Ο Χρήστος Κυριαζής, που χθες ανακοινώθηκε ο θάνατός του, ήταν ένας φοβερός τύπος. Μπήκε δύσκολα στον χώρο του λαϊκού και του σκυλάδικου με τραγούδια που τα απέρριπταν οι δισκογραφικές εταιρείες, οι οποίες τότε διαμόρφωναν τα ακούσματά μας. «Εχω κλάψει» ή «Τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια (έχουν κλείσει τα καλύτερα τα σπίτια)».

Ηταν επιπλοποιός και δεν ήταν ναΐφ, όπως οι περισσότεροι λαϊκοί. Δεν έκανε, δηλαδή, ό,τι οι άλλοι, δεν ακολουθούσε τον συρμό. Και τι ήταν ο συρμός; Η καψούρα – κι η κλαψούρα. Κλάμα, θρήνος, οδυρμός για χαμένους έρωτες, για απιστίες, για προδοσίες, για χυλόπιτες. Ολο το λαϊκό, όλο το σκυλάδικο κι όλο το έντεχνο αυτό το μοτίβο αναπαράγει. Κι έρχεται αυτός ο τύπος και κοροϊδεύει αυτό το μοντέλο, παρωδώντας την κλαψούρα. Ετσι, μετά απ’ αυτόν, «το πρόσωπο» δεν είναι αυτό που σε βυθίζει στην κατάθλιψη, είναι το αντικείμενο της χλεύης του ηττημένου. «Μου θυμίζεις τη μάνα μου (γι’ αυτό σε αγαπάω)». Αλλά, αφού κακούργα με παράτησες, γυρίζω στη μία και μοναδική.

Ο Χρήστος Κυριαζής πέθανε, κλείνει η παρένθεση. Επιστροφή στο δακρύβρεχτο μελό – αρχίζοντας από τις νεκρολογίες για τον εκλιπόντα.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail