Ο Θεσσαλικός κάμπος διατρέχεται από τον Πηνειό, τον τρίτο μεγαλύτερο ποταμό της Ελλάδας, με συνολικό μήκος περίπου 216 χλμ.
Η λεκάνη απορροής του ποταμού Πηνειού είναι περίπου 11.000 km2 (51% αγροτική γη που συμβάλλει κατά 14% στα έσοδα από την αγροτική παραγωγή στην Ελλάδα) και απαρτίζεται από δυο βασικούς κλάδους, τον δυτικό κλάδο (Καρδίτσας) και τον ανατολικό κλάδο (Λάρισας), και ουσιαστικά όλα μαζί τα ρέματα καταλήγουν στην πεδινή περιοχή του Θεσσαλικού κάμπου.
Η περιοχή επηρεάζεται τόσο από διαχρονικές κλιματικές διακυμάνσεις όσο και από πολλαπλές ανθρωπογενείς πιέσεις, συμπεριλαμβανομένων των αρδευτικών και άλλων τεχνικών έργων, του συνεχώς εξελισσόμενου οδικού δικτύου και της αύξησης της αστικής δόμησης.
Η μέση ετήσια βροχόπτωση στην κεντρική περιοχή είναι 450 mm, ενώ στις δυτικές ορεινές περιοχές καταγράφεται ίση με 1.850 mm.
Η κακοκαιρία Daniel πλημμύρισε τον κάμπο της Θεσσαλίας, καλύπτοντας με νερό τεράστιες εκτάσεις, μετέφερε λάσπη και άλλα φερτά υλικά και προκάλεσε τεράστιες ζημίες στις καλλιέργειες και στις υποδομές.
Ο τεράστιος όγκος βροχής που έπεσε μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα και με τέτοια ένταση ήταν αδύνατο να συγκρατηθεί από τις καλλιέργειες ή το έδαφος ή να διοχετευθεί με ομαλό τρόπο μέσα από το υφιστάμενο δενδριτικό δίκτυο του Πηνειού.
Η συνολική βροχόπτωση της κακοκαιρίας Daniel μετρήθηκε το πρωί της 7ης Σεπτεμβρίου στους 7 σταθμούς του ΤΟΕΒ Ταυρωπού, που λειτουργεί στην περιοχή, και κυμαίνεται ανά σταθμό από 775 mm έως και 970 mm. Βροχόπτωση που ξεπέρασε κατά πολύ τον ετήσιο μέσο όρο βροχόπτωσης του Θεσσαλικού κάμπου.
Από το 1990 και μετά παρατηρείται μια τάση αύξησης των ακραίων γεγονότων πλημμύρας του Πηνειού τον μήνα Σεπτέμβριο που εν μέρει αποδίδεται στην κλιματική αλλαγή και κυρίως στην αύξηση της ατμοσφαιρικής υγρασίας, που ευθύνεται για τις σύντομης διάρκειας αιφνίδιες πλημμύρες.
Εχει διαπιστωθεί ότι περίπου ένας βαθμός Κελσίου αύξησης της θερμοκρασίας του αέρα (1 °C) οδηγεί σε αύξηση της υγρασίας της ατμόσφαιρας κατά 7%.
Εμφαση θα πρέπει να δοθεί στην καλή συντήρηση των δικτύων, στον καθαρισμό και συντήρηση των ρεμάτων, στη μείωση της διάβρωσης των εδαφών αλλά και στη βελτίωση της απόδοσης της πολιτικής προστασίας καθώς και στη βελτίωση των συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης πλημμύρας.






