Ο Πρωθυπουργός, ανοίγοντας τη διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος, δεν αιφνιδίασε, αφού ο ίδιος την είχε προαναγγείλει στη Βουλή. Στο πρόσφατο διάγγελμά του εξέφρασε τις απόψεις του για την αναγκαιότητα προσαρμογής του Καταστατικού Χάρτη της χώρας στις νέες παγκόσμιες προκλήσεις αλλά και στις σύγχρονες ανάγκες της χώρας, προσδιορίζοντας τις κρίσιμες παραμέτρους που θα έπρεπε να ληφθούν υπ’ όψιν. Θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, η εμπειρία από τις συνταγματικές αναθεωρήσεις δεν ήταν θετική. Αλλες φορές ήταν φοβικές και άτολμες με αποτέλεσμα να χαθούν ευκαιρίες – και χρόνια – και άλλες υπάκουσαν σε κομματικά προτάγματα που συνεχίζουμε να βρίσκουμε μπροστά μας.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος, κορυφαία θεσμική κοινοβουλευτική διαδικασία, διαφέρει από τη νομοθετική λειτουργία της Βουλής καθώς απαιτεί ευρεία διακομματική συναίνεση. Ο,τι χειρότερο δηλαδή για μια χώρα στην οποία η έννοια της συναίνεσης είναι συνυφασμένη με την υποχώρηση και την ήττα. Συνειρμός καθόλου τυχαίος αφού, επί δεκαετίες, οι κομματικοί μηχανισμοί δεν αρκούνται σε τίποτα λιγότερο από την αποκλειστική νομή της εξουσίας, αδιαφορώντας για την ανάγκη ευρύτερων πολιτικών συσπειρώσεων για τα κρίσιμα εθνικά ζητήματα και τις επείγουσες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Αλλωστε, η απουσία στοιχειώδους συναίνεσης οδήγησε στην πολύχρονη παράταση της οικονομικής κρίσης.

Στην κυβερνητική τετραετία που διανύουμε δεν άλλαξε σε κάτι αυτή η νοοτροπία. Αντίθετα, η διακομματική συνεννόηση αποδείχτηκε αδύνατη ακόμα και σε αυτονόητα ζητήματα όπως η λειτουργία των Ανεξάρτητων Αρχών, των Εξεταστικών Επιτροπών κ.λπ. Το τοξικό κλίμα των κοινοβουλευτικών συνεδριάσεων μόλυνε κι άλλο την ατμόσφαιρα με αποτέλεσμα να εντείνει την αποστασιοποίηση των πολιτών. Η κυβέρνηση επαναπαύτηκε προκλητικά στην αυτοδυναμία της ποντάροντας στον κατακερματισμό της αντιπολίτευσης. Σε τέτοιες συνθήκες παραμονεύει ο κίνδυνος η λαϊκή αγανάκτηση και η οργή να γεννήσουν τέρατα και τότε όχι μόνον η αναθεώρηση του Συντάγματος αλλά ούτε η διακυβέρνηση της χώρας δεν θα είναι δυνατή.

Η προβλεπόμενη διπλή κοινοβουλευτική διαδικασία για τη συνταγματική αναθεώρηση – προτείνουσα και αναθεωρητική Βουλή – δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την επίτευξη μιας ευρύτερης συναίνεσης αφού η έλλειψη εμπιστοσύνης δεν επιτρέπει σε κανένα κόμμα να εξουσιοδοτήσει εν λευκώ την επόμενη κυβέρνηση να τροποποιήσει άρθρα του Συντάγματος με απλή πλειοψηφία. Ωστόσο, είναι σημαντικό να κατατεθούν έγκαιρα ολοκληρωμένες προτάσεις ώστε οι πολίτες, προσερχόμενοι στην κάλπη, να γνωρίζουν ακριβώς τις θέσεις των κομμάτων για το Σύνταγμα της χώρας καθώς και τα περιθώρια για τις αναγκαίες θεσμικές συναινέσεις που θα κρίνουν σε σημαντικό βαθμό και τις συμμαχίες της επόμενης ημέρας. Συνταγματική αναθεώρηση με δημοσκοπικές βλέψεις και ιδεοληπτικές παρωπίδες δεν νοείται.

Την κύρια ευθύνη για το Σύνταγμα φέρουν ιστορικά η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, τα δύο βασικά κόμματα εξουσίας την περίοδο της Μεταπολίτευσης, τα οποία πιστώνονται την ανθεκτικότητά του στις κρίσεις αλλά, ταυτόχρονα, χρεώνονται, όχι μόνο την αδυναμία συναινέσεων για τον εκσυγχρονισμό του, αλλά και θεμελιώδη χαρακτηριστικά του τα οποία σήμερα βαρύνουν το πολιτικό κλίμα. Οσο οι πολίτες θα είναι πεισμένοι για την ατιμωρησία των πολιτικών, όσο αμφιβάλλουν για την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και υφίστανται τις συνέπειες του πελατειακού κράτους και της αναξιοκρατίας, τόσο δυσκολότερο θα είναι να σεβαστούν τον Καταστατικό Χάρτη της χώρας. Μια πιθανή, με βάση τα σημερινά δεδομένα, αποτυχία της αναθεώρησης θα στείλει την Ελλάδα θεσμικά μια δεκαετία, ίσως και πολύ περισσότερο, πίσω.

Ο Γιάννης Μεϊμάρογλου είναι εκδότης του ηλεκτρονικού περιοδικού «Μεταρρύθμιση»

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.