Προάστια του Τόκιο, 1987. Ο Κέιτζι, πατέρας της 11χρονης Φούκι, παλεύει με μια ανίατη ασθένεια. Μπαινοβγαίνει στο νοσοκομείο την ώρα που η μητέρα της μικρής, η Ουτάκο, είναι συνεχώς αγχωμένη προσπαθώντας από τη μία πλευρά να είναι συνεπής στην πλήρους απασχόλησης εργασία της και από την άλλη να φροντίζει τον σύζυγο και την κόρη της. Αναπόφευκτα, το παιδί μένει πολλές ώρες της μόνο. Η φαντασία της Φούκι είναι πλούσια. Γοητευμένη από την τηλεπάθεια, βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στον δικό της φανταστικό κόσμο. Και αυτό θα έχει συνέπειες…
Αυτός είναι ο κόσμος της ταινίας «Ρενουάρ» που σηματοδοτεί τη δεύτερη ταινία της ιάπωνος σεναριογράφου – σκηνοθέτιδος Τσι Χαγιακάουα, μετά το σκηνοθετικό της ντεμπούτο στη μεγάλου μήκους ταινία, το «Σχέδιο 75», έναν μελαγχολικό στοχασμό για τους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας. Το «Σχέδιο 75» έκανε γνωστή τη Χαγιακάουα καθώς συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα του Un Certain regard (Ενα Κάποιο Βλέμμα) στο Φεστιβάλ των Καννών του 2022. Τρία χρόνια αργότερα, η δεύτερη ταινία της, «Ρενουάρ», επιλέχθηκε στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα του ιδίου φεστιβάλ όπου «ΤΑ ΝΕΑ» συνάντησαν τη Χαγιακάουα μετά την προβολή της ταινίας.
«Πρόθεσή μου ήταν να δημιουργήσω μια ταινία που θα τάραζε κυρίως εμένα» είπε η Τσι Χαγιακάουα, μια βραχύσωμη κοπέλα με διαπεραστικό βλέμμα (η συνέντευξη έγινε με μεταφράστρια). «Και το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό ήταν η προσωπική μου εμπειρία ως παιδί που ζει με έναν πατέρα άρρωστο, καταδικασμένο να πεθαίνει από καρκίνο. Ομως ποια θα μπορούσαν να είναι τα συναισθήματα ενός 11χρονου παιδιού για έναν πατέρα που οδεύει προς τον θάνατο;».
Η λατρεία προς τον Ρενουάρ
Το πλαίσιο της ταινίας είναι προφανώς δικό της, όμως τόσο η πλοκή όσο και οι περιστάσεις που την περιβάλλουν είναι εντελώς φανταστικές. «Αυτό που με ενδιέφερε κυρίως είναι μια μεταφορά των συναισθημάτων μου ως παιδιού» είπε η Χαγιακάουα. «Δεν με ενδιέφερε η απόλυτη ακρίβεια στην αποκρυστάλλωση των γεγονότων αλλά εκείνος ο αόριστος φόβος και η ενοχή, το εύρος της φαντασίας και το αθώο δέος απέναντι στα έργα τέχνης όπως ένας πίνακας του Ρενουάρ· όλα αυτά ήταν νεανικά συναισθήματα εντελώς δικά μου και νομίζω διαμόρφωσαν την προσωπικότητά μου».
Κάπως έτσι εξηγείται και ο παράξενος τίτλος αυτής της ταινίας, «Ρενουάρ». Ως παιδί, η σκηνοθέτις μαγεύτηκε από τον πίνακα του Πιερ-Ογκίστ Ρενουάρ «Η Μικρή Ειρήνη». Ο πατέρας της τής αγόρασε μια αναπαραγωγή του – μια προσωπική ιστορία ενσωματωμένη στην ταινία. «Οπως ακριβώς έκανα κι εγώ, η Φούκι πιέζει τον πατέρα της να αγοράσει το αντίγραφο του πίνακα του Ρενουάρ, οπότε σκέφτηκα να ονομάσω την ταινία “Ρενουάρ”. Η σύνδεση της ιστορίας με τον πίνακα ή με τον ζωγράφο δεν είναι βαθύτερη από αυτό» (να σημειωθεί εδώ ότι ανάμεσα στους μεγάλους ιμπρεσιονιστές, ο Ρενουάρ είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στην Ιαπωνία όπως επεσήμανε η Χαγιακάουα αναφέροντας ότι στη δεκαετία του 1980 αντίγραφα των πινάκων του μπορούσαν να βρεθούν στους τοίχους πολλών σπιτιών. Τέτοια αντίγραφα ήταν σύμβολο του θαυμασμού της Ιαπωνίας για τη Δύση εκείνη την εποχή).
Γεννημένη στο Τόκιο το 1976, η Τσι Χαγιακάουα σπούδασε φωτογραφία στη Σχολή Εικαστικών Τεχνών της Νέας Υόρκης. Η μικρού μήκους ταινία της «Niagara» (2014) επιλέχθηκε στο τμήμα Cinéfondation στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών 2014 και έλαβε βραβεία σε πολλά διεθνή φεστιβάλ κινηματογράφου. Η μικρού μήκους ταινία της «Σχέδιο 75» ήταν το εναρκτήριο μέρος της ανθολογίας μεγάλου μήκους «Ten Years Japan» (2018) σε εκτελεστική παραγωγή του σπουδαίου ιάπωνα δημιουργού Χιροκάζου Κόρε Εντα των ταινιών «Κανείς δεν ξέρει» και «Shoplifters» (πάνω σε αυτήν τη μικρού μήκους ταινία στηρίζεται το «Σχέδιο 75» που η σκηνοθέτις επέκτεινε στην πρώτη μεγάλου μήκους της).
Η πληγή στην οικογένεια
Ενδιαφέρον στην ταινία «Ρενουάρ» έχει το γεγονός ότι η σκηνοθέτις παρέμεινε πιστή στην εποχή που συνέβησαν τα γεγονότα, δηλαδή τα τέλη της δεκαετίας του 1980. «Ασφαλώς ο πρωταρχικός λόγος για τον οποίο η ιστορία διαδραματίζεται το 1987 ήταν ότι τότε ήμουν στην ίδια ηλικία με τη Φούκι» είπε η Χαγιακάουα. «Ομως υπήρχε και ένα βαθύτερο νόημα στο να γίνει αυτή η εποχή το φόντο. Κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980, η Ιαπωνία βρισκόταν στο απόγειο της οικονομικής της φούσκας πριν από την κατάρρευσή της αρκετά χρόνια αργότερα. Οι ιαπωνικές εταιρείες άρπαζαν ξένες επιχειρήσεις και οι άνθρωποι παρασύρονταν ζώντας την πολυτελή ζωή».
Ολα αυτά είχαν συνέπειες και τις συνέπειες αυτές τις βίωσε η «ιαπωνική οικογένεια». «Ναι, γιατί “μεθυσμένη” με αυτή την εικονική πραγματικότητα, οι δεσμοί μεταξύ των ανθρώπων και δη οι οικογενειακοί έγιναν λιγότερο ουσιαστικοί. Χάλασε ο πυρήνας της ιαπωνικής οικογένειας. Ηταν μια εποχή που οι άνθρωποι έτρεφαν μια αόριστη αίσθηση “κενού”. Ενάντια σε αυτό το κοινωνικό μείγμα ηδονισμού και κενού, επιθυμώ να απεικονίσω την ατομική ιστορία μιας οικογένειας και να δείξω πόσο μικροί, εύθραυστοι αλλά και πολύτιμοι άνθρωποι είναι πραγματικά».
Ομως το σημαντικότερο ερώτημα που μέσω αυτής της ταινίας η Χαγιακάουα ήθελε να διερευνήσει, ήταν αν «μπορείς πραγματικά να καταλάβεις τον πόνο των άλλων;». Η ίδια λυπάται ενθυμούμενη την εποχή της παιδικής ηλικίας της όταν δεν μπορούσε να φερθεί στον πατέρα της με καλοσύνη καθώς έπασχε από καρκίνο. «Καθόμουν δίπλα του ενώ φοβόταν τον θάνατο και το σώμα του βασανιζόταν από πόνο και αναρωτιόμουν ποια τηλεοπτική εκπομπή θα έβλεπα εκείνο το βράδυ» είπε. «Οταν του είπαν πόσο λίγος χρόνος του είχε απομείνει για να ζήσει, φαντάστηκα πόσο καλοί θα ήταν οι άνθρωποι μαζί μου επειδή είχα χάσει τον πατέρα μου. Παρ’ όλο που ήταν στα πρόθυρα του θανάτου, ήμουν απορροφημένη στον εαυτό μου με το να είμαι η ηρωίδα στο δικό μου τραγικό έργο. Αργότερα αναρωτιόμουν αν ως άτομο μου έλειπαν τα βασικά συναισθήματα και για χρόνια πάλευα με την αυτοπεριφρόνηση και τα συναισθήματα ενοχής επειδή δεν είχα δείξει αρκετή ενσυναίσθηση προς τον ετοιμοθάνατο πατέρα μου».
Ενώ η Χαγιακάουα συμφώνησε με το ενδεχόμενο αυτή η στάση της να ήταν μια μορφή «υποσυνείδητης άμυνας» απέναντι στο πρόβλημα που έβλεπε μπροστά της, εξακολουθεί να πιστεύει ότι «ο πόνος και η θλίψη του καθενός είναι τα δικά του προβλήματα. Ακόμα και μέσα στην ίδια σου την οικογένεια, δεν νομίζω ότι μπορείς να καταλάβεις και να νιώσεις πραγματικά τι περνάει κάποιος άλλος. Οσο σκληρά ωμό ακούγεται κάτι τέτοιο, τόσο αλήθεια πιστεύω ότι είναι».







