Η κουβέντα με τον πρόεδρο του ΣΕΒ Δημήτρη Παπαλεξόπουλο μπήκε κατευθείαν στο θέμα, πριν ακόμα κάτσουμε στο μεγάλο τραπέζι που ήταν έτοιμο με τα σερβίτσια για να γευματίσουμε. Ξεκίνησε από ένα λεκτικό λάθος, όταν ανέπτυξα τα αρχικά του ΣΕΒ λέγοντας Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών. «Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών», με διορθώνει ο πρόεδρος του ΣΕΒ.

Οι λέξεις που δημιουργούν το αρκτικόλεξο ΣΕΒ έχουν αλλάξει δύο φορές, σε δύο διαφορετικές περιόδους. Κάθε αλλαγή είχε τον λόγο της. «Αρχικά ήταν Σύνδεσμος Ελλήνων Βιομηχάνων. Αυτό καταργήθηκε τη δεκαετία του ’80 και έγινε Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών. Η αλλαγή έγινε διότι παρέπεμπε, τουλάχιστον ψυχολογικά, σε κάτι διαφορετικό. Στη συνέχεια άλλαξε, επί προεδρίας Δημήτρη Δασκαλόπουλου, και παραμένει σε Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών. Η φιλοδοξία της αλλαγής αυτής είναι η εκπροσώπηση των βιομηχανιών αλλά και της επιχειρηματικότητας γενικότερα».

Η πρώτη αλλαγή στη δεκαετία του ’80 για «ψυχολογικούς λόγους» δεν θα μπορούσε να μείνει ασχολίαστη. Δηλαδή είναι κακό να είσαι επιχειρηματίας και βιομήχανος; «Παραδοσιακά η ελληνική κοινωνία έχει μια δύσκολη σχέση και με την επιχειρηματικότητα και με την ιδέα του κέρδους, περισσότερο από άλλες χώρες της Δύσης. Αυτό με τα χρόνια σιγά σιγά αλλάζει και νομίζω ότι έχει αλλάξει αρκετά. Σε αυτό συνέβαλε και η δεκαετής κρίση, όταν η ανάγκη για επιχειρηματικότητα ήταν μέρος της λύσης και όχι το πρόβλημα. Πρέπει να παράγουμε για να αναδιανέμουμε ό,τι χρειαζόμαστε για ανάπτυξη και δημιουργία θέσεων εργασίας», απάντησε ο κ. Παπαλεξόπουλος.

Από τις μετρήσεις που κάνει ο ΣΕΒ έχει διαπιστώσει ότι όταν η ερώτηση αφορά την επιχειρηματικότητα, θετική αντίληψη εκφράζεται από το 80% των Ελλήνων. Οταν, όμως, χρησιμοποιείται η λέξη «επιχειρήσεις», τότε το ποσοστό πέφτει. Και για τη λέξη «επιχειρηματίας» πέφτει ακόμα περισσότερο. Ομως, για τον Δημήτρη Παπαλεξόπουλο η ανάδειξη της σημασίας και της χρησιμότητας της επιχειρηματικότητας για την κοινωνία και την οικονομία είναι σημαντική. Σε αυτό το πλαίσιο κινείται η συνεργασία με το Junior Achievement, το οποίο στηρίζει και αναπτύσσει εκπαιδευτικές δράσεις επιχειρηματικότητας σε δημοτικά, γυμνάσια, λύκεια και πανεπιστήμια στην Ελλάδα.

Είχε ήδη σερβιριστεί η σαλάτα, στην οποία και οι δυο μας μείναμε, καθώς θέλαμε να αποφύγουμε τη γνωστή υπνηλία μετά το μεσημεριανό φαγητό. Ετσι αποφύγαμε το κρασί και το κυρίως πιάτο. Δεν μπορέσαμε να αποφύγουμε την αντιδιαστολή μεταξύ της αρνητικής ή επιφυλακτικής αντίληψης για τον «βιομήχανο ή τον μεγαλοεπιχειρηματία» και της θετικής για τον «μικρομεσαίο».

Σύμφωνα με τον ορισμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης, μεγάλες επιχειρήσεις είναι αυτές που απασχολούν πάνω από 250 άτομα. Οι μεγάλες επιχειρήσεις στην Ευρώπη απασχολούν το 35%-40% των εργαζομένων. Το ποσοστό αυτό στην Ελλάδα είναι γύρω στο 15%.

«Ζούμε σε μια εποχή στην οποία οι αλλαγές συντελούνται με μεγάλη ταχύτητα. Οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι αυτές που συνεισφέρουν πιο συνεπώς φόρους και εισφορές, που μπορούν να επενδύσουν στην ανάπτυξη, στις εξαγωγές, στο μάρκετινγκ και το branding, στην έρευνα και να στηρίξουν την ψηφιακή επανάσταση πιο δυναμικά. Συνεπώς, εάν θέλουμε να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα η ανάπτυξη και να στηρίξουμε το νέο οικονομικό μοντέλο που όλοι ευαγγελιζόμαστε, χρειαζόμαστε περισσότερες μεγάλες και μεσαίες επιχειρήσεις. Μεγάλες, μεσαίες και μικρότερες δημιουργούν το αναγκαίο οικοσύστημα για να εξασφαλίσουμε την ανάπτυξη μακροπρόθεσμα», σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΕΒ.

Ακούγοντας την απάντηση σημειώνονται δύο λέξεις – κλειδιά, σχετικά με τη διατήρηση της ανάπτυξης μακροπρόθεσμα και τη μεγέθυνση των ελληνικών επιχειρήσεων. Για τον κ. Παπαλεξόπουλο, η διατηρησιμότητα της ανάπτυξης μακροπρόθεσμα δεν είναι δεδομένη, όσο το οικονομικό και παραγωγικό μοντέλο δεν αλλάζει, όσο δεν γίνονται συγκεκριμένες δομικές μεταρρυθμίσεις.

«Μέχρι πρόσφατα δυσκολευόμασταν να βρούμε αρκετά στελέχη και εργαζομένους με σύγχρονες δεξιότητες. Σήμερα, οι ελλείψεις έχουν γενικευτεί. Αυτή είναι η αλήθεια. Είτε δεν υπάρχουν οι απαραίτητες δεξιότητες είτε φεύγουν ή έχουν φύγει στο εξωτερικό», προειδοποιεί.

Και η ερώτηση προκύπτει αυτόματα: Και γιατί δεν αυξάνετε τους μισθούς; Η απάντηση θα ξετυλίξει μια σειρά από δομικά ζητήματα που σχετίζονται τόσο με τη διατηρησιμότητα της ανάπτυξης μακροπρόθεσμα όσο και με το νέο παραγωγικό μοντέλο.

Καταρχήν, όπως εξηγεί ο κ. Παπαλεξόπουλος, πρέπει να αλλάξει το φορολογικό καθεστώς που ισχύει στη μισθωτή εργασία. Οι δαπάνες σε ανθρώπινο δυναμικό θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως επένδυση και όχι ως τιμωρία – τόσο για την επιχείρηση όσο και για τον μισθωτό. «Θα σας δώσω το εξής παράδειγμα: για κάθε 1 ευρώ αύξηση πάνω από τα 3.400 ευρώ, στον εργαζόμενο δεν φτάνει ούτε το ένα τρίτο. Τα δύο τρίτα πάνε σε φόρους και εισφορές. Δηλαδή, το μισθολογικό κόστος και η συνολική επιβάρυνση για επιχείρηση και εργαζόμενο είναι δυσανάλογα υψηλά». Για τον πρόεδρο του ΣΕΒ αυτό δημιουργεί στρεβλώσεις στην αγορά εργασίας, μεγάλη μισθολογική ψαλίδα και εισοδηματική ανισότητα, όπως και περιορισμό των διαθέσιμων πόρων για προσλήψεις, υψηλότερους μισθούς και επενδύσεις στην ανάπτυξη των εργαζομένων.

Ετσι, πέρα από την αναντιστοιχία του εκπαιδευτικού συστήματος με τις ανάγκες της αγοράς, έρχεται το Δημογραφικό και το brain drain. Σε σημείο που δεν υπάρχουν πλέον όχι μόνο στελέχη, αλλά ούτε εργατικά χέρια. «Βλέπουμε ελλείψεις στον τουρισμό. Ακόμα και η κατανάλωση τσιμέντου πέφτει το καλοκαίρι, διότι δεν υπάρχουν εργατικά χέρια συνολικά στη χώρα αφού δουλεύουν σε εστιατόρια και ξενοδοχεία πριν επιστρέψουν στο τέλος της τουριστικής σεζόν», συμπληρώνει και με την ιδιότητα του προέδρου του Ομίλου Τιτάν.

Παρ’ όλα αυτά, δηλώνει αισιόδοξος. Οι μισθοί βρίσκονται σε ανοδική τροχιά. Καταλάβαμε ότι το οικονομικό μοντέλο του 2000 δεν δούλεψε. Βρεθήκαμε κοντά στον γκρεμό κατά τη χρηματοπιστωτική και τη δημοσιονομική κρίση, αλλά δεν πέσαμε μέσα. Από τότε έχουν γίνει πολλά πράγματα, όπως η ψηφιοποίηση του Δημοσίου και η πεποίθηση ότι η ανάπτυξη απαιτεί δημιουργία προστιθέμενης αξίας και καινοτομία.

Ευθύνες

Και για όλα αυτά απαιτούνται μεταρρυθμίσεις. «Και σε όλο αυτό, δηλαδή το πώς ήμασταν ως οικονομία αλλά και την αρνητική αντίληψη της κοινωνίας για την επιχειρηματικότητα, όσο και το τι και πώς πρέπει να γίνει από εδώ και πέρα, έχουμε και εμείς τις ευθύνες μας. Δεν ευθύνεται μόνο το κράτος, ευθύνονται και οι επιχειρήσεις, διότι είμαστε ένα σύνολο», λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια και αυτοπεποίθηση ταυτόχρονα.

Οι επιχειρήσεις πρέπει να αυξήσουν τους μισθούς και την απασχόληση, αλλά πρέπει να αυξήσουν και το μέγεθος και τα έσοδά τους. Το κράτος πρέπει να μειώσει το μη μισθολογικό κόστος, να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις στην παιδεία, αλλά και στη δικαιοσύνη. Ειδικά, η δικαιοσύνη, όπως εξηγεί ο κ. Παπαλεξόπουλος, αποτελεί βασικό παράγοντα που απομακρύνει μεγάλες επενδύσεις και μεγάλες επιχειρήσεις από τη χώρα. «Μια επιχείρηση δεν μπορεί να επενδύσει κεφάλαια σε μια χώρα όπου μια αστική διαφορά μπορεί να κρατήσει πάνω από δέκα χρόνια μέχρι να τελεσιδικήσει», διευκρινίζει.

Η ανάπτυξη, η απασχόληση και τα εισοδήματα δεν ενισχύονται με εγκυκλίους. Χρειάζονται τομές. «Η Πορτογαλία ήταν πίσω από εμάς και τώρα μας ξεπέρασε. Και σε υποδομές, και σε απασχόληση, και σε μέγεθος επιχειρήσεων. Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερη βιομηχανία για παραγωγή εγχώριας προστιθέμενης αξίας και αύξηση της απασχόλησης και των εισοδημάτων. Οι οργανωμένες επιχειρήσεις μπορούν να επενδύσουν και να στηρίξουν την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση».

Περνώντας η κουβέντα στις καταστροφές στη Θεσσαλία και την υποχρεωτική ασφάλιση από φυσικές καταστροφές για επιχειρήσεις με τζίρο άνω των 2 εκατ. ευρώ, ο κ. Παπαλεξόπουλος ανέφερε ότι πρέπει όλοι να κινηθούμε σε μια πιο προληπτική και στρατηγική αντιμετώπιση των θεμάτων. «Και σε αυτό οι επιχειρήσεις έχουν την ευθύνη τους, όπως και το κράτος που πρέπει να γίνει πιο στρατηγικό. Από τη μια, δεν μπορεί να τα περιμένουμε όλα από το κράτος. Από την άλλη, χρειαζόμαστε ένα πιο στρατηγικό κράτος, το οποίο να μπορεί να διαχειρίζεται κρίσεις».

Οι αλλαγές, όμως, γίνονται αργά. Δανειζόμενος τη φράση του γνωστού αμερικανού κοινωνιοβιολόγου Ε.Ο. Wilson, ο κ. Παπαλεξόπουλος εξηγεί: «Το πραγματικό πρόβλημα της ανθρωπότητας είναι το εξής: έχουμε παλαιολιθικά συναισθήματα, μεσαιωνικούς θεσμούς και θεϊκή τεχνολογία. Και αυτό είναι τρομερά επικίνδυνο, και πλησιάζει τώρα συνολικά σε σημείο κρίσης».

Απολογισμός

Κάνοντας μια αναδρομή και απολογισμό, ο κ. Παπαλεξόπουλος υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα έχει πετύχει πολλά και κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. «Είμαστε πλέον μία από τις πλουσιότερες χώρες στον κόσμο. Εχουμε εξαιρετικό εργατικό δυναμικό, η ψηφιοποίηση και η καινοτομία προχωρούν ταχύτατα, ενώ οι νεοφυείς επιχειρήσεις συνεχώς αυξάνονται, γίνονται πιο ανταγωνιστικές και προσελκύουν ξένους επενδυτές. Το θέμα είναι να μην αφήσουμε το πόδι από το γκάζι».

Περνώντας στον καφέ, η συζήτηση γίνεται πιο προσωπική, έχοντας όμως συνέχεια με το θέμα της εξέλιξης και των αλλαγών. Η τσιμεντοβιομηχανία Τιτάν ξεκίνησε από μια οικογενειακή επιχείρηση και εξελίχθηκε σε μεγάλο διεθνοποιημένο όμιλο. Ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος, αφού σπούδασε Μηχανολόγος Ηλεκτρολόγος στη Ζυρίχη, εργάστηκε στη Γερμανία και στις ΗΠΑ, στη McKinsey. Ηταν 30 χρόνων, όταν ήρθε στην Ελλάδα για να κάνει το στρατιωτικό του. Ο πατέρας του τον ήθελε στην Ελλάδα για να ασχοληθεί με τον Τιτάνα. «Στην αρχή δεν μου άρεσε η ιδέα. Η Ελλάδα είναι ωραία, αλλά μικρή. Τα τσιμέντα είναι βαρετά, του λέω. Κάνοντας ταυτόχρονα το στρατιωτικό μου, περνούσα αρκετά απογεύματα στην τσιμεντοβιομηχανία. Σιγά σιγά διαπίστωσα ότι υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς υπήρχαν μεγάλα περιθώρια διεθνούς ανάπτυξης».

Στην ερώτηση αν ήταν τυχερός και από τζάκι απάντησε καταφατικά. «Ναι, είμαι τυχερός και από τζάκι. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια που μου έδωσε εκπληκτικές ευκαιρίες, με εκπληκτικούς γονείς».

Συνδέοντας την ιστορία του με την ανάγκη για ανάπτυξη και για αλλαγές, φέρνει ως παράδειγμα τον Τιτάνα. Οπως ξεκίνησε η βιομηχανία ως σχεδόν οικογενειακή και σήμερα έχει γίνει ένας διεθνής όμιλος, με το 85% του τζίρου να προέρχεται από το εξωτερικό, έτσι προχωρά στο επόμενο βήμα.

Ο κ. Παπαλεξόπουλος έχει τρία παιδιά. Κανένα, όμως, δεν θα κληρονομήσει τη θέση του. Ο ίδιος επέλεξε να φύγει από τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου πέρυσι, έπειτα από 26 χρόνια. Με έμφαση πάντα στη σωστή εταιρική διακυβέρνηση, το τιμόνι το είχε ήδη πάρει επαγγελματίας μάνατζερ, που καλείται να φέρει την επόμενη ημέρα στον όμιλο.

ΣΕΒ, γραφείο προέδρου

Σαλάτα

Νερό

Καφές