Δύο στοιχεία παραμένουν ισχυρά και επιβεβαιώνονται στην παράσταση του θεάτρου Κνωσσός με τον «Εχθρό του λαού» (παραγωγή της Schaubühne Berlin, σε συνεργασία με το Θέατρο Νέου Κόσμου): η διαχρονικά σύγχρονη γραφή του Ιψεν (Henrik Ibsen, 1828-1906) και η ζωντανή, άμεση και, ενίοτε, εκρηκτική ματιά του Τόμας Οστερμάιερ (Thomas Ostermeier, 1968). Αλλωστε η σκηνική «σχέση» του σκηνοθέτη με τον συγγραφέα μετρά δεκαετίες, πολλά έργα και μια βαθιά επικοινωνία με καθαρό αποτύπωμα.
Το γεγονός ότι ο «Εχθρός του λαού» γράφτηκε το 1882 αρκεί για να αναλογιστεί κανείς το μέγεθος του νορβηγού δραματουργού και μαζί την οξεία ματιά του πάνω στα πράγματα. Κι ας έχει περάσει ενάμισης αιώνας, η κοινωνία μοιάζει αμετακίνητη: διαπλοκή της πολιτικής και των ΜΜΕ, διαφθορά, σύγκρουση δημοσίου συμφέροντος και οικονομικής σκοπιμότητας, αγωνία για το περιβάλλον – και πίσω από όλα αυτά η σχέση ανάμεσα στα δύο αδέλφια (ιδεαλιστής επιστήμων και πολιτικός/δήμαρχος).
Ο 57χρονος γερμανός σκηνοθέτης, καλλιτεχνικός διευθυντής της βερολινέζικης Schaubühne, μεταφέρει με ακρίβεια αλλά και πλήρη ελευθερία την ουσία του έργου, μπολιάζοντάς το με στοιχεία σύγχρονης πραγματικότητας με τρόπο, σχεδόν, αυτονόητο. Η διασκευή του δεν μειώνει την ένταση της προβληματικής του Ιψεν ούτε ανατρέπει το ύφος του. Δίνοντας μια σημερινή διάσταση στην ιψενική επιχειρηματολογία, καταλήγει σε μια κορύφωση, όπου σκηνή και πλατεία γίνονται ένα.
Η ιστορία δεν εκπλήσσει: Οταν ο γιατρός Στόκμαν καταγγέλλει τη μόλυνση των νερών στα ιαματικά λουτρά της πόλης του, τα οποία και αποτελούν τη βασική οικονομική πηγή της, τότε είναι που γίνεται, απλά, εχθρός του λαού. Οι Αρχές της πόλης, με πρώτο τον δήμαρχο-αδελφό του, αλλά και με τη συγκατάθεση των συμπολιτών του, προσπαθούν με κάθε μέσο να τον αποτρέψουν ή και να τον εξοντώσουν.
Η παράσταση
Από την πρώτη σκηνή της παράστασης, μέσα στο ρεαλιστικό – αλλά και όχι – σκηνικό, ο Οστερμάιερ δίνει το σήμα της χρονικής στιγμής αλλά και της έντασης με την οποία θα κινηθεί η παράσταση. Μια μπάντα που κάνει πρόβα, ένα μωρό που κλαίει, ένας μαυροπίνακας τριγύρω όπου γράφονται και σβήνονται σημαντικές πληροφορίες για τη ροή της ιστορίας. Σιγά σιγά χτίζεται το ιψενικό οικοδόμημα: οι ρόλοι, οι χαρακτήρες και οι απόψεις τους, η προβληματική με τα ηθικά διλήμματα, τα οικονομικά συμφέροντα, την έλλειψη διαφάνειας, τη σκευωρία.
Ο Οστερμάιερ με συνέπεια και χωρίς να βιάζεται ξεσκεπάζει τους ήρωές τους, τους απογυμνώνει και τους οδηγεί σε αυτή την κατά μέτωπο αναμέτρηση με το κοινό. Ενα κοινό που γίνεται κομμάτι της παράστασης – οι κάτοικοι της λουτρόπολης που κινδυνεύει, και παίρνει τον λόγο. Κι όταν πάει να ξεφύγει από τη σύμβαση, η Λένα Παπαληγούρα, που υποδύεται την εκδότρια αλλά και τη συντονίστρια στη μάζωξη αυτή, το επαναφέρει στην τάξη με εξαιρετική μαεστρία και λεπτότητα, αυτοσχεδιάζοντας κάθε βράδυ.
Ο Κωνσταντίνος Μπιμπής ερμηνεύει με αλήθεια και φυσικότητα τον γιατρό Στόκμαν, ο οποίος στον τελικό του μονόλογο-κραυγή γίνεται καταγγελτικός με εξίσου θετικά σκηνικά αποτελέσματα. Ο Μιχάλης Οικονόμου στον ρόλο του δημάρχου καταθέτει μια από τις καλύτερες ερμηνείες του, δίνοντας σημασία σε κάθε λεπτομέρεια, σε κάθε στιγμή του. Ο Στέλιος Δημόπουλος, ο Ιερώνυμος Καλετσάνος και η Αλκηστις Ζιρώ υπηρετούν με την ίδια αλήθεια και αμεσότητα τους ρόλους τους. Τέλος, ο Ιάσων Αλυ προσθέτει μια ενδιαφέρουσα κωμική σκηνική νότα.
Στην Αστόρια, αδέλφια μου, στην Αστόρια…
Δεν ξέρω αν είναι συνταγή ούτε αν πρόκειται για ένα είδος θεάματος που θεωρείται ικανό να γεμίζει τα μεγάλα θέατρα, αλλά πράγματι είναι εντυπωσιακός ο πολλαπλασιασμός παραγωγών που έχουν ως αφετηρία τόπους συλλογικής μνήμης ή πρόσωπα που δεν ζουν πια αλλά εξακολουθούν να συγκινούν.
Η «Αστόρια» που πρόκειται να ανέβει την άνοιξη στο Παλλάς έρχεται να προσθέσει έναν ακόμα κρίκο σε αυτή τη μακρά αλυσίδα. Προηγήθηκε η πρόσφατη «Αλεξάνδρεια», ενώ στην αφετηρία συναντάμε τη «Σμύρνη μου αγαπημένη» και το sequel «Από Σμύρνη… Σαλονίκη». Προφανώς το καθένα κρύβει μια μεγαλύτερη ή μικρότερη ιστορική έρευνα, έχει τη δική του ταυτότητα, όπως έχει και συντελεστές διαφορετικού βεληνεκούς. Ωστόσο όλα στοχεύουν σε μια συγκίνηση, σε μια νοσταλγία, σε κάτι περασμένα πλην χαμένα μεγαλεία. Κάτι σαν «Και διηγώντας τα να κλαίς…».
Με την ίδια «συνταγή» λειτουργούν και παραστάσεις όπως η τρέχουσα για τον Νίκο Ξυλούρη ή εκείνη για τον Στράτο Διονυσίου και τον Γιώργο Ζαμπέτα, για να αναφερθώ στις πιο πρόσφατες: Πρόκειται για ένα είδος σκηνικής βιογραφίας, συνήθως «αποθεωτικής», όπου συμμετέχει η μουσική, το τραγούδι, ενίοτε εμπλουτισμένο με χορευτικά. Παράλληλα «τρέχει» ένα κείμενο που συχνά-πυκνά βασίζεται σε μια έκδοση είτε αυτή είναι αυτοβιογραφία είτε βιογραφία, γραμμένη από συγγενείς, μελετητές ή ακόμα γραμμένη απλώς από εκείνον που υπογράφει το θεατρικό έργο.
Και είναι κακό αυτό; Οχι, βέβαια. Αλλωστε ο καθένας έχει το ελεύθερο να προτείνει το θέαμα που επιθυμεί και στο οποίο πιστεύει. Πολλώ δε μάλλον όταν το κοινό σπεύδει να το απολαύσει. Μοιάζει σαν ένα «καινούργιο» είδος διασκέδασης, εξαιρετικά ξεκούραστης, μιας απόλαυσης με «πλούσια τα ελέη», που ξυπνά μνήμες.
Απλώς αυτή η θεατρική τάση μού δίνει την αίσθηση μιας οπισθοχώρησης. Μιας οπισθοχώρησης με την έννοια της επιστροφής σε ένα παρελθόν το οποίο, ενώ είναι εξαιρετικά θετικό και να θυμόμαστε και να τιμούμε, δεν είναι πάντα απαραίτητο να ωραιοποιούμε. Γιατί συνήθως – κι αυτό δεν ισχύει για όλες τις σχετικές παραστάσεις – η ωραιοποίηση στερείται προβληματισμού. Και κάτι τέτοιο δεν βοηθά να δούμε το παρελθόν με τέτοιον τρόπο ώστε να βγάλουμε ουσιαστικά συμπεράσματα για το παρόν και το μέλλον. Ας είναι…







