Η επίσκεψη του απόστολου Παύλου στην Αθήνα, οι συνομιλίες του στην πόλη και κυρίως η ομιλία του στους Αρεοπαγίτες αποτελούν το πιο πολυδιαβασμένο επεισόδιο των Πράξεων των Αποστόλων (κεφ.17,11/16-34). Το διαχρονικό ενδιαφέρον είναι ευεξήγητο. Ηταν μια από τις πρώτες συναντήσεις του χριστιανισμού με τον ελληνισμό. Θα ακολουθήσουν αμέτρητες άλλες αλλά, σε συμβολικό επίπεδο, η συνάντηση των Αθηνών είναι κορυφαία, αφού έγινε στην άλλοτε μητρόπολη του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, ανάμεσα σε έναν Ιουδαίο, που συνέβαλε όσο κανείς άλλος στη διάδοση των ιδεών του αναδυόμενου χριστιανισμού, και εκπροσώπους των Στωικών και των Επικουρείων, οι πρώτοι από τους οποίους ήταν το πιο διαδεδομένο φιλοσοφικό ρεύμα εκείνα τα χρόνια (50 μ.Χ.). Η ομιλία του Παύλου στους Αρεοπαγίτες κλείνει σχετικά απότομα και μάλιστα κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν ότι δεν ολοκληρώθηκε. Συγκεκριμένα, στο άκουσμα της «ανάστασης νεκρών» ορισμένοι χλεύασαν τον ομιλητή και άλλοι τον ειρωνεύτηκαν («Θα μας τα ξαναπείς άλλη φορά»).

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι ακριβώς είπε ο Παύλος στον λόγο του αλλά μόνο κατά προσέγγιση. Μας τον παραδίδει ο συγγραφέας των Πράξεων, που ίσως να απέδωσε όχι το γράμμα αλλά το πνεύμα της ομιλίας του στις συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως έκαναν οι αρχαίοι ιστορικοί (βλ. τον Θουκυδίδη). Επειτα, υπάρχει το κρίσιμο ερώτημα ποιο κείμενο του λόγου του Παύλου έχουμε στα χέρια μας σήμερα. Τα κείμενα αντιγράφονταν και διαδίδονταν από πάπυρο σε πάπυρο και από περγαμηνή σε περγαμηνή, αλλά οι συνεχείς αντιγραφές είχαν ως αποτέλεσμα λάθη, παραναγνώσεις και προσθήκες. Ετσι από το ένα κείμενο φτάσαμε σε διάφορες παραλλαγές του και δημιουργήθηκε η ανάγκη για αξιολόγηση των διαφόρων χειρογράφων και έκδοση ενός οριστικού κειμένου. Για να το πω απλά, έπρεπε να αποκατασταθεί το κείμενο, με βάση τα παλαιότερα χειρόγραφα, σε μορφή που να πλησιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο την εικαζόμενη αρχική εκδοχή της ομιλίας του Παύλου.

Η ρητορική συγκρότηση του λόγου του Παύλου

Η Αθήνα δεν ήταν μια οποιαδήποτε πόλη από αυτές που επισκέφτηκε ο Παύλος και οι Αθηναίοι δεν ήταν ένα οποιοδήποτε ακροατήριο. Κατά συνέπεια, πρωταρχικό μέλημά του ήταν να κηρύξει τον χριστιανισμό με τρόπο που θα τον καθιστούσε όσο το δυνατόν περισσότερο οικείο στις θρησκευτικές και φιλοσοφικές παραστάσεις των Αθηναίων. Αυτή τη ρητορική τακτική εφάρμοσε σε όλη την ομιλία του, αφήνοντας για το τέλος την αναφορά στην ανάσταση του Ιησού, που αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της νέας θρησκείας.

Το κείμενο του λόγου του Παύλου ακολουθεί τους κανόνες της κλασικής ελληνορωμαϊκής ρητορικής και στις κρίσιμες για τον χριστιανισμό ιδέες εμφανίζει σημεία επαφής με την αρχαία ελληνική σκέψη. Αρχικά, ο Παύλος επιδίωξε να κερδίσει την «ευνοϊκή διάθεση» του ακροατηρίου του και να προσελκύσει την «προσοχή» του. Ξεκίνησε, λοιπόν, επαινώντας τους Αθηναίους για την ευσέβειά τους απέναντι στους θεούς, όπως έδειχναν τα ιερά κτίσματα που είδε περιηγούμενος την πόλη, και, για να κεντρίσει το ενδιαφέρον τους, συνέχισε αναφερόμενος ειδικότερα σε έναν βωμό που ήταν αφιερωμένος «Στον άγνωστο θεό». Χρησιμοποιώντας ως εφαλτήριο τη συγκεκριμένη αφιερωματική επιγραφή, ο Παύλος έκανε τη σύνδεση με τον χριστιανισμό, εξηγώντας ότι αυτός είναι ο θεός που δημιούργησε τον κόσμο, που τον εξουσιάζει και τον ζωογονεί, και ότι δεν έχει ανάγκη τις ανθρώπινες κατασκευές και προσφορές. Πρόσθεσε ότι είναι ο θεός που δημιούργησε τον άνθρωπο και όρισε ως προορισμό του να «αναζητεί τον θεό», η παρουσία του οποίου αποτελεί στοιχείο της ύπαρξής του. Οι παραπάνω διατυπώσεις δεν πρέπει να ήχησαν στα αφτιά των Αθηναίων ως κάτι πρωτάκουστο. Θα τους θύμισαν αρχαιοελληνικές οντολογικές αντιλήψεις που προσέγγιζαν τον μονοθεϊσμό και ποιήματα όπως το προοίμιο των Φαινομένων του Αρατου και ο Υμνος εις Δία του Κλεάνθη.

Εχοντας ολοκληρώσει την κύρια αφήγησή του, ο Παύλος κατέληξε λέγοντας ότι ο θεός είναι έτοιμος να παραβλέψει τα χρόνια που οι άνθρωποι αγνοούσαν την ύπαρξή του αλλά τώρα ζητούσε από όλους τους ανθρώπους απανταχού της γης «να αλλάξουν αντίληψη» («μετανοείν», με την αρχαιοελληνική σημασία) και ότι έχει ορίσει μια μέρα που θα κρίνει  ολόκληρη την οικουμένη με δικαιοσύνη, τοποθετώντας ως κριτή έναν άνδρα τον οποίο ανέστησε εκ νεκρών προσδίδοντάς του έτσι το αναγκαίο κύρος. Οι Αθηναίοι ήταν εξοικειωμένοι με την ιδέα της μεταθανάτιας κρίσης από τους τρεις κριτές, γιους του Δία,  τον Μίνωα, τον Ραδάμανθυ και τον Αιακό, που δίκαζαν τους νεκρούς στον Αδη, και γνώριζαν το δέκατο βιβλίο της πλατωνικής Πολιτείας. Ομως η αναφορά στην «ανάσταση νεκρών» τους ενόχλησε, διότι ήταν ασύμβατη με τις βασικές αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων – αν και δεν έλειπαν οι εξαιρέσεις μυθολογικών ηρώων που επέστρεψαν στη ζωή, ενώ υπήρχε ακόμη ο πλατωνικός μύθος του Ηρός και οι πυθαγόρειες θεωρίες περί μετενσάρκωσης. Πάντως, ο Παύλος χειρίστηκε το συγκεκριμένο θέμα με μεγάλη προσοχή και διακριτικότητα. Δεν μνημόνευσε καν τη σταύρωση, αφού αυτή η ατιμωτική ποινή θα συνιστούσε σκάνδαλο στα αφτιά των πολιτών της ρωμαιοκρατούμενης Αθήνας. Ούτε ανέφερε ποιος ήταν αυτός που αναστήθηκε, αλλά τον αποκάλεσε «έναν άνδρα», επιδεικνύοντας έτσι αφενός τόλμη ως χριστιανός και αφετέρου τη μεγαλύτερη δυνατή συνέπεια στην προγραμματική επιλογή του ως ρήτορας να κρατηθεί μέσα στα αντιληπτικά όρια του ακροατηρίου του.

Οι τρεις εκδοχές του λόγου του Παύλου

Το κείμενο της ομιλίας του Παύλου, ως τμήμα της Καινής Διαθήκης, έχει φτάσει στα χέρια μας σε τρεις κύριες εκδοχές. Η ιστορικά και μεθοδολογικά ορθή εκδοχή του λόγου (ας την πούμε «Α») είναι αυτή που περιέγραψα παραπάνω. Υπαγορεύτηκε από την εκδοτική αντίληψη ότι το κείμενο που διαβάζουμε πρέπει να βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά στην εποχή που γράφτηκαν οι Πράξεις των Αποστόλων και στην εικαζόμενη αρχική μορφή της ομιλίας. Ομως, υπάρχει και μια δεύτερη εκδοχή (ας την πούμε «Β», «Βυζαντινή»), που βασίστηκε στην εκδοτικά αμφιλεγόμενη αντίληψη ότι η αρχική μορφή του λόγου δεν έχει σημασία, διότι το κείμενο είναι ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται. Η τρίτη εκδοχή (ας την πούμε «Ε», «Εκκλησιαστική») είναι μια παραλλαγή της «Β» που ακολουθεί την παράδοση της Εκκλησίας και ειδικότερα της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης. Η εκδοχή «Β» είναι επιστημονικά ευάλωτη και η εκδοχή «Ε», αυτή που διαβάζει ο σύγχρονος Έλληνας αναγνώστης, είναι δυστυχώς η λιγότερο αξιόπιστη. Θα επιχειρήσω να εξηγήσω, με δύο παραδείγματα, ότι διαφορές στις λεπτομέρειες ανάμεσα στις εκδοχές του λόγου του Παύλου μπορεί να έχουν μεγάλη ερμηνευτική βαρύτητα όσον αφορά την ιστορική αξιοπιστία του κειμένου.

Πώς οι Αθηναίοι έγιναν χριστιανοί προ Χριστού

Επιγραφή «Στον άγνωστο θεό» δεν βρέθηκε στην Αθήνα ούτε μαρτυρείται σε καμιά άλλη πόλη, όπου αναφέρονται μόνον επιγραφές στον πληθυντικό, δηλαδή «Στους άγνωστους θεούς». Αυτό όσον αφορά τα αρχαιολογικά δεδομένα. Οσον αφορά τη μορφή «αγνώστω Θεώ» (αντί για «Αγνώστω θεώ», σε «Α» και «Β») που διαβάζει ο Ελληνας αναγνώστης και τη συναντάμε παντού στην Ελλάδα, η απάντηση στο ερώτημα αν υπήρξε τέτοια επιγραφή είναι ένα ξεκάθαρο «Οχι» – σύμφωνα βέβαια με την έκδοση του κειμένου, διότι η αρχαία ελληνική γραφή θα ήταν «ΑΓΝΩΣΤΩΘΕΩ», δηλαδή κεφαλαιογράμματη. Διευκρινίζω ότι στις νεοελληνικές εκδόσεις της Καινής Διαθήκης εμφανίζεται παντού η μορφή «Θεός», ενώ οι άλλες δύο εκδόσεις έχουν παντού «θεός».

Οσον αφορά την επιγραφή, η διαφορά έχει σοβαρές συνέπειες για τη στοιχειώδη κατανόηση του λόγου του Παύλου. Η μορφή «Θεώ» παραπέμπει στον θεό των χριστιανών, ενώ η μορφή «θεώ» σέβεται την ιστορικά και εκδοτικά ορθή γραφή καθώς και τη ρητορική πρόθεση του Παύλου. Μα θα μου πείτε, στον προφορικό λόγο η διαφορά δεν θα ήταν διακριτή. Ασφαλώς, αλλά το γραπτό κείμενο απευθύνεται στον Ελληνα αναγνώστη, ο οποίος έτσι διαμορφώνει την εικόνα του Παύλου ως χριστιανού ιεροκήρυκα. Επίσης, ο Παύλος αναφέρεται σε ένα γραπτό κείμενο, δηλαδή σε μια αρχαιοελληνική επιγραφή. Τέλος, η εν λόγω επιγραφή λειτουργεί ως το ρητορικό εφαλτήριο του λόγου του. Εν κατακλείδι, η επιγραφή «αγνώστω Θεώ» συνιστά αδιανόητο αναχρονισμό, καθώς υπαινίσσεται ότι οι Αθηναίοι προσέβλεπαν στον χριστιανισμό πριν έλθει ο Παύλος. Αν μάλιστα υποθέσουμε ότι ο βωμός είχε αφιερωθεί πριν από τη γέννηση του Χριστού, ο αναχρονισμός καταλήγει να είναι εξωφρενικός.

Αφού μνημονεύσει την επιγραφή, ο Παύλος συνεχίζει λέγοντας «αυτόν λοιπόν που εσείς λατρεύετε χωρίς να τον γνωρίζετε, αυτόν ακριβώς σας κηρύσσω εγώ». Είναι η διατύπωση που διαβάζει ο Ελληνας αναγνώστης. Ομως, πρόκειται για μεταγενέστερη διόρθωση της αρχικής διατύπωσης του Παύλου, που είχε χρησιμοποιήσει ουδέτερο γένος: «αυτό λοιπόν που εσείς λατρεύετε χωρίς να το γνωρίζετε, αυτό ακριβώς σας κηρύσσω εγώ». Αυτή τη μορφή διαβάζουν σε όλο τον κόσμο όσοι συμβουλεύονται την πλέον έγκυρη έκδοση «Α». Η διόρθωση έγινε και πάλι με χριστιανική πρόθεση, για να συνδέσει δηλαδή απευθείας τον θεό της επιγραφής με τον θεό της Καινής Διαθήκης και, σε συνδυασμό με τη μορφή «Θεώ», να μετατρέψει μια θρησκευτικά ουδέτερη επιγραφή σε χριστιανική προφητεία. Αντίθετα, το ουδέτερο γένος αναφερόταν  στη λατρεία και όχι στο πρόσωπο ή, ακόμη καλύτερα, στην άγνοια των Αθηναίων με τη σημασία: «αυτό που αγνοείτε».

Γιατί οι Αθηναίοι θα κοιτάζονταν μεταξύ τους απορημένοι

Ο Ελληνας αναγνώστης των Πράξεων διαβάζει ότι, κατά τον Παύλο, ο προορισμός του ανθρώπου, συνεπώς και των Αθηναίων, είναι «ζητείν τον Κύριον», και μάλιστα με «Κ» από διόρθωση του «κύριον» της έκδοσης «Β». Αντίθετα, η παλαιότερη και ιστορικά ορθή εκδοχή είναι «ζητείν τον θεόν» (ακόμη και «το θείον»), η οποία συναρτάται με τον «άγνωστο» θεό της επιγραφής. Δεν θέλω ούτε καν να φανταστώ τι θα καταλάβαιναν οι Αθηναίοι ακούγοντας τη φράση «ζητείν τον κύριον/Κύριον». Μάλλον θα κοίταζαν ο ένας τον άλλο απορημένοι ή οργισμένοι, καθώς το μυαλό τους θα πήγαινε σε κάποιον δεσπότη ή τύραννο. Πολύ σημαντικό είναι ακόμη το γεγονός ότι το ουσιαστικό «κύριον»/«Κύριον» παραπέμπει όχι μόνο στον θεό των χριστιανών αλλά και στον Ιησού. Μάλιστα, έχει υποστηριχτεί ότι ο Παύλος χρησιμοποιεί τη λέξη «κύριον» κατά κανόνα για τον Ιησού. Συνοψίζοντας, η διατύπωση «ζητεῖν τον κύριον/Κύριον» θα απευθυνόταν σε χριστιανούς και προσήλυτους και όχι στους Αθηναίους ειδωλολάτρες.

Συμπέρασμα

Η Καινή Διαθήκη λόγω του περιεχομένου της είναι ιερό κείμενο, αλλά αυτό δεν δικαιολογεί την  κατάρτιση ιερής έκδοσης (όπως η «Ε»), διότι κάτι τέτοιο συνεπάγεται αλλοίωση του αυθεντικού λόγου της. Εννοώ την έκδοση Αντωνιάδη (1904), που δημοσιεύτηκε «εγκρίσει της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας», είναι γνωστή ως «Πατριαρχική έκδοση» και αποτέλεσε το πρότυπο των νεοελληνικών εκδόσεων που διαβάζει σήμερα ο Ελληνας αναγνώστης. Υπάρχουν μόνον επιστημονικές εκδόσεις, από τις οποίες οι πλέον έγκυρες είναι αυτές που επιδιώκουν να αποκαταστήσουν το κείμενο σε μορφή όσο το δυνατόν εγγύτερη στην αρχική. Αυτές πρέπει να αναζητεί ο απαιτητικός Ελληνας αναγνώστης, στις οποίες το διαδίκτυο του προσφέρει πλέον εύκολη πρόσβαση.

Ο Μιχαήλ Πασχάλης είναι ομότιμος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.