«Τι θα γινόταν αν;» είναι μια συχνή ρητορική ερώτηση στη διεθνή πολιτική. Μπορεί να είναι χρήσιμη στη συζήτηση για τις στρατηγικές προτεραιότητες στην οικονομία, την κοινωνία και την άμυνα. Μια παραλλαγή αυτής της ερώτησης αφορά τη σύγκριση με ιστορικές προσωπικότητες. Πώς θα συμπεριφέρονταν αυτά τα άτομα στις σημερινές πολιτικές αντιπαραθέσεις;

Ενα πρόσφατο παράδειγμα αυτής της έρευνας αφορά τον Κόνραντ Αντενάουερ, τον πρώτο ομοσπονδιακό καγκελάριο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος ηγήθηκε της κυβέρνησης στην τότε πρωτεύουσα Βόννη (στη Δυτική Γερμανία) μεταξύ 1949 και 1963.

Η επικαιρότητα του Αντενάουερ, καθολικού συντηρητικού από την Κολωνία και προέδρου της CDU, δεν οφείλεται σε μια νοσταλγία για το παρελθόν στη Γερμανία ή την Ευρώπη. Μάλλον, η ερώτηση «τι θα γινόταν αν ο Αντενάουερ ζούσε σήμερα;» αντανακλά την αναζήτηση απαντήσεων σε πολιτικές προκλήσεις που απασχολούν τη Γερμανία και τους εταίρους της στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Ας ρίξουμε πρώτα μια ματιά στον Αντενάουερ τότε και στη Γερμανία σήμερα. Πρέπει να λάβουμε υπόψη μια σημαντική διαφορά. Στην εσωτερική πολιτική, ο Αντενάουερ ήταν αντιδραστικός και αποφασιστικός αντίπαλος της συνεργασίας με τα αριστερά κόμματα της αντιπολίτευσης, ιδίως με το σοσιαλδημοκρατικό SPD. Οι επαναλαμβανόμενες συκοφαντίες και προσβολές του Αντενάουερ εναντίον του Βίλι Μπραντ (SPD) κατά την προεκλογική εκστρατεία για τις ομοσπονδιακές εκλογές του 1961 είναι θρυλικές. Η τότε αδιαλλαξία του δεν μπορεί σήμερα να αποτελέσει πρότυπο για τις μεγάλες πολιτικές προκλήσεις της γερμανικής πολιτικής.

Η επικαιρότητα του Αντενάουερ βασίζεται περισσότερο στην εξωτερική του πολιτική. Εθεσε καθοριστικά ορόσημα για τη Δυτική Γερμανία. Η σύνδεση της χωρισμένης χώρας με τη Δύση μετά το 1949 ήταν η βασική πολιτική του αρχή. Η συμφιλίωση με τη Γαλλία υπό τον πρόεδρο Ντε Γκωλ αποδείχθηκε επιτυχημένη.

Η ένταξη στο ΝΑΤΟ το 1955 σήμανε την επανένταξη στη σφαίρα των δυτικών συμμάχων κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Ο Αντενάουερ προώθησε αποφασιστικά τη δύσκολη και αμφιλεγόμενη συμφιλίωση με το Ισραήλ μετά το Ολοκαύτωμα.

Αυτές οι διάφορες πολιτικές επιλογές του Αντενάουερ είναι και πάλι επίκαιρες σήμερα. Ιδιαίτερα επειδή οι κατευθυντήριες γραμμές της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής βρίσκονται σε κίνδυνο. Υποβάλλονται σε στρατιωτική επίθεση από τον ρωσικό δικτάτορα Πούτιν στην Ουκρανία και αμφισβητούνται θεμελιωδώς από την κυβέρνηση Τραμπ II στις ΗΠΑ.

Η συμμαχία του Αντενάουερ με τη Γαλλία και η συνεργασία με τις ΗΠΑ ήταν οι ακρογωνιαίοι λίθοι της εξωτερικής πολιτικής του. Σήμερα, οι σχέσεις με το Παρίσι δεν αποτελούν πλέον κινητήρια δύναμη για την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Το μέλλον της συνεργασίας με τις ΗΠΑ είναι πιο αβέβαιο από ποτέ. Σήμερα, στο Βερολίνο μιλούν μάλλον για το λεγόμενο «de-risking» έναντι της Ουάσιγκτον. Ο Αντενάουερ θα αναποδογυρνούσε στον τάφο του αν έβλεπε αυτές τις εξελίξεις.

Η τρίτη γεωπολιτική πρόκληση – η Κίνα – ήταν για τον Αντενάουερ μέρος της ιδεολογικής αντιπαράθεσης μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Θεωρούσε την κομμουνιστική Κίνα, παράλληλα με τη Σοβιετική Ενωση, ως υπαρξιακή απειλή.

Ο Αντενάουερ δεν ταξίδεψε ποτέ στην Κίνα. Σήμερα, ένας γερμανός καγκελάριος δεν μπορεί να αγνοήσει το Πεκίνο. Τόσο ο Πούτιν όσο και ο Τραμπ επιβάλλουν στο Βερολίνο έναν νέο προσανατολισμό της γερμανικής πολιτικής έναντι της Κίνας. Η διπλωματία των επισκέψεων των γερμανών καγκελαρίων στο Πεκίνο αποτελεί πολιτική προτεραιότητα.

Η νέα προσοχή που δίνεται στον Αντενάουερ οφείλεται επίσης στην αλλαγή γενιάς των πολιτικών ηγετών, όχι μόνο στη Γερμανία. Οσο μεγαλώνει η γενιά που γεννήθηκε μετά το 1960 και αποχωρεί από την πολιτική ευθύνη, τόσο πιο σημαντική γίνεται η αναζήτηση προτύπων και προσωπικοτήτων με σθένος. Το αποτέλεσμα αυτής της αναζήτησης μεταξύ των πολιτικών προσώπων στη Γερμανία το 2026 είναι μάλλον περιορισμένο. Αυτό το απογοητευτικό εύρημα ισχύει τόσο για την τρέχουσα κυβερνητική συμμαχία μεταξύ CDU και SPD, όσο και για τα κόμματα της αντιπολίτευσης στην Μπούντεσταγκ.

Τέλος, μια αναφορά στον Αντενάουερ και την Ελλάδα. Πώς θα έβλεπε ο τότε καγκελάριος της Ομοσπονδίας τη σημερινή Ελλάδα; Ο Αντενάουερ θα έβλεπε μια χώρα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη που έχει αλλάξει τα τελευταία δέκα χρόνια. Θα ήταν διατεθειμένος να την επισκεφθεί για να μάθει περισσότερα και ίσως ακόμη και να διδαχθεί κάτι από την Ελλάδα; Οπως τον Μάρτιο του 1954, όταν ο καγκελάριος Αντενάουερ επισκέφθηκε την Ελλάδα.

Το ταξίδι του στην Ελλάδα, που ήταν ασυνήθιστα μακρύ για τα σημερινά δεδομένα – μία εβδομάδα –, τον οδήγησε στη συνέχεια και στην Τουρκία. Εκτός από την Αθήνα, επισκέφθηκε και τη Σαντορίνη. Το μέσο μεταφοράς που χρησιμοποίησε μετά την άφιξή του στο νησί των Κυκλάδων έχει μείνει μέχρι σήμερα στη μνήμη: μεταφέρθηκε με ένα γάιδαρο κατά μήκος των βράχων μέχρι τη Θήρα. Το ταξίδι του Αντενάουερ στην Ελλάδα δεν ήταν καθόλου αυτονόητο.

Η αποχώρηση της εγκληματικής Βέρμαχτ από τη χώρα δεν είχε συμπληρώσει ούτε δέκα χρόνια. Για πρώτη φορά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ένας γερμανός πρωθυπουργός ταξίδευε ξανά στην Ελλάδα. Τι θα έκανε ο Αντενάουερ αν ζούσε σήμερα; Θα μπορούσε να ενθαρρύνει τον σημερινό διάδοχό του στην Καγκελαρία στο Βερολίνο να ρίξει μια νέα ματιά στην Ελλάδα.

Ο Φρίντριχ Μερτς (CDU) είναι στην εξουσία σχεδόν έναν χρόνο. Από τότε έχει επισκεφθεί πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Αλλά δεν έχει πάει ακόμα στην Αθήνα. Πού έχει πάει το πνεύμα του Αντενάουερ;

Ο Γενς Μπάστιαν είναι ειδικός σύμβουλος στο Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής και ανεξάρτητος οικονομικός σύμβουλος

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Ο GIO KAY στα ΝΕΑ