Δημιουργός καταξιωμένος και γνωστός, αν και χαμηλόφωνος, ο στιχουργός και τραγουδοποιός Ηλίας Μάστορης γράφει με σπάνια ευαισθησία και επιμένει σε μια τροχιά του ελληνικού τραγουδιού με εικόνες, σήματα και μηνύματα εσωτερικά, αλλά και αναγνωριστικά μιας πρωτότυπης δημιουργίας του καιρού μας. Τον έχουν τραγουδήσει γνωστοί ερμηνευτές, ενώ μας βάζει λίγο στο δικό του ασκηταριό γραφής και παρατήρησης.
Πώς ξεκινάει η δική σας περιπέτεια του στίχου; Για παράδειγμα, διαβάζατε ποίηση ή ακούγατε ελληνικό τραγούδι (άρα εμμέσως πάλι ακούγατε ποίηση);
Η πρώτη μου επαφή ήταν μάλλον άδηλη – παιδί ακόμα, άκουγα τραγούδια χωρίς να καταλαβαίνω πάντα τα λόγια, αλλά κάτι μέσα μου τα αναγνώριζε ως αλήθεια. Οι πρώτες μνήμες έχουν ήχους από το ραδιόφωνο της κουζίνας και κάτι φωνές με βάρος σαν να κουβαλούσαν ιστορίες μεγαλύτερες από μένα. Αργότερα, άρχισα να καταλαβαίνω ότι τα τραγούδια αυτά ήταν ποίηση – απλώς ειπωμένη αλλιώς. Αντιλήφθηκα πως μου άρεσε η ποίηση και ήθελα να γίνω κι εγώ μέρος της, και κάπως έτσι άρχισα να γράφω.
Γράφετε και στίχο και μουσική. Πότε επιλέγετε το ένα και πότε το άλλο και πότε αντιλαμβάνεστε πως εσείς πρέπει να μελοποιήσετε τον δικό σας λόγο;
Συχνά ξεκινάει από τον στίχο. Ενα στιγμιότυπο, μια φράση, μια αγωνία, ένας προβληματισμός, ένας εσωτερικός ρυθμός που ζητάει μουσική. Αλλες φορές, η μουσική εμφανίζεται πρώτη σαν τοπίο και μέσα της πρέπει να κατοικήσει κάποιος λόγος. Νότες περιτριγυρίζουν τη σκέψη μου για μέρες μέχρι να βρεθεί ο κατάλληλος στίχος να ακουμπήσουν. Οταν η συγκίνηση που γεννάει ο στίχος είναι τόσο προσωπική, σχεδόν αμετάφραστη, τότε νιώθω ότι πρέπει να τον μελοποιήσω εγώ – όχι από εγωισμό γιατί στην τέχνη δεν υπάρχει εγωισμός, κατά τη γνώμη μου, αλλά από ανάγκη να παραμείνει αυθεντικός. Τα τελευταία χρόνια έχω αφοσιωθεί στον στίχο, νιώθω περισσότερο «σίγουρος» σε σχέση με τη μουσική που γράφω κι επίσης με αντιπροσωπεύει, με εκφράζει περισσότερο.
Σήμερα και με αφορμή τον ΛΕΞ υπάρχει μια συζήτηση για τα όρια του κοινωνικού και πολιτικού στίχου. Εσείς, νομίζω, γράφετε με μεγαλύτερη αφαιρετικότητα και εσωστρέφεια αλλά και σας απασχολούν τα κοινωνικά και ευρύτερα θέματα… Τι λέτε;
Εγώ γενικά δεν γράφω καταγγελίες· γράφω στιγμιότυπα που κουβαλούν τη μοναξιά, το ανεκπλήρωτο, τον πόνο μιας εποχής, τον δικό μου και των άλλων. Με ενδιαφέρει το πώς οι φωτογραφίες της στιγμής (οπτικές ή συναισθηματικές) μπορούν να γίνουν ένα καλό τραγούδι. Συνήθως επιλέγω τη σκιά αντί για το φως του προβολέα. Ο ΛΕΞ γράφει με τρόπο άμεσο, καταγγελτικό, σχεδόν δημοσιογραφικό. Ισως είναι και αυτός ο αυθορμητισμός της νιότης που τον ωθεί σε αυτό το είδος εξωτερίκευσης των συναισθημάτων και των σκέψεών του. Εγώ προτιμώ πάντα τη σιωπή, της σκέψης, της διάθεσης, των συναισθημάτων.
Πώς συνδεθήκατε με τον Μάνο Ελευθερίου;
Η σύνδεση ήταν πρώτα αναγνωστική. Ο λόγος του Μάνου είχε αυτή τη μεταφυσική λιτότητα – σαν να ήξερε κάτι που εμείς απλώς νιώθαμε. Οταν αργότερα τον γνώρισα, συνειδητοποίησα πως πίσω από το μεγάλο έργο του υπήρχε μια ζωή γεμάτη παρατηρητικότητα, ευγένεια, πονηρό σαρκασμό και πείσμα.
Αναγνωρίζετε επιρροές του στο δικό σας στιχουργικό έργο;
Ναι, πιστεύω πως με επηρέασε: στο πώς να λες πολλά με λίγα και στο πώς να μη χαρίζεσαι ούτε στον εαυτό σου. Ο Ελευθερίου, ο Γκάτσος, ο Αλκαίος και η Φωτάκη αποτελούν σημεία αναφοράς για εμένα.
Σας έχουν ερμηνεύσει πολλοί/ές τραγουδιστές/ίστριες. Ποιοι είναι οι βασικοί σταθμοί και στιγμές που ξεχωρίζετε στη δική σας πορεία;
Δεν είναι πάντα οι πιο διάσημες στιγμές που μένουν. Είναι εκείνες που νιώθεις ότι η φωνή του άλλου φωτίζει αλλιώς τα δικά σου λόγια. Είναι εκείνες οι στιγμές που έχεις καταφέρει να μοιραστείς το έργο σου με τον κόσμο και να βιώσουμε μαζί το ίδιο συναίσθημα. Ξεχωρίζω την πρώτη φορά που άκουσα ένα τραγούδι μου να τραγουδιέται σε μια μουσική σκηνή από το κοινό, χωρίς να το περιμένω. Κάτι σαν επαλήθευση ότι η δουλειά σου αγγίζει, έστω και λίγους, έστω και έναν. Σημαντική επίσης στιγμή η συνεργασία μου με τον Σταύρο Σιόλα. Σε αυτό το άλμπουμ συμμετείχαν σημαντικοί ερμηνευτές (Αρβανιτάκη, Κότσιρας, Νέγκα, Τσαλιγοπούλου, Ασλανίδου, Κανά κ.ά.).
Τώρα τι γράφετε και με ποια ακριβώς σκέψη; Τι πυρήνα έχει κάθε φορά το δισκογραφικό σας έργο;
Αυτή την περίοδο είμαστε στο στούντιο για την ηχογράφηση ενός άλμπουμ σε μουσική του Γιώργου Καγιαλίκου και δικούς μου στίχους. Θα συμμετάσχει ο Μπάμπης Στόκας αλλά και άλλοι σημαντικοί ερμηνευτές. Ο πυρήνας αυτής της δουλειάς είναι πρωτίστως υπαρξιακός: τι σημαίνει να ανήκεις, να λείπεις, να ζεις ανάμεσα. Γράφω για την απώλεια, αλλά με τρόπο που να δίνει χώρο και στην παρηγοριά. Αυτά τα τραγούδια γράφτηκαν την εποχή του Covid και εμπεριέχουν την αναστάτωση αυτής της περίεργης εποχής.
Μένετε στην περιφέρεια και επιμένετε σε αυτήν. Τι ερεθίσματα δίνει σε έναν δημιουργό και τι ελλείμματα πιθανώς έχει;
Η περιφέρεια έχει σιωπές, και μέσα τους μεγαλώνει η φαντασία. Δεν έχει τον θόρυβο της πρωτεύουσας, αλλά έχει τα ίχνη του κόσμου πάνω στους ανθρώπους. Εκεί που δεν γίνεται τίποτα συμβαίνουν τα πιο σημαντικά. Ο καθένας αφήνει το αποτύπωμά του στο χώμα και το σπουδαίο είναι ότι μπορείς να το δεις, να το νιώσεις. Το μειονέκτημα ίσως είναι η απόσταση από κύκλους και ευκαιρίες. Αλλά αυτό που χάνεις σε ταχύτητα το κερδίζεις σε ουσία. Οι αφηγήσεις στο καφενείο, η ζάλη από το ποτό, οι τσακωμοί στην πρέφα αποτέλεσαν για εμένα πηγή έμπνευσης.






