Το 2030 συμπληρώνονται 200 χρόνια από την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου, με το οποίο η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία και η Ρωσία δήλωναν πως «η Ελλάδα θα αποτελέσει ανεξάρτητο κράτος». Είναι μια επέτειος που συνήθως, για προφανείς λόγους, περνά ανεόρταστη. Αλλά αυτή τη φορά μπορεί να γίνει μια εξαίρεση. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνέδεσε την επέτειο με έναν στόχο, που φιλοδοξεί να γίνει όχι μόνο το «στόρι» της αναθεώρησης του Συντάγματος που εισηγείται, αλλά και το στοίχημα των επόμενων εκλογών. Αν κάνουμε υπομονή μέχρι τότε – μας είπε την περασμένη Δευτέρα – κι αν (εννοείται) έχουμε στο μεταξύ δώσει μία ακόμη τετραετία αυτοδυναμίας στη ΝΔ, το 2030 θα έχουμε κλείσει «όλες τις εκκρεμότητές μας με το πελατειακό κράτος, του οποίου η ληξιαρχική πράξη γέννησης γράφτηκε πριν από δύο αιώνες».

Η υπόσχεση καλύπτει μια προφανή ανάγκη. Παραμονές των προηγούμενων εκλογών, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε πει (και μάλιστα ενώπιον ακροατηρίου επενδυτών στο Λονδίνο) ότι δύο θητείες είναι αρκετές. «Πάντα πίστευα ότι χρειάζεσαι δύο πλήρεις θητείες στην Ελλάδα ώστε πραγματικά να αλλάξεις σελίδα». Πρέπει να βρει τώρα μια πειστική εξήγηση γιατί κρίνει αίφνης απαραίτητη και μια έξτρα, τρίτη θητεία. Και πρέπει, επίσης, να δώσει μια πειστική απάντηση στη λογική ερώτηση ενός καλόπιστου ψηφοφόρου, «μα τι θα κάνεις σε μια δύσκολη τρίτη θητεία που δεν κατάφερες να κάνεις στις δύο προηγούμενες της απόλυτης, δίχως αντίσταση κυριαρχίας;».

Η αναγωγή στον ιστορικό ορίζοντα και η υπόσχεση μιας νικηφόρας μάχης με τις χιλιοτραγουδισμένες «χρόνιες παθογένειες» του «βαθέος κράτους» θα μπορούσε να είναι ένα «αφήγημα» που απαντά σε απορίες αυτού του είδους. Ιδίως αν δεν πολυψάξει κανείς τι σημαίνει «πελατειακό» ή «βαθύ» κράτος και ποια είναι η πραγματική πηγή των παθογενειών του. Ωραίο αφήγημα. Αλλά πόσο πειστικό;

Θα ήταν ίσως πειστικότερο αν στα χρόνια που πέρασαν από το 2019 είχε γίνει μια συστηματική προσπάθεια να αποπολιτικοποιηθεί η δημόσια διοίκηση, να αποσυνδεθεί η ιεραρχία της από τον πολιτικό προϊστάμενο. Να αυτοπεριοριστεί η εκτελεστική εξουσία και να αφήσει λίγο χώρο στη Βουλή και την πλειοψηφία της ώστε να μη λειτουργεί ως εντολοδόχος του επισπεύδοντος κάθε φορά υπουργού, ακόμη κι όταν αυτός εισηγείται εξωφρενικές ή ιδιωτικής χρήσης ρυθμίσεις. Αν η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης είχε περιφρουρηθεί πειστικότερα και οι ανεξάρτητες Αρχές είχαν γίνει περισσότερο σεβαστές.

Αν η λογοδοσία της πολιτικής είχε ενισχυθεί και οι υπουργοί δεν αντιμετωπίζονταν άλλοτε με τη μέθοδο παραπομπής Τριαντόπουλου κι άλλοτε με το μοντέλο ασυλίας Βορίδη. Αν στις εξεταστικές επιτροπές της Βουλής είχε επιτραπεί να λειτουργήσουν χωρίς το λουρί της κομματικής σκοπιμότητας στον σβέρκο. Αν η πολιτική διερεύνηση της τραγωδίας των Τεμπών (για τη δικαστική περιμένουμε και ελπίζουμε) δεν είχε εξοργίσει και δεν είχε βγάλει στον δρόμο τόσες χιλιάδες ανθρώπους. Αν στην υπόθεση των υποκλοπών δεν είχαν γίνει όσα τώρα αποκαλύπτονται στη μικρή αίθουσα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Αν οι αριθμοί των βοσκοτόπων και των αιγοπροβάτων δεν γνώριζαν την πιο εκρηκτική τους αύξηση στα χρόνια 2019-20. Κι αν ο ΟΠΕΚΕΠΕ ήταν όντως, όπως είπε ο Πρωθυπουργός, «μια χαμένη μάχη που δόθηκε» κι όχι μια πελατειακή μηχανή που αξιοποιήθηκε όσο μας έπαιρνε, μέχρι να σκοντάψουμε στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Υπερβολές που μηδενίζουν πραγματικά βήματα που έγιναν; Ακόμη κι έτσι, σημασία έχει τι αποτύπωμα αφήνουν όλα αυτά στη συνείδηση των πολιτών. Παράδειγμα χαρακτηριστικό, η εξέλιξη του δείκτη εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη. Σύμφωνα με τη μεγάλη έρευνα αξιών που επιμελείται για την Ελλάδα η διαΝΕΟσις, η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη μειώθηκε από 59% το 2017 σε 46,5% το 2025. Μια άλλη μέτρηση (ετήσια έρευνα εμπιστοσύνης στους θεσμούς της Public Issue) βρήκε ότι οι κρίσεις για τη Δικαιοσύνη, από ποσοστά εμπιστοσύνης της τάξης του 53% το 2018, βρέθηκαν σε αρνητικό έδαφος με ποσοστά δυσπιστίας της τάξης του 68% το 2023 και του 74% το 2025.

Δεν έχει σημασία αν η άποψη είναι δικαιολογημένη ή όχι, αν απηχεί δίκαιη κρίση. Σημασία έχει ότι η άποψη αυτή κυριαρχεί. Σημασία έχει ότι η δυσπιστία επιδεινώθηκε. Και συμπαρασύρει συνολικά την «πολιτική εμπιστοσύνη», την εμπιστοσύνη στη δημοκρατία την ίδια.

Είχα βρει ενδιαφέρουσα μια απάντηση που είχε δώσει ο Γιουβάλ Χαράρι, όταν ρωτήθηκε για την επιδημία δυσπιστίας που σαρώνει τον κόσμο. Οι θεσμοί, είχε πει, συγκροτούνται από ανθρώπους. Και οι άνθρωποι κάνουν λάθη, αποτυγχάνουν, διαφθείρονται. Ποιους θεσμούς μπορούμε να εμπιστευθούμε, λοιπόν; Εκείνους που παραδέχονται τα λάθη τους και έχουν μηχανισμούς διόρθωσης των λαθών τους.

Αυτό ακριβώς είναι, νομίζω, το πρόβλημα. Οτι οι δικοί μας θεσμοί, προπάντων οι πιο «πολιτικοί», έχουν μηχανισμούς αυτοδιόρθωσης που ατροφούν όλο και περισσότερο. Τι προκαλεί μεγαλύτερη δυσπιστία, για παράδειγμα; Οτι συνέβη ένα τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη; Ή το γεγονός ότι η κυβερνητική πλειοψηφία έδινε για καιρό την εντύπωση πως κάνει ό,τι μπορεί για να προστατεύσει από τη λογοδοσία τους δικούς της, αποφεύγοντας ακόμη και μια ανώδυνη κατάθεση σε μια εξεταστική επιτροπή της Βουλής; Το γεγονός ότι ένας μηχανισμός διαφθοράς άλωσε το σύστημα αγροτικών επιδοτήσεων; Ή η στάση της πλειοψηφίας, όπως αποτυπώθηκε σ’ εκείνη την αξέχαστη υπουργική άποψη πως «η ευρωπαία εισαγγελέας δεν έχει δικαίωμα να μας πει αν θεωρεί ένοχο τον Βορίδη ή τον Αυγενάκη», το δικαίωμα αυτό το έχει μόνον η Βουλή, «δηλαδή η πλειοψηφία της», δηλαδή η Νέα Δημοκρατία, η οποία αποφάσισε «ότι δεν θέλει να ελεγχθούν – και τέλος»;

Και αυτή ακριβώς η άποψη, τόσο επιγραμματικά διατυπωμένη, είναι που επιτρέπει το ασεβές ερώτημα: Αν ο στόχος είναι να αποκτήσουν οι θεσμοί μηχανισμούς αυτοδιόρθωσης ώστε να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη μας, θα ήταν πράγματι σοφό να ακολουθήσουμε την οδηγία του Πρωθυπουργού, να ικανοποιήσουμε τη φιλοδοξία του και να δώσουμε στη ΝΔ μία ακόμη τετραετία αυτοδύναμης, μονοκομματικής πλειοψηφίας; Ή μήπως όχι;

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.