Η στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ «κορεσμού του δημόσιου χώρου» με αλλεπάλληλες ενέργειες και κρίσεις μπορεί να καταστήσει δύσκολο τον εντοπισμό της στιγμής η οποία συνιστά σημείο καμπής στην ολίσθηση των Ηνωμένων Πολιτειών προς τον αυταρχισμό. Κάποιοι θα έλεγαν ότι αυτός ακριβώς είναι ο στόχος της στρατηγικής, η οποία βασίζεται σε σταδιακές παραβιάσεις των δικαιωμάτων των πολιτών και των θεσμικών ελέγχων. Ομως, η δολοφονία δύο αμερικανών πολιτών από πράκτορες της Υπηρεσίας Μετανάστευσης  (ICE) στη Μινεάπολη αυτόν τον μήνα ίσως να αποτελεί ακριβώς αυτό το σημείο καμπής.

Ενα βασικό διακριτικό γνώρισμα των αυταρχικών κυβερνήσεων είναι η ικανότητά τους να χρησιμοποιούν υπέρμετρη βία εναντίον των αντιπάλων τους. Κάθε κυβέρνηση χρησιμοποιεί τακτικές εξαναγκασμού στην αστυνόμευση, αλλά υπάρχουν σαφή όρια. Οι περισσότεροι άνθρωποι κατανοούν ότι οι αυταρχικές κυβερνήσεις μπορούν και θα χρησιμοποιήσουν τέτοια βία εναντίον της αντιπολίτευσης, των ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης και άλλων πυλώνων της κοινωνίας των πολιτών. Η βίαιη καταστολή της αντιπολίτευσης σε δημοκρατικές ή γενικά μη αυταρχικές κοινωνίες προσκρούει σε αρκετά εμπόδια. Πρώτον, μια τέτοια καταστολή θα προκαλούσε σοκ και αγανάκτηση τόσο από άλλα κέντρα κρατικής εξουσίας όσο και από την κοινωνία των πολιτών, καθιστώντας την πιθανότατα αντιπαραγωγική. Δεύτερον, η κυβέρνηση δεν μπορεί καν να είναι βέβαιη ότι οι δυνάμεις ασφαλείας της θα εκτελέσουν μια τέτοια εντολή. Κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ, οι επικεφαλής του αμερικανικού στρατού κατέστησαν σαφές ότι δεν θα το έκαναν.

Η ICE επεκτάθηκε σημαντικά κατά το 2025 και, σύμφωνα με όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, στρατολόγησε νεαρούς άνδρες που είναι ιδιαίτερα ευνοϊκά διακείμενοι προς την πιο ακραία εκδοχή της αντιμεταναστευτικής ατζέντας του Τραμπ. Επιπλέον, της έχει δοθεί εξαιρετικά ευρεία εντολή και της επιτρέπεται να χρησιμοποιεί τακτικές που στο παρελθόν θα θεωρούνταν αδιανόητες για οποιαδήποτε ομοσπονδιακή υπηρεσία. Το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει επιδείξει ακλόνητη στήριξη στις, αναμφισβήτητα παράνομες, ενέργειες της ICE, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να αρνείται να τις διερευνήσει. Ο συμβολισμός των γεγονότων στη Μινεσότα είναι αδιαμφισβήτητος.

Η ICE έχει πλέον σκοτώσει δύο αθώους πολίτες: τη Ρενέ Γκουντ, μητέρα τριών παιδιών που μόλις είχε αφήσει τον γιο της στο σχολείο, και τώρα τον Αλεξ Πρέτι, νοσηλευτή σε μονάδα εντατικής θεραπείας, ο οποίος παρακολουθούσε και κατέγραφε μια επιχείρηση της ICE. Οι ομοσπονδιακοί αυτοί πράκτορες χρησιμοποιούν συστηματικά απειλές και βίαιες τακτικές εναντίον διαδηλωτών που καταγράφουν τις δραστηριότητές τους. Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι, παρέχοντας στους πράκτορες της ICE de facto ασυλία, η κυβέρνηση Τραμπ τους έχει δώσει το πράσινο φως να κλιμακώσουν τις βίαιες τακτικές τους. Αν αυτή η βία μείνει ανεξέλεγκτη, θα μπορούσε πράγματι να αποτελέσει σημείο καμπής, διότι θα δημιουργήσει ένα πρότυπο για άλλες δυνάμεις ασφαλείας, πιο στενά ευθυγραμμισμένες με τον Τραμπ, ώστε να χρησιμοποιούν βία εναντίον κάθε εκδήλωσης αντιπολίτευσης. Σε αυτή την περίπτωση, η διολίσθηση προς ένα αυταρχικό καθεστώς θα μπορούσε να καταστεί δύσκολο να αναστραφεί, καθώς η κοινωνία των πολιτών θα παραλύει απέναντι στην αυξανόμενη καταστολή και οι κανόνες κατά τέτοιων πρακτικών θα διαβρώνονται σταθερά.

Ηδη, οι δύο τομείς εξουσίας που υποτίθεται ότι ελέγχουν την προεδρία (το Κογκρέσο και το Ανώτατο Δικαστήριο) έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα δεκτικοί στην ατζέντα του Τραμπ. Και ο εξίσου σημαντικός θεσμικός έλεγχος από τις ανεξάρτητες αρχές έχει επίσης αποδυναμωθεί, ιδίως λόγω της δυνατότητας του προέδρου να διορίζει συμμάχους και ημέτερους σε καίριες θέσεις.

Η ενέργεια και η αλληλεγγύη των ανθρώπων που στηρίζουν τους μετανάστες γείτονές τους και διαδηλώνουν ενάντια στις βάναυσες τακτικές της ICE προμηνύουν μια καθοριστική αναμέτρηση. Το αποτέλεσμα θα κριθεί εν μέρει από το κατά πόσο οι σύμμαχοι του Τραμπ στο Κογκρέσο είναι διατεθειμένοι να συνταχθούν με την επίσημη βία και την παρανομία, καθώς και από τον ίδιο τον Τραμπ και τη στενή ομάδα ομοϊδεατών συμβούλων γύρω του. Ο σημαντικότερος παράγοντας, όμως, θα είναι η αποφασιστικότητα της ίδιας της κοινωνίας των πολιτών, ξεκινώντας από τη Μινεσότα.

Ο Ντάρον Ατζέμογλου, βραβευμένος με Νομπέλ Οικονομικών το 2024 είναι καθηγητής Οικονομικών στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο Μασαχουσέτης (MIT)

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.