Τους τελευταίους μήνες, μια φαινομενικά παράδοξη σκέψη έχει αρχίσει να αποκτά απροσδόκητη δυναμική: θα μπορούσε άραγε να γίνει ο Καναδάς κράτος-μέλος της ΕΕ; Αρχική αφορμή για τη σχετική συζήτηση έδωσαν κάποια δημοσκοπικά ευρήματα του Φεβρουαρίου 2025, που έδειξαν ότι ένα αξιοσημείωτο ποσοστό των Καναδών πολιτών βλέπει θετικά – ακόμη και με ενθουσιασμό – μια τέτοια προοπτική, και μάλιστα σε μια περίοδο κατά την οποία οι διατλαντικές σχέσεις επαναπροσδιορίζονται και η ΕΕ εμφανίζεται, στα μάτια πολλών εκτός Ευρώπης, ως νησίδα θεσμικής και πολιτικής σταθερότητας.
Η επίσημη αντίδραση από τις Βρυξέλλες τον Μάρτιο του 2025 υπήρξε ψύχραιμη αλλά σαφής. Εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπενθύμισαν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 49 της Συνθήκης για την ΕΕ, μόνο «ευρωπαϊκά κράτη» μπορούν να υποβάλουν αίτηση προσχώρησης στην ΕΕ. Με την έννοια αυτή, η υπόθεση του Καναδά «δεν μπορεί να συμβεί». Όμως το ερώτημα παραμένει: Τι ακριβώς σημαίνει, νομικά και πολιτικά, ο όρος «ευρωπαϊκό κράτος»; Περιορίζει τη δυνατότητα υποβολής αίτησης προσχώρησης μόνο σε κράτη που βρίσκονται στην ευρωπαϊκή ήπειρο ή ο όρος έχει περισσότερο πολιτισμική χροιά, δυνάμενος έτσι να ερμηνευθεί με κάποια ευρύτητα; Υπάρχουν εδώ περιθώρια ερμηνείας, και δη αναφορικά με μια θεμελιώδη διάταξη του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου; Μήπως, εν τέλει, η εισδοχή ενός νέου κράτους-μέλους συνιστά ένα καθαρά πολιτικό ζήτημα;
Οι Συνθήκες αποφεύγουν να δώσουν σαφή ορισμό για την έννοια του «ευρωπαϊκού κράτους». Δεν υπάρχει γεωγραφικό κριτήριο, ούτε ρητή αναφορά σε ήπειρο, σύνορα ή πολιτισμική καταγωγή. Η ευρωπαϊκή πρακτική, μάλιστα, δείχνει ότι η έννοια της «ευρωπαϊκότητας» έχει ερμηνευθεί με ευελιξία και πραγματισμό. Μπορεί μεν το 1987 να απορρίφθηκε η αίτηση του Μαρόκου για είσοδο στην ΕΕ, ωστόσο η ένταξη της Κύπρου, ενός κράτους που βρίσκεται γεωγραφικά στα όρια Ευρώπης και Ασίας, καταδεικνύει ότι ο χάρτης δεν αποτελεί per se καθοριστικό παράγοντα. Αντίθετα, μεγαλύτερη βαρύτητα φαίνεται να δίνεται σε αξιακά και θεσμικά χαρακτηριστικά: δημοκρατία, κράτος δικαίου, σεβασμός θεμελιωδών δικαιωμάτων, αλλά και στους τυχόν υφιστάμενους ισχυρούς οικονομικούς δεσμούς.
Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο Καναδάς εμφανίζεται ως μία, κατ’ αρχήν, επιλέξιμη χώρα. Πρόκειται για μια ώριμη φιλελεύθερη δημοκρατία, με ισχυρούς θεσμούς, ανεξάρτητη δικαιοσύνη και πολυεπίπεδες, οικονομικές, νομικές, πολιτισμικές και άλλες σχέσεις με την Ευρώπη. Και εδώ αποκαλύπτεται η ουσία του ζητήματος. Η διεύρυνση της ΕΕ δεν (μπορεί να) είναι μια τεχνική ή δικαστική διαδικασία, αλλά μια βαθιά πολιτική απόφαση. Εξάλλου, η είσοδος νέου κράτους πραγματοποιείται μέσω μιας Συνθήκης Προσχώρησης, η οποία συνάπτεται μεταξύ των υφιστάμενων κρατών μελών και του νεοεισερχόμενου κράτους. Η Συνθήκη αυτή δεν αποτελεί πράξη κάποιου ευρωπαϊκού θεσμού, αλλά διεθνή συμφωνία μεταξύ κυρίαρχων κρατών.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, μόλις κυρωθεί, η Συνθήκη Προσχώρησης εντάσσεται στο Πρωτογενές Δίκαιο της Ένωσης, στο ίδιο ιεραρχικό επίπεδο με τη Συνθήκη για την ΕΕ και τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της ΕΕ. Το δε Δικαστήριο της ΕΕ δεν έχει αρμοδιότητα να ακυρώσει Πρωτογενές Δίκαιο. Έτσι, αν τα κράτη μέλη αποφάσιζαν ομόφωνα να δεχθούν τον Καναδά, ο νομικός κίνδυνος δικαστικής ανατροπής μιας τέτοιας απόφασης θα ήταν πρακτικά ελάχιστος.
Η ίδια αυτή η απαίτηση για ομοφωνία, ωστόσο, αποτελεί και το μεγαλύτερο πολιτικό εμπόδιο σε τυχόν προσχώρηση. Ομοφωνία απαιτείται τόσο για την αποδοχή νέου μέλους όσο και για οποιαδήποτε αλλαγή των Συνθηκών. Κάθε κράτος μέλος διαθέτει δικαίωμα βέτο, γεγονός που καθιστά μια τόσο ριζική διεύρυνση πολιτικά εξαιρετικά απίθανη, ανεξαρτήτως της υφιστάμενης κατ’ αρχήν νομικής δυνατότητας. Διόλου δεν αποκλείεται κάποιο κράτος μέλος να προβάλει βέτο κατόπιν πίεσης από τις ΗΠΑ.
Μετά ταύτα, η συζήτηση για τον Καναδά ως 28ο κράτος μέλος λειτουργεί περισσότερο ως καθρέφτης της φύσης της ΕΕ. Δείχνει ότι τα όριά της δεν χαράσσονται πρωτίστως από νομικούς ορισμούς, αλλά από συλλογικές πολιτικές αποφάσεις, οι οποίες στα μείζονα ζητήματα απαιτούν ομοφωνία. Και επιβεβαιώνει ότι η Ένωση, όσο εξελιγμένη κι αν είναι ως έννομη τάξη, παραμένει τελικά ένα βαθιά πολιτικό εγχείρημα.
Η συζήτηση αυτή αποκαλύπτει, συναφώς, και κάτι ακόμη πιο σημαντικό: Πέρα από τα γεωγραφικά όρια και τις βασικές ενωσιακές ελευθερίες (κίνησης προσώπων, αγαθών, κεφαλαίων κ.λπ.) που υπηρετούνται εντός του ευρωπαϊκού χώρου, αυτό που συνέχει, ή πρέπει να συνέχει, σήμερα το ενωσιακό οικοδόμημα είναι η κοινότητα αξιών και αρχών μεταξύ των κρατών μελών αλλά και των πολιτών. Με άλλες λέξεις, η κύρια συνεκτική δύναμη πρέπει να αναζητηθεί σε ένα στοιχείο υπερβατικό, σε ένα κοινό ηθικο-πολιτικό πρόταγμα, ικανό να ενώνει τους ευρωπαϊκούς λαούς υπό την κοινή σκέπη της ευρωπαϊκής ιδέας, όσο και αν αυτή δοκιμάζεται στις ημέρες μας, αντιμετωπίζοντας σοβαρές προκλήσεις και αμφισβητήσεις τόσο εκ των ενόντων όσο και από την αντίπερα όχθη του Ατλαντικού.
Με την κοινότητα αξιών και αρχών εννοούμε μία πολιτική κοινότητα όπου είναι η εδραιωμένη πεποίθηση ότι, για να μπορέσει να προοδεύσει πραγματικά η κοινότητα, πρέπει να αποτελεί μία φιλελεύθερη δικαιοκρατούμενη πολιτεία, όπου τηρούνται και γίνονται σεβαστοί από όλους οι νόμοι και οι επιμέρους κανόνες, από το Σύνταγμα ή τις ιδρυτικές Συνθηκές μέχρι και την τελευταία, φαινομενικά ασήμαντη, νομοθετική διάταξη. Όπου κυριαρχεί ο σεβασμός στις θεμελιώδεις ελευθερίες και τις δημοκρατικές διαδικασίες. Αυτή η κεκτημένη ήπια πολιτική ισχύς της ΕΕ δεν είναι καθόλου αμελητέα, εν μέσω των σύγχρονων εξελίξεων ιδίως στις ΗΠΑ. Μόνη η θεωρητική συζήτηση για μία πιθανή υποψηφιότητα του Καναδά αναδεικνύει τη δύναμη αυτή.
Ο Αντώνης Καραμπατζός είναι καθηγητής στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ. Ο Δημήτρης Κυριαζής είναι επίκουρος καθηγητής στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ







