ αυτούς που δεν υποστηρίζουν την πολιτική των επιδοτήσεων και των επιδομάτων. Αρέσουν στους πολιτικούς επειδή εμφανίζονται να πουλάνε εκδουλεύσεις σε μια πελατεία, όχι πάντα στους πιο αδύναμους (όπως μάθαμε από το τι συνέβαινε στον ΟΠΕΚΕΠΕ). Πιο δίκαιη θεωρώ προσωπικά τη θέσπιση ενός κατώτερου εγγυημένου εισοδήματος, σε συνδυασμό με φοροαπαλλαγές. Αλλά ποιος νοιάζεται πραγματικά για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις;






