Σε μια περίοδο που ο Ινδοειρηνικός εξελίσσεται σε κεντρικό πεδίο ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, η Ινδία προβάλλει ως σταθεροποιητικός παράγοντας, επιδιώκοντας έναν ελεύθερο και πολυπολικό χώρο συνεργασίας. Με στρατηγική αυτονομία και συμμετοχή σε πολλαπλά σχήματα, το Νέο Δελχί διαμορφώνει πιο ενεργό ρόλο στην ευρασιατική γεωπολιτική, εξηγεί στα «ΝΕΑ» η ειδικός σε θέματα γεωπολιτικής δρ Σουάστι Ράο, αναπληρώτρια καθηγήτρια και κοσμήτορας στο OP Jindal Global University της Ινδίας, που θα συμμετέχει στη συνάντηση του Athens Security Forum. Τονίζει ότι η Κίνα διεκδικεί τον ρόλο του ηγέτη του παγκόσμιου Νότου, αλλά η Ινδία είναι η νόμιμη έκφραση των ανησυχιών του.

Πώς αξιολογείτε τον στρατηγικό ρόλο της Ινδίας στη διαμόρφωση της αρχιτεκτονικής ασφάλειας και οικονομίας του Ινδοειρηνικού σήμερα;

Η Ινδία βρίσκεται στο κέντρο της περιοχής του Ινδικού, στην καρδιά της σύγκλισης του Ινδοειρηνικού, και είναι η μοναδική μακρόβια και ώριμη δημοκρατία της οποίας η άνοδος δεν υπήρξε αποσταθεροποιητική. Με άλλα λόγια, η άνοδος της Ινδίας, καθώς εξελίσσεται σε μεγάλη δύναμη, έχει λειτουργήσει ως δύναμη σταθεροποίησης στη γεωπολιτική. Αυτό είναι σημαντική διαπίστωση.

Σε μια περίοδο που ο Ινδοειρηνικός εξελίσσεται γρήγορα σε θέατρο ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, το όραμα της Ινδίας – για έναν ελεύθερο, ανοιχτό, χωρίς αποκλεισμούς Ινδοειρηνικό, επικεντρωμένο στη διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες, την ελευθερία ναυσιπλοΐας και τη μείωση του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων μέσω της ενίσχυσης της πολυπολικότητας – αποτυπώνεται στην Πρωτοβουλία του Ινδοειρηνικού Ωκεανού (IPOI) και στα δόγματα SAGAR και MAHASAGAR.

Σε αντίθεση με την Ευρώπη, δεν υπάρχει επίσημη συμμαχία ασφαλείας τύπου ΝΑΤΟ στον Ινδοειρηνικό, ούτε θα μπορούσε να υπάρξει. Αυτό οφείλεται στον τρόπο που οι ασυμμετρίες συμφερόντων – στρατηγικά και οικονομικά – κατανέμονται άνισα στην περιοχή. Τα περισσότερα μεσαίας ισχύος κράτη στη Νότια Ασία και στην ASEAN έχουν συμφέροντα και με τις ΗΠΑ και με την Κίνα, και επιθυμούν έναν ασφαλή Ινδοειρηνικό χωρίς να αναγκαστούν να επιλέξουν πλευρά.

Αυτό το γεωπολιτικό αδιέξοδο οδήγησε στη δημιουργία ευέλικτων πολυμερών σχημάτων – ρευστών, άτυπων συνεργασιών χωρών με κοινά συμφέροντα. Τέτοιο παράδειγμα είναι η Ομάδα QUAD, η οποία υπερασπίζεται κοινά συμφέροντα ασφάλειας χωρίς να στοχοποιεί την Κίνα, τουλάχιστον από την οπτική της Ινδίας. Δεύτερον, η πλέον ανησυχητική απειλή για τον Ινδοειρηνικό δεν είναι μόνο το ενδεχόμενο σύγκρουσης στα Στενά της Ταϊβάν, δηλαδή το χειρότερο δυνατό σενάριο, αλλά η διάδοση ευρέος φάσματος υβριδικών απειλών που ευάλωτες χώρες της περιοχής δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν.

Η Ινδία περιγράφεται ως δύναμη εξισορρόπησης ανάμεσα στη δυτική τάξη υπό τις ΗΠΑ και στις ανερχόμενες ευρασιατικές συμμαχίες. Πώς διαχειρίζεται αυτές τις πολλαπλές στρατηγικές εταιρικές σχέσεις, ειδικά στη νέα τάξη του Τραμπ;

Είναι δύναμη και πρόκληση. Η πολλαπλή ευθυγράμμιση της Ινδίας αποτελεί τον πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής από τότε που απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1947.

Τότε, ήταν έκφραση της στρατηγικής αυτονομίας της Ινδίας να μην εμπλακεί στις αντιπαραθέσεις του Ψυχρού Πολέμου. Η Ινδία, υπό τον πρωθυπουργό Νεχρού, ίδρυσε το Κίνημα των Αδεσμεύτων, μαζί με άλλους ηγέτες του τότε αποκαλούμενου Τρίτου Κόσμου.

Η μη δέσμευση της Ινδίας δεν υπήρξε ποτέ απόλυτη – προσαρμοζόταν στις γεωπολιτικές πραγματικότητες. Αργότερα, επαναπροσδιόρισε τη στρατηγική της αυτονομία ως ικανότητα να ενεργεί αποκλειστικά σύμφωνα με το εθνικό της συμφέρον, απορρίπτοντας την πολιτική των μπλοκ. Συνέχισε να αναπροσαρμόζει την εξωτερική της πολιτική δημιουργώντας χώρο συνεργασίας με περισσότερους εταίρους.

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η μη ευθυγράμμιση εξελίχθηκε σε πολλαπλή ευθυγράμμιση. Η Ινδία ενίσχυσε δεσμούς με τις ΗΠΑ, «κοίταξε προς Ανατολάς» και συνέχισε να εκπροσωπεί τα συμφέροντα του παγκόσμιου Νότου.

Γι’ αυτό η Ινδία μπορεί να βρίσκεται ταυτόχρονα στην QUAD αλλά και στις BRICS και στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO).

Ωστόσο, από την οπτική του Νέου Δελχί, κάθε φορά που δημιουργείται ένα κενό ισχύος ή στρατηγικό κενό στην κοντινή ή ευρύτερη γειτονιά μας από την υποχώρηση των ΗΠΑ, το καλύπτει η Κίνα – και πρόσφατα και η Τουρκία. Γι’ αυτό η Ινδία συνεργάζεται με διαφορετικούς παράγοντες ώστε να διασφαλίσει ότι δεν θα μετατραπούν σε αντιινδικές ή αντιδυτικές συμμαχίες. Η Κίνα διεκδικεί τον ρόλο του ηγέτη του παγκόσμιου Νότου με τις βαθιές τσέπες, αλλά η Ινδία θεωρεί τον εαυτό της ως τη νόμιμη έκφραση των ανησυχιών του.

Στην εποχή Τραμπ, το περιθώριο ελιγμών της Ινδίας έχει συρρικνωθεί και η διαχείριση μιας απρόβλεπτης Ουάσιγκτον αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση της εξωτερικής μας πολιτικής σήμερα.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης (IMEC) ανακοινώθηκε ως μια πρωτοβουλία – ορόσημο με παγκόσμια σημασία. Ποιες είναι οι βασικές ευκαιρίες και προκλήσεις για να καταστεί ο IMEC βιώσιμος και επιδραστικός διάδρομος συνδεσιμότητας;

Ο IMEC είναι μια εξαιρετική ιδέα και ένα όραμα, αλλά έχει αρκετά προβλήματα, εσωτερικά και εξωτερικά, τα οποία πρέπει να αντιμετωπιστούν.

Στην ουσία του, αφορά τη σύνδεση της Ινδίας με την Ευρώπη μέσω της Μέσης Ανατολής. Καθώς το εμπόριο μεταξύ Ινδίας και Ευρώπης υπερβαίνει τα 200 δισ. ετησίως, είναι λογικό η Ινδία να επεκτείνει τις εξαγωγικές της διαδρομές πέρα από το Ρότερνταμ, το Αμβούργο και την Αμβέρσα, που εξυπηρετούνται μέσω της παραδοσιακής διόδου της Διώρυγας του Σουέζ.

Εσωτερικά, υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις: πώς θα λειτουργήσει η πολυτροπική συνδεσιμότητα που περνά μέσα από διαφορετικές χώρες, διαφορετικά νομικά συστήματα και διαφορετικές επιχειρηματικές πρακτικές; Ποιος θα αναλάβει τις επενδύσεις; Παρόλο που ο IMEC υποστηρίζεται από την PGII (Σύμπραξη για τις Παγκόσμιες Υποδομές και Επενδύσεις), τα χρήματα δεν θα προέλθουν από τις ΗΠΑ. Εξωτερικά, η στρατηγική λογική του IMEC βασιζόταν στη διαδικασία ομαλοποίησης στη Μέση Ανατολή μετά τις Συμφωνίες του Αβραάμ, το κορυφαίο επίτευγμα της κυβέρνησης Τραμπ (1.0). Ωστόσο, η επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου ανέτρεψε τη στρατηγική κατάσταση στην περιοχή σε τέτοιο βαθμό, που τώρα είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι ο ιδιωτικός τομέας θα επενδύσει σε έναν διάδρομο που περνά μέσα από την καρδιά της αστάθειας.

Κατά τη γνώμη μου, επομένως, είναι προτιμότερο η Ινδία να συνεχίσει να επιδιώκει συνδεσιμότητα μεταξύ των ινδικών λιμανιών και πολλών λιμανιών στη μεσογειακή πλευρά της Ευρώπης, όπως η Μασσαλία (Γαλλία), η Τεργέστη (Ιταλία) και η Θεσσαλονίκη (Ελλάδα, καθώς ο Πειραιάς είναι υπό κινεζικό έλεγχο).

Αυτό θα δώσει στην Ινδία την ευκαιρία να επεκτείνει το οικονομικό της αποτύπωμα στην Ευρώπη και να ενταχθεί στην Πρωτοβουλία των Τριών Θαλασσών, που διαπερνά τις ανεκμετάλλευτες αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, από τη Μεσόγειο έως τη Βαλτική.