Ζήτησα λεπτομέρειες, όχι με φοβερό κέφι, είναι η αλήθεια, για ό,τι έγινε προχθές στην Πολιτική Γραμματεία του ΠΑΣΟΚ, όπου συζητήθηκε κυρίως το επερχόμενο συνέδριο. Γιατί, παρότι πληκτικός και αναμενόμενος ο πολιτικός λόγος που συνήθως παράγει το συγκεκριμένο κόμμα, ενδιαφέρομαι για τα εσωκομματικά του ΠΑΣΟΚ, μεταφέροντας και σε αυτές τις γραμμές τις σκέψεις μου;
Απλούστατα, επειδή το ΠΑΣΟΚ είναι ιστορικό κόμμα, έχει συμβάλει στη δημοκρατία που εμπεδώθηκε και σταθεροποιήθηκε μετά την πτώση της χούντας και, ιδίως την περίοδο του Κώστα Σημίτη, εργάστηκε για τον εκσυγχρονισμό της χώρας και για τον ευρωπαϊκό δρόμο της. Επίσης, επειδή το ΠΑΣΟΚ στη δύσκολη περίοδο της χρεοκοπίας, ιδίως τα χρόνια που ανέρχονταν οι λαϊκιστές αλλά και τα χρόνια που οι λαϊκιστές κυβέρνησαν, αντιτάχθηκε ουσιαστικά στα σχέδιά τους.
Και τέλος, επειδή η κουλτούρα του ΠΑΣΟΚ είναι δημοκρατική, είναι δηλαδή ένα θεσμικό κόμμα – και η συμπαράταξη με τους θορυβοποιούς των θεωριών συνωμοσίας στην υπόθεση των Τεμπών είναι εμφανές ότι το έβλαψε, αφού η πολιτική του ταυτότητα δεν έχει τίποτα κοινό με τα αποκόμματα που προέκυψαν από τον κατακερματισμό του ΣΥΡΙΖΑ. Ως κόμμα με θεσμική μνήμη και δημοκρατική ιστορία, ενδιαφέρει ιδιαίτερα η ανάπτυξή του, επειδή θα μπορούσε να εγγυηθεί την κυβερνησιμότητα και τη δημοκρατική ομαλότητα. Η ανάγκη αποκατάστασης ενός ακόμα ισχυρού κομματικού πόλου, που θα ανακόψει την πολυδιάσπαση της αντιπολίτευσης σε ανεύθυνα και τυχοδιωκτικά κόμματα διαμαρτυρίας, επιτρέπει να είναι ακόμα ζωντανό το στοίχημα του ΠΑΣΟΚ. Κι είναι κρίμα που το τόσο απλό πράγμα αδυνατούν να το καταλάβουν όχι μόνο η ηγεσία του αλλά και σχεδόν το σύνολο της εσωκομματικής αντιπολίτευσης.
Πάντως, η εικόνα που διαμορφώνεται για το ΠΑΣΟΚ ενόψει του συνεδρίου, το οποίο θα γίνει τη νέα χρονιά, είναι εικόνα αμηχανίας και στασιμότητας. Στην ουσία, υπάρχουν τρία ΠΑΣΟΚ εγκλωβισμένα σε ένα, μικρό, αδύναμο και αντιφατικό κόμμα. Υπάρχει και ένα τέταρτο ΠΑΣΟΚ, κυβερνητικό και δυναμικό, που άρχισε να εγκαταλείπει το αρχικό σχήμα ήδη από την εποχή της διακυβέρνησης Τσίπρα, ταυτιζόμενο με τη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη, το μόνο κόμμα που υποσχέθηκε καθαρά την ανάκαμψη και τον εκσυγχρονισμό της χώρας μετά την περιπέτεια της χρεοκοπίας και των μνημονίων. Στους μηχανισμούς της ΝΔ, μάλιστα, πολλοί από το ΠΑΣΟΚ προερχόμενοι εργάζονται μεταρρυθμιστικά και εισφέρουν πολιτικά, πάνω από το παραδοσιακό κομματικό σύστημα της παραδοσιακής Δεξιάς που δεν έμαθε ποτέ ότι πολιτική δεν είναι μόνο η άσκηση της εξουσίας και τα ωφελήματά της. Αν η κυβέρνηση σήμερα έχει ακόμα κάποια μεταρρυθμιστική ορμή, αυτό το οφείλει σε μεγάλο βαθμό στους πασόκους της.
Οσο για τα τρία ΠΑΣΟΚ εντός του ΠΑΣΟΚ είναι αμήχανα κι αδύναμα. Το ΠΑΣΟΚ της ηγεσίας, του Νίκου Ανδρουλάκη, είναι ένα κόμμα έμπειρων πια στελεχών που έχουν βολευτεί γύρω από τον πρόεδρο και τους υψηλούς τόνους μιας αντιπολίτευσης που δεν οδηγεί πουθενά. Το ΠΑΣΟΚ της θεσμικής εσωκομματικής αντιπολίτευσης, της Αννας Διαμαντοπούλου (που ψάχνει ουσιαστικά κάτι ασαφές, τη σοσιαλδημοκρατία) και του Παύλου Γερουλάνου (που επενδύει στον κομματικό πατριωτισμό), με τις διαφορές τους, προειδοποιεί, ασκεί κριτική, ελίσσεται – αλλά δεν έχει καταφέρει να ξεπεράσει τα εσωκομματικά πλαίσια. Στο συνέδριο οι φωνές τους θα είναι αδύναμες, θα τις καλύπτουν οι φωνές των ανθρώπων των μηχανισμών. Και στην κοινωνία, ο λόγος τους δεν φτάνει, επειδή το όποιο νόημά του χάνεται στα κομματικά τείχη. Το τρίτο ΠΑΣΟΚ μέσα στο κόμμα είναι το ΠΑΣΟΚ του δημάρχου Δούκα: αμετροεπές, φλύαρο, θορυβώδες, ψάχνει για ριζοσπαστικές συμμαχίες στα κομμάτια της θορυβοποιού αντιπολίτευσης. Πολλή φασαρία για το τίποτα.







