Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύουν σημαντικά τη στρατιωτική τους ανάπτυξη κοντά στο Ιράν, γεγονός που, σύμφωνα με τους ειδικούς, μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον σχεδιάζει να επιτεθεί σε επιλεγμένους στόχους. Παράλληλα χθες οι υπουργοί Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ενωσης συμφώνησαν να προσθέσουν τους Φρουρούς της Επανάστασης, γνωστούς και ως «Πασνταράν», στον κατάλογο των «τρομοκρατικών οργανώσεων», όπως ανακοίνωσε η επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ Κάγια Κάλας, προσθέτοντας: «Οποιο καθεστώς σκοτώνει χιλιάδες πολίτες του οδεύει στην καταστροφή του». Διευκρίνισε ότι οι διπλωματικοί δίαυλοι με την Τεχεράνη θα παραμείνουν ανοιχτοί και απαντώντας σε ερώτηση για μια πιθανή αμερικανική επίθεση, τόνισε ότι «η περιοχή δεν χρειάζεται έναν νέο πόλεμο».
Καθώς το αμερικανικό πυρηνοκίνητο αεροπλανοφόρο «Abraham Lincoln» καταφθάνει στην Αραβική Θάλασσα συνοδευόμενο από όλο και περισσότερα πολεμικά σκάφη, η Τεχεράνη ανακοίνωσε χθες πως οι ναυτικές δυνάμεις των Φρουρών της Επανάστασης θα πραγματοποιήσουν ασκήσεις με πραγματικά πυρά στα Στενά του Ορμούζ, την Κυριακή και τη Δευτέρα. Τα Στενά είναι η πιο ζωτικής σημασίας οδός εξαγωγής πετρελαίου στον κόσμο, καθώς συνδέει τους μεγαλύτερους παραγωγούς πετρελαίου του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία, το Ιράν, το Ιράκ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, με τον Κόλπο του Ομάν και την Αραβική Θάλασσα. Στρατιωτικές ασκήσεις «πολυήμερης ετοιμότητας» έχει ανακοινώσει και η Κεντρική Διοίκηση της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ, σε όλες τις «περιοχές ευθύνης» της, αναφερόμενη σε περίπου 20 χώρες στη Μέση Ανατολή, την Ασία και την Αφρική που φιλοξενούν στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ, ως «προετοιμασία για ευέλικτες απαντήσεις».
Καθώς φαίνεται ότι αυξάνονται ραγδαία οι πιθανότητες αμερικανικής επίθεσης στο Ιράν, το καθεστώς της Τεχεράνης έχει επιδοθεί σε διπλωματικές κινήσεις. Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, αναμένεται σήμερα στην Αγκυρα για συνομιλίες με στόχο την αποτροπή μιας αμερικανικής επίθεσης, καθώς οι τούρκοι διπλωμάτες επιδιώκουν να πείσουν την Τεχεράνη ότι πρέπει να κάνει παραχωρήσεις για το πυρηνικό της πρόγραμμα εάν θέλει να αποτρέψει μια δυνητικά καταστροφική σύγκρουση. Ο τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πρότεινε τη διεξαγωγή τηλεδιάσκεψης μεταξύ του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και του ιρανού ομολόγου του, Μασούντ Πεζεσκιάν. Οπως σημειώνει η «Guardian» αυτό το είδος διπλωματίας σε ανώτατο επίπεδο μπορεί να αρέσει στον ηγέτη των ΗΠΑ, αλλά θα είναι ανάθεμα για τους επιφυλακτικούς ιρανούς διπλωμάτες. Επίσημες άμεσες συνομιλίες μεταξύ των δύο χωρών δεν έχουν πραγματοποιηθεί εδώ και μια δεκαετία.
Την ίδια στιγμή, όπως αποκαλύπτει η ιστοσελίδα Axios, ανώτεροι αξιωματούχοι άμυνας και πληροφοριών από το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία βρίσκονται αυτή την εβδομάδα στην Ουάσιγκτον για συνομιλίες σχετικά με το Ιράν. Στις Βρυξέλλες, ο γάλλος υπουργός Εξωτερικών Ζαν-Νοέλ Μπαρό ανέφερε σε ανάρτησή του ότι οι κυρώσεις που αποφάσισε η ΕΕ προς το Ιράν περιλαμβάνουν μέλη της κυβέρνησης, της δικαστικής εξουσίας, της αστυνομίας και του σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, καθώς και οντότητες που είναι υπεύθυνες για τη λογοκρισία στο Διαδίκτυο. Η ένταξη των Πασνταράν στον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων, τους τοποθετεί στην ίδια κατηγορία με το Ισλαμικό Κράτος και την Αλ Κάιντα. Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί μια συμβολική αλλαγή στην προσέγγιση της Ευρώπης απέναντι στην ηγεσία του Ιράν. «Αν ενεργείς ως τρομοκράτης, θα πρέπει επίσης να αντιμετωπίζεσαι ως τρομοκράτης», τόνισε η Κάγια Κάλας.
Το σώμα των Φρουρών της Επανάστασης ιδρύθηκε μετά την Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν το 1979 για την προστασία του σιιτικού κληρικού συστήματος διακυβέρνησης και έχει μεγάλη επιρροή, ελέγχοντας τμήματα της οικονομίας και των ενόπλων δυνάμεων. Οι Φρουροί ανέλαβαν επίσης την ευθύνη των βαλλιστικών πυραύλων και των πυρηνικών προγραμμάτων του Ιράν.
Ενώ ορισμένα κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν πιέσει στο παρελθόν για την προσθήκη των Φρουρών στον κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων της ΕΕ, άλλα όπως η Γαλλία και η Ιταλία ήταν πιο επιφυλακτικά, φοβούμενα ότι αυτό θα μπορούσε να εμποδίσει την επικοινωνία με την κυβέρνηση του Ιράν και να θέσει σε κίνδυνο τους ευρωπαίους πολίτες εντός της χώρας. Ωστόσο, η βίαιη καταστολή του πρόσφατου αντικαθεστωτικού κινήματος διαμαρτυρίας νωρίτερα αυτόν τον μήνα, με χιλιάδες νεκρούς, οδήγησε τελικά στη λήψη της απόφασης.







