Είναι εντυπωσιακό ότι ακόμη και μια πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης της οποίας αγνοούμε το πλήρες και ακριβές περιεχόμενο, καταλήγει στο πολυσυζητημένο ερώτημα «ποιος θα κυβερνήσει αυτόν τον τόπο».
Λες κι αν κάποια κόμματα συμφωνήσουν στην αναθεώρηση πέντε ή δέκα άρθρων του Συντάγματος είναι υποχρεωμένα να κυβερνήσουν και μαζί.
Προφανώς δεν είναι. Αλλο πράγμα μια αναθεωρητική συνταγματική διαδικασία κι άλλο πράγμα η συγκρότηση μιας κυβέρνησης.
Φυσικά δεν λέω καμία σοφία. Ολοι το ξέρουν. Απλώς είναι χαρακτηριστικό των επιτηδείων να συνδέουν τα ασύνδετα μεταξύ τους για να μπερδεύουν το ακροατήριο.
Των επιτηδείων της μιας πλευράς που θέλουν να δείξουν ότι μόνο η κυβερνητική παράταξη έχει σοβαρή έγνοια για τη χώρα σε αντίθεση με τον «αρνητισμό» της αντιπολίτευσης που κάνει απλώς φασαρία.
Των επιτηδείων της άλλης πλευράς που θέλει να πείσει ότι το «όχι σε όλα» δεν είναι παρά η σοβαρή πολιτική στάση μιας υπεύθυνης πολιτικής παράταξης που αρνείται να αποδεχτεί τον όλεθρο της κυβέρνησης.
Στην ουσία όμως και πέρα από την αναθεώρηση το βασικό ερώτημα παραμένει: ποιος θα κυβερνήσει αυτόν τον τόπο;
Ενα ερώτημα όμως που θα απαντηθεί μόνο την επομένη των εκλογών, των πρώτων ή/και των δεύτερων. Με άλλες διαδικασίες.
Η απάντηση της κυβέρνησης είναι πιο σαφής. «Η αυτοδυναμία (σ.σ.: της ΝΔ) αποτελεί το μόνο ρεαλιστικό σενάριο για τη διατήρηση της σταθερότητας» (συνέντευξη Π. Μαρινάκης, Action 24, 3/2). «Θεωρώ ότι είναι ένας στόχος εφικτός» επανέλαβε ο Πρωθυπουργός (συνέντευξη Σκάι, 2/2).
Το έχουμε ξανακούσει και θα το ακούμε έως τις εκλογές. Οχι απαραίτητα επειδή ισχύει ή δεν ισχύει αλλά επειδή αποτελεί έναν στόχο που μπορεί να συσπειρώσει χαλαρούς ή ακόμη και δυσαρεστημένους ψηφοφόρους της ΝΔ.
Οι συσχετισμοί τής επιτρέπουν άλλωστε σχεδόν να μονοπωλεί το λεγόμενο «δίλημμα διακυβέρνησης».
Οπως διευκρίνισε ο Μητσοτάκης, άλλωστε, στην πραγματικότητα το δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος» είναι ψευδές.
Κι ότι το ορθό δίλημμα είναι (κατ’ αυτόν) «Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης ή Κωνσταντοπούλου ή Βελόπουλος. Οχι δεν είναι Μητσοτάκης ή χάος». Για να καταλήξει «εγώ δεν συγκρίνομαι με το χάος. Συγκρίνομαι με τους πολιτικούς μου αντιπάλους» (στην ίδια συνέντευξη).
Από την πλευρά της αντιπολίτευσης δεν έχει διατυπωθεί καμία μονοσήμαντη ή σαφής απάντηση. Το «να φύγει η ΝΔ!» που μάλλον τους ενώνει είναι ασφαλώς ένας στόχος που (έως τώρα τουλάχιστον…) στερείται μέσων και προϋποθέσεων.
Πώς θα φύγει; Πιο σαφές το ΠΑΣΟΚ έχει προχωρήσει λίγο παραπάνω αναγγέλλοντας πως η πολιτική ανατροπή θα συντελεστεί, αρκεί να βγει το ΠΑΣΟΚ πρώτο «έστω με μια ψήφο διαφορά».
Τίποτα τέτοιο δεν προμηνύουν οι δημοσκοπήσεις. Αλλά ας τις αφήσουμε στην άκρη. Κι ας υποθέσουμε ότι ο καλός Θεός αποδεικνύεται Πασοκάρα, βάζει το χέρι του και βγάζει πρώτο το κόμμα της καρδιάς του.
Πώς θα συντελεστεί η πολιτική αλλαγή; Με ποια κυβέρνηση; «Η επόμενη κυβέρνηση να είναι με στίγμα ΠΑΣΟΚ, στίγμα προοδευτικό» ήταν οι ελάχιστα διαφωτιστικές διευκρινίσεις του εκπροσώπου του ΠΑΣΟΚ (δηλώσεις Κ. Τσουκαλά, 1/2).
Πολύ ωραία. Αλλά φοβάμαι πως δεν αρκεί.
Χρειάζεται και μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Δεν την έχουμε δει και για να είμαστε ειλικρινείς ουδείς την έχει περιγράψει πειστικά. Αν φυσικά βγαίνουν οι αριθμοί, παρ’ όλο που ούτε αυτό προκύπτει από κάπου.
Συνεπώς μάλλον θα χρειαστεί και δεύτερη παρέμβαση του Θεού, αν όντως αποδειχτεί Πασοκάρα.
Και προσπερνούμε άλλα δύσκολα ερωτήματα όπως το όνομα του πρωθυπουργού ή των υπουργών της κυβέρνησης με «στίγμα προοδευτικό» ή έστω τις προτεραιότητές της.
Τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια.
Ερώτημα. Τι από όλα τα παραπάνω μπορεί να αλλάξει μια διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης; Τίποτα ή σχεδόν τίποτα.
Στην καλύτερη περίπτωση η αναθεώρηση θα καταγράψει ότι κυβέρνηση κι αντιπολίτευση είναι δύο σοβαροί συνομιλητές. Κι ότι σε κάποια σοβαρά μπορούν να συνεννοηθούν ή να διαφωνήσουν πολιτισμένα.
Δύσκολο. Χρήσιμο. Αλλά όχι αρκετό.
Διότι στην ευρωπαϊκή δημοκρατία (και όχι μόνο…) κάθε εκλογή είναι ένα ερώτημα για την εξουσία. Την τοπική ή την περιφερειακή. Την κυβερνητική ή τη διαχειριστική. Την εθνική ή την ευρωπαϊκή.
Το Σύνταγμα είναι μια θεμελιώδης χάρτα οργάνωσης της πολιτείας, αλλά στο ζήτημα της εξουσίας δεν δίνει απαντήσεις – και ευτυχώς…
Αντιθέτως μπορεί να υιοθετήσει μια σειρά από προωθητικές ρυθμίσεις, να δυσκολέψει ή να διευκολύνει καταστάσεις, χωρίς όμως να υποκαθιστά τον πραγματικό φορέα της εξουσίας που είναι ο λαός και οι αντιπρόσωποί του.
Η αναθεώρηση που προτείνει (ή για την ακρίβεια σκέπτεται να προτείνει…) η κυβερνητική παράταξη απλώνει τόσο τραχανά που δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί από το πολιτικό σύστημα στη σημερινή του κατάσταση.
Αλλωστε δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η ελληνική κοινωνία περιμένει απαντήσεις από το Σύνταγμα για την κλιματική αλλαγή και την τεχνητή νοημοσύνη. Κι ούτε κάτι τέτοιο είναι το επείγον ζητούμενο.
Θα ήταν ευχής έργο αν μπορούσε να ρυθμίσει συγκεκριμένες εκκρεμότητες όπως η ποινική ευθύνη των υπουργών ή η ανάδειξη της δικαστικής ηγεσίας.
Σε τελευταία ανάλυση όμως έχουμε ένα Σύνταγμα που ακόμη και με τις προφανείς ατέλειες ή αδυναμίες του υπήρξε λειτουργικό κι ευρύτερα αποδεκτό (εξαίρεση για τη συνταγματική ιστορία μας…) για περισσότερα από 50 χρόνια.
Δεν τίθεται ζήτημα κατεδάφισης.
Μόνο που ακόμη και οι καλοδεχούμενες διορθώσεις θα είναι πιο αποδοτικές και επεξεργασμένες όσο οι σχετικές συζητήσεις διεξαχθούν σε ένα κλίμα νηφαλιότητας και πολιτειακής ευθύνης.
Ούτως ή άλλως, το ζήτημα της εξουσίας θα παιχτεί σε άλλο γήπεδο κι όταν έλθει η ώρα του.
Το Σύνταγμα δεν μας φταίει σε τίποτα να το κάνουμε εν τω μεταξύ αμέρικαν μπαρ.







